Δημήτρης Τζανακόπουλος

Βουλευτής Α΄ Αθήνας
Ενημέρωση των διαπιστευμένων πολιτικών συντακτών και ανταποκριτών ξένου τύπου

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ

• Κατά τη διάρκεια της πρώτης συζήτησης & ψήφισης στην Ολομέλεια της Βουλής για την αναθεώρηση του Συντάγματος αναδείχτηκαν διαφορές που αφορούν τους αξιακούς πυρήνες ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ & σκιαγραφούν μια καθαρή κοινωνική & πολιτική αντίθεση που περιγράφεται από το δίπολο λαός – ελίτ.

• Ο κος Μητσοτάκης θεώρησε εκφυλισμό της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης τον εθνικό διάλογο που διεξήχθη. Οι πολίτες μάλλον δεν έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν στη διαδικασία της αναθεώρησης καθώς δεν κατέχουν την μυστική γνώση που κατέχει ο ίδιος & οι συνεργάτες του.

• Πρόκειται για μια αριστοκρατική αντίληψη για την πολιτική που επιβεβαιώνει ότι ο κος Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται την πολιτική εξουσία ως πατρογονικό δικαίωμα του ίδιου & των ομοίων του & όχι ως πηγάζουσα από το λαό. Ο λαός χρωστάει στον κο Μητσοτάκη κι όχι εκείνος στον λαό.

• Η ΝΔ αρνήθηκε να στηρίξει την πρόταση που θέλει ο Πρωθυπουργός να είναι υποχρεωτικά εκλεγμένος βουλευτής. Προφανώς η επιλογή του λαού δεν είναι τόσο σημαντική στο αξιακό σύμπαν του κου Μητσοτάκη όσο για παράδειγμα η προέλευση από την κλειστή κάστα των τεχνοκρατών.

• Η ΝΔ αρνήθηκε να στηρίξει την πρόταση για τις θητείες των βουλευτών. Σημασία για αυτούς δεν έχει η εκπροσώπηση κοινωνικών συμφερόνταν στο κοινοβούλιο αλλά η αναπαραγωγή της εξουσίας των πολιτικών οικογενειών της ελίτ & όσων συμμερίζονται τους αντικοινωνικούς τους στόχους.

• Η ΝΔ αρνήθηκε να στηρίξει τις προτάσεις για ενίσχυση της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων με το σκόπιμα ψευδές επιχείρημα ότι πχ η συνταγματική κατοχύρωση της υποχρέωσης του κράτους να εγγυάται την καθολική πρόσβαση όλων των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας αποτελεί ευχολόγιο.

• Για τον κο Μητσοτάκη είναι ευχολόγιο η ενίσχυση της συνταγματικής προστασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων που αποτελούν για τον ίδιο μια ιδεοληπτική εμμονή της αριστεράς. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για το 8ωρο που κατά δήλωσή του είναι και αυτό ξεπερασμένο.

• Για τον κο Μητσοτάκη ό,τι ικανοποιεί τα συμφέροντα των εργοδοτών είναι φρέσκο & γεμάτο ζωντάνια. Ότι προστατεύει τους εργαζόμενους δεν είναι παρά αγκύλωση στο παρελθόν.

• Για τον κο Μητσοτάκη είναι ευχολόγιο η συνταγματική κατοχύρωση του δημόσιου ελέγχου στα κοινωνικά αγαθά του νερού & του ηλεκτρικού ρεύματος αφού θα εμποδίσει τους ομοίους του κου Μητσοτάκη να παραδώσουν το σύνολο των κοινωνικών υποδομών στους φίλους τους.

• Όλα είναι ευχολόγια και εμμονές της Αριστεράς. Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις φαίνεται είναι άλλες όπως για παράδειγμα η τροποποίηση του άρθρου 24 με στόχο να αλλάξει ο ορισμός του δάσους & να δημιουργηθούν όροι πλήρους αποψίλωσης για να ικανοποιηθούν ειδικά οικονομικά συμφέροντα!

• Στην τροποποίηση του άρθρου 16 η ΝΔ δήθεν ενδιαφέρεται για τους φοιτητές που σπουδάζουν στο εξωτερικό & γιαυτό επιδιώκει την λειτουργία ιδιωτ. πανεπιστημίων αλλά αρνείται να υποστηρίξει τις προτάσεις της κυβέρνησης για την ενίσχυση του δημόσιου παν/μίου & την αύξηση των εισακτέων.

• Η βούληση της ΝΔ είναι να μην προτείνει τον νυν ΠτΔ για την προεδρική εκλογή του 2020. Προφανώς έχει τάξει την θέση σε πρόσωπο του πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστικού μπλοκ ή σε κάποιον ευνοούμενο του παλιού καθεστώτος. Πρόκειται για πρωτοφανή συναλλαγή στα χρονικά της μεταπολίτευσης.

• O κος Μητσοτάκης λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο. O λαός θα ρίξει στα αζήτητα τα σχέδιά του και το βαθειά αντιθεσμικό παιχνίδι της ΝΔ με τον θεσμό του ΠτΔ όπως στα αζήτητα έριξε και το σχέδιο της αριστερής παρένθεσης.

• Αντί η ΝΔ να ασχολείται με τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας συνεχίζει τα σχέδια επί χάρτου για την παλινόρθωση του παλιού καθεστώτος. Συνεχίζει να λειτουργεί ως κάστα που μοιράζει φανταστικές θέσεις εξουσίας ερήμην του κυρίαρχου λαού. Μόνο που πλέον ο λαός δεν είναι απών.

• Ο κ. Τσουκάτος στην απολογία του στη δίκη της Siemens αποκάλυψε χθες κάτι που όλοι γνωρίζουν αλλά ουδείς ομολογούσε: 16 δις δραχμές, δηλαδή σχεδόν 47 εκατ. ευρώ, μπήκαν από τα μαύρα ταμεία της Siemens και άλλων εταιριών στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ μόνο για τις εκλογές του 2000.

• Παρά τις αποκαλύψεις του κου Τσουκάτου, η κα Γεννηματά από χθες όχι μόνο δεν έχει πει κουβέντα αλλά δεν έχει την παρρησία να ζητήσει έστω μία συγγνώμη από τον ελληνικό λαό για το πάρτι διαφθοράς που οδήγησε τη χώρα στην χρεοκοπία & το πολιτικό σύστημα σε απαξίωση.

• Εκτός από την κα Γεννηματά αφωνία για τα πεπραγμένα του ΠΑΣΟΚ επιδεικνύει & ο κ. Μητσοτάκης που ακόμη δεν έχει εξηγήσει ποια ακριβώς διαφάνεια & εξυγίανση τολμά να επικαλείται για τα οικονομικά της ΝΔ όταν ένας επιχειρηματίας & μεγαλοεκδότης πληρώνει τα ενοίκια των γραφείων της.

• Τα δωράκια, οι μίζες & οι υπόγειες χρηματοδοτήσεις των κομμάτων του παλιού πολιτικού συστήματος προστίθενται στα δυσθεώρητα χρέη τους από τα θαλασσοδάνεια, άνω των 400 εκατ. ευρώ, τα οποία ακόμη δεν έχουν εξηγήσει πώς και πότε θα ξεπληρώσουν.

• Αυτές οι πρακτικές του παλιού πολιτικού συστήματος είναι αρκετές για να εξηγήσουν τη δυσθυμία τους στην αρχή της Συνταγματικής Αναθεώρησης όταν μεθόδευαν την υπονόμευση της διαδικασίας με προφανή στόχο να μην αλλάξει το άρθρο 86 του Συντάγματος περί ευθύνης υπουργών.

 

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ

Ολοκληρώνεται σήμερα η πρώτη συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας αναδείχτηκαν με τον πιο σαφή τρόπο οι βαθιές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές που χωρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ από τη Νέα Δημοκρατία.

Διαφορές που αφορούν τους ίδιους τους αξιακούς πυρήνες των δύο κομμάτων και σκιαγραφούν μια καθαρή κοινωνική και πολιτική αντίθεση που περιγράφεται από το δίπολο λαός – ελίτ.

Η χθεσινή τοποθέτηση του κ. Μητσοτάκη που θεώρησε εκφυλισμό της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης τον εθνικό διάλογο που διεξήχθη με πρωτοβουλία της κυβέρνησης ώστε να διαμορφωθούν οι ευρύτερες δυνατές συναινέσεις και να αποτυπωθούν αυθεντικά τα λαϊκά αιτήματα είναι χαρακτηριστική.

Για τον κ. Μητσοτάκη οι πολίτες δεν έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης καθώς δεν κατέχουν τη μυστική γνώση που κατέχει ο ίδιος και οι συνεργάτες του.

Πρόκειται εδώ για μια αριστοκρατική αντίληψη για την πολιτική που επιβεβαιώνει ότι ο κος Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται την πολιτική εξουσία ως πατρογονικό δικαίωμα του ίδιου και των ομοίων του και όχι ως πηγάζουσα από τον λαό. Ο λαός χρωστάει στον κο Μητσοτάκη δεν χρωστάει ο κος Μητσοτάκης στον λαό.

Αυτό προέκυψε εξάλλου και από την άρνηση του να στηρίξει τις προτάσεις της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για το λαϊκό δημοψήφισμα και τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία. Ο λαός είναι καλός και σοφός για τον κο Μητσοτάκη εξάλλου όσο επιλέγει όσα ο κος Μητσοτάκης θεωρεί επωφελή και αναγκαία αλλά δεν είναι ανάγκη και να το διακινδυνεύουμε.

Η ίδια αριστοκρατική αντίληψη αναδύεται σε όλες τις τοποθετήσεις του κου Μητσοτάκη επί των υπολοίπων προτάσεων της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Σας θυμίζω ότι η Ν.Δ. αρνήθηκε να στηρίξει προτάσεις, που αντλώντας διδάγματα από την κρίση και απηχώντας λαϊκά αιτήματα, σκοπεύουν στην ενίσχυση της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού, αποκαθιστούν τη σχέση εμπιστοσύνης των πολιτών με την πολιτική, ενισχύουν την προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων και των δημόσιων αγαθών.

Αρνήθηκαν έτσι να στηρίξουν την πρόταση που θέλει ο Πρωθυπουργός να είναι υποχρεωτικά εκλεγμένος βουλευτής. Προφανώς η επιλογή του λαού δεν είναι τόσο σημαντική στο αξιακό σύμπαν του κυρίου Μητσοτάκη όσο για παράδειγμα η προέλευση από την κλειστή κάστα των τεχνοκρατών. Εκείνων δηλαδή που γνωρίζουν όσα δεν γνωρίζει η αδαής πλειοψηφία σύμφωνα με την προσφιλή του έκφραση. Δεν θέλει εξάλλου πιθανόν ο κος Μητσοτάκης  να αποκλείσει την πιθανότητα να ξανασυμβούν στη χώρα όσα έγιναν το 2011 όταν τα τότε κόμματα εξουσίας παρέδωσαν τα κλειδιά της χώρας σε έναν μη εκλεγμένο Πρωθυπουργό που είχε την εμπιστοσύνη της εξουσίας αλλά όχι βέβαια την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.

Επίσης από τη ΝΔ αρνήθηκαν να στηρίξουν την πρόταση για τις θητείες των βουλευτών που στην πραγματικότητα διαμορφώνει όρους για την καταπολέμηση του πελατειακού κράτους και της οικογενειοκρατίας. Και η άρνησή τους αυτή επιβεβαιώνει όσα λέμε από την αρχή της κρίσης. Ότι σημασία για αυτούς δεν έχει η εκπροσώπηση κοινωνικών συμφερόντων στο πολιτικό πεδίο και στο κοινοβούλιο, αλλά η αναπαραγωγή της εξουσίας των πολιτικών οικογενειών της ελίτ και όσων συμμερίζονται τους αντικοινωνικούς τους στόχους.

Αρνήθηκαν φυσικά να στηρίξουν και όλες τις προτάσεις για την ενίσχυση της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων με το σκόπιμα ψευδές επιχείρημα ότι αποτελούν δήθεν ευχολόγια.

Για τον κο Μητσοτάκη είναι ευχολόγιο η συνταγματική κατοχύρωση της υποχρέωσης του κράτους να εγγυάται την καθολική πρόσβαση όλων των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας. Ξέρει βεβαίως πολύ καλά ότι μια τέτοια ρύθμιση έχει άμεσες κανονιστικές συνέπειες. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν βολεύουν τον κο Μητσοτάκη που επιδιώκει να καταργήσει τη νομοθετική ρύθμιση στην οποία προχώρησε η σημερινή κυβέρνηση εξασφαλίζοντας την δωρεάν πρόσβαση στο ΕΣΥ σε 2,5 εκατομμύρια ανασφάλιστους συμπολίτες μας.

Για τον κο Μητσοτάκη είναι επίσης ευχολόγιο η ενίσχυση της συνταγματικής προστασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν για τον ίδιο μια ιδεοληπτική εμμονή της αριστεράς. Το έχει δηλώσει. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για το οχτάωρο που κατά επίσης δήλωσή του είναι και αυτό ξεπερασμένο. Ό,τι δηλαδή ικανοποιεί τα συμφέροντα των εργοδοτών είναι φρέσκο και γεμάτο ζωντάνια. Ό,τι προστατεύει τους εργαζόμενους δεν είναι παρά αγκύλωση στο παρελθόν. Ξέρετε όμως αυτές είναι οι κοινοτοπίες των ακραίων φιλελεύθερων τα τελευταία 250 χρόνια. Τίποτα νέο και φρέσκο εδώ παρά μόνο το παραδοσιακό μίσος της νεοφιλελεύθερης  ελίτ για τους εργαζόμενους και τα δικαιώματά τους.

Για τον κο Μητσοτάκη είναι ευχολόγιο η συνταγματική κατοχύρωση του δημόσιου ελέγχου στα κοινωνικά αγαθά του νερού και του ηλεκτρικού ρεύματος ώστε τα δίκτυα διανομής τους να υπόκεινται σε καθεστώς δημόσιας υπηρεσίας. Ευχολόγιο δεν ξέρω αν είναι αλλά σίγουρα είναι μια διάταξη που θα εμποδίσει τους ομοίους του κου Μητσοτάκη να παραδώσουν το σύνολο των κοινωνικών υποδομών της χώρας στους φίλους τους.

Όλα αυτά είναι βεβαίως ευχολόγια και εμμονές της Αριστεράς κατά τον κο Μητσοτάκη.  Αναγκαίες μεταρρυθμίσεις είναι άλλες. Η τροποποίηση του άρθρου 24 με στόχο να αλλάξει ο ορισμός του δάσους και να δημιουργηθούν όροι πλήρους αποψίλωσης για να ικανοποιηθούν ειδικά οικονομικά συμφέροντα.

Αλλά και η τροποποίηση του άρθρου 16 όπου η υποκρισία της Ν.Δ. στο ζήτημα αυτό φτάνει στην κυριολεξία στο απόγειο της. Δήθεν ενδιαφέρεται για τους Έλληνες φοιτητές και τις Ελληνίδες φοιτήτριες που σπουδάζουν στο εξωτερικό και γι’ αυτό επιδιώκει τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Την ίδια στιγμή όμως αρνείται να υποστηρίξει τις προτάσεις της κυβέρνησης για την ενίσχυση του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου και την αύξηση των εισακτέων φοιτητών. Κάποιος κακοπροαίρετος  εδώ θα έλεγε ότι ίσως οι προθέσεις του δεν είναι τόσο αγαθές και η επιδίωξη του είναι να δημιουργήσει πελατεία για τα ιδιωτικά κολλέγια – παραρτήματα του εξωτερικού.

Κυρίες και Κύριοι,

Χθες κατά τη διάρκεια της συζήτησης αποκαλύφθηκε όμως και το βαθιά αντιθεσμικό πρόσωπο και παιχνίδι της ΝΔ με τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αποκαλύφθηκε όμως και πόσο ανόητο είναι το νέο αγαπημένο αφήγημα του κου Μητσοτάκη για δήθεν στρατηγική δεξιάς παρένθεσης από τη μεριά της σημερινής κυβέρνησης.

Οι παλινωδίες της Νέας Δημοκρατίας σε σχέση με το άρθρο 32 εξηγήθηκαν χθες με αδιαμφισβήτητο τρόπο.

Ο ομολογημένος πλέον στόχος της Ν.Δ. είναι να δημιουργήσει όρους για διορισμό του Προέδρου της Δημοκρατίας από μια απλή κοινοβουλευτική πλειοψηφία καταστρατηγώντας έτσι το ίδιο το πνεύμα του Συντάγματος που επιτάσσει την επιδίωξη των ευρύτερων δυνατών συναινέσεων όταν πρόκειται για την εκλογή του ΠτΔ που αποτελεί και τον ρυθμιστή του πολιτεύματος.

Η βούληση της Ν.Δ., έγινε αυτό ξεκάθαρο χθες,  είναι να μην προτείνει τον νυν Πρόεδρο κο Προκόπη Παυλόπουλο για την προεδρική εκλογή του 2020.

Προφανώς έχει τάξει τη θέση σε πρόσωπο του πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστικού μπλοκ ή σε κάποιον ευνοούμενο του παλιού καθεστώτος.

Και εδώ πρόκειται για πρωτοφανή συναλλαγή στα χρονικά της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας.

Μόνο που ο κος Μητσοτάκης λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο. Γιατί ο λαός θα ρίξει στα αζήτητα τα σχέδια του όπως στα αζήτητα έριξε και το σχέδιο της αριστερής παρένθεσης πριν από λίγα χρόνια.

Το θέμα όμως με τη Ν.Δ. είναι ότι αντί να ασχολείται με τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας συνεχίζει τα σχέδια επί χάρτου για την παλινόρθωση του παλιού καθεστώτος.

Η πρακτική αυτή των συναλλαγών, συνήθης για την κάστα του παλιού πολιτικού προσωπικού, επιβεβαιώνει ότι η Ν.Δ. δεν πήρε κανένα μάθημα από την κρίση. Συνεχίζει να λειτουργεί ως κάστα που μοιράζει φανταστικές θέσεις εξουσίας ερήμην του κυρίαρχου λαού. Μόνο που πλέον ο λαός δεν είναι απών.

Όπως συνήθης είναι και μια άλλη πτυχή αυτής της αγαπημένης πρακτικής των συναλλαγών που μόλις χθες επιβεβαίωσε και ο κ. Τσουκάτος στην απολογία του στη δίκη της Siemens.

Διότι ο κος Τσουκάτος αποκάλυψε κάτι που όλοι γνωρίζουν, αλλά ουδείς ομολογούσε. 16 δισ. δραχμές, δηλαδή σχεδόν 47 εκατ. ευρώ, μπήκαν από τα μαύρα ταμεία της Siemens και άλλων εταιρειών στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ μόνο για τις εκλογές του 2000.

Παρά τις αποκαλύψεις αυτές, η κα Γεννηματά από χθες όχι μόνο δεν έχει πει κουβέντα, αλλά δεν έχει την παρρησία να ζητήσει έστω μία συγγνώμη από τον ελληνικό λαό για το πάρτι διαφθοράς που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία και το πολιτικό σύστημα στην πλήρη  απαξίωση.

Αντίστοιχη αφωνία φυσικά για τα πεπραγμένα του ΠΑΣΟΚ επιδεικνύει και ο κ. Μητσοτάκης, ο οποίος ακόμη δεν έχει εξηγήσει ποια ακριβώς διαφάνεια και εξυγίανση τολμάει να επικαλείται για τα οικονομικά της Ν.Δ., όταν ένας επιχειρηματίας και μεγαλοεκδότης πληρώνει τα ενοίκια των γραφείων της.

Τα δώρα, οι μίζες και οι υπόγειες χρηματοδοτήσεις των κομμάτων του παλιού πολιτικού συστήματος φυσικά προστίθενται στα δυσθεώρητα χρέη τους από τα θαλασσοδάνεια, άνω των 400 εκατ. ευρώ, τα οποία ακόμη κανείς τους δεν έχει εξηγήσει πώς και πότε θα ξεπληρωθούν

Αυτές οι πρακτικές του παλιού πολιτικού συστήματος είναι αρκετές για να εξηγήσουν τη δυσθυμία τους στην αρχή της Συνταγματικής Αναθεώρησης, όταν με υπεκφυγές, παιχνίδια και προφάσεις, μεθόδευαν την υπονόμευση της διαδικασίας με προφανή στόχο να μην αλλάξει το κατάπτυστο άρθρο 86 του Συντάγματος για την ευθύνη των υπουργών.

Παρακαλώ για τις ερωτήσεις σας

ΖΟΡΜΠΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, σας προβληματίζει καθόλου η διαφωνία του κ. Κοντονή, ο οποίος είναι τέως υπουργός Δικαιοσύνης, σχετικά με τη δική σας ανάγνωση, για το πώς θα πρέπει να είναι το περιεχόμενο των αναθεωρητέων άρθρων και εν προκειμένω σε αυτό που αφορά στην προεδρική εκλογή;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε, εδώ πρόκειται για μία και νομική θεωρητική συζήτηση, αλλά και μία συζήτηση η οποία έχει και πολιτικό περιεχόμενο και φυσικά πολιτικές απολήξεις. Είναι γνωστό ότι στη νομική θεωρία υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, αυτό έχει προκύψει κατά τη διάρκεια της συζήτησης, σε σχέση με το εάν και κατά πόσο -αν θέλετε- η προτείνουσα Βουλή μπορεί να δεσμεύσει ως προς την κατεύθυνσή της την αναθεωρητική Βουλή, η οποία προκύπτει μετά από εκλογές. Εγώ αυτό το οποίο μπορώ να σας πω, είναι ότι η θέση η οποία έχει προβληθεί και μέσω δικαστικών αποφάσεων από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο της χώρας, είναι ότι πράγματι η προτείνουσα Βουλή –και αυτό το έχει πει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο σε απόφαση, η οποία σχετίζεται με μία εκλογική διαφορά- το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, λοιπόν, έχει πει ότι η προτείνουσα Βουλή κανονικά δεσμεύει ως προς την κατεύθυνση την αναθεωρητική Βουλή. 

Από εκεί και πέρα, θεωρητικές νομικές απόψεις μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα στον δημόσιο διάλογο. Ωστόσο, νομίζω ότι η πολιτική ουσία είναι διαφορετική και δεν πρέπει να εστιάζουμε σε ακριβώς αυτή την πολύπλοκη νομική συζήτηση. Ποια είναι η πολιτική ουσία του πράγματος; Η πολιτική ουσία του πράγματος είναι η εξής: Το Σύνταγμα αποτελεί τον καταστατικό χάρτη της χώρας. Εκεί που διαμορφώνονται ευρύτερες συναινέσεις για τον καταστατικό χάρτη, ο οποίος τι ορίζει; Κυρία Ζορμπά, ο καταστατικός χάρτης της χώρας ορίζει τους κανόνες, με βάση τους οποίους πρέπει να παίζεται το πολιτικό παιχνίδι, πρώτον. Ενώ, επίσης, κατοχυρώνει θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά και θεμελιώδεις υποχρεώσεις του κράτους, έναντι των πολιτών. Άρα, λοιπόν, για να αλλάξει ο καταστατικός χάρτης, αυτό το οποίο απαιτεί το συνταγματικό πνεύμα, είναι μια ευρύτερη διακομματική, αλλά και διαχρονική συναίνεση. Επομένως, το ζήτημα εδώ είναι ότι για να αλλάξει κανείς τους κανόνες του παιχνιδιού, δεν μπορεί να στηρίζεται σε συγκυριακές, αν θέλετε, συμφωνίες ή διαφωνίες ή στα παιχνίδια πόκερ, τα οποία εισηγείται η αξιωματική αντιπολίτευση ως θεσμικότατο δήθεν τρόπο για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Διότι η ΝΔ τι μας είπε; Ας ψηφίσουμε όλοι αυτά στα οποία συμφωνούμε ή διαφωνούμε και στη συνέχεια η επόμενη Βουλή, με απλή πλειοψηφία, θα καθορίσει το περιεχόμενο του νέου καταστατικού χάρτη. Αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το συνταγματικό πνεύμα, που, όπως σας έλεγα προηγουμένως, επιδιώκει ευρύτερες διακομματικές, αλλά και διαχρονικές συναινέσεις για την αλλαγή του. 

Νομίζω λοιπόν ότι, ακριβώς για αυτό τον λόγο εξάλλου, το Σύνταγμα προβλέπει ότι οι 180 ψήφοι μπορούν να δίδονται είτε στην προτείνουσα Βουλή, όταν υπάρχει σαφής και καταγεγραμμένη διακομματική συναίνεση, η οποία προδιαγράφεται μακροπρόθεσμη. Ενώ από την άλλη μεριά, όταν δεν υφίσταται αυτού του τύπου η μακροπρόθεσμη διακομματική συναίνεση, τότε δίδεται η δυνατότητα στην αναθεωρητική πια Βουλή να αποφασίσει για το περιεχόμενο με αυξημένη πλειοψηφία. Όλα τα υπόλοιπα είναι παιχνίδια, τα οποία επιθυμεί να παίξει ο κ. Μητσοτάκης με την φαντασιωτική σκέψη ότι θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Αυτό, ούτως ή άλλως, δεν πρόκειται να γίνει. Και η επόμενη Βουλή, με ευρύτερες πλειοψηφίες, θα καθορίσει το νέο περιεχόμενο του Συντάγματος, δηλαδή του καταστατικού θεμελιώδους χάρτη της χώρας. 

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Υπουργέ, χθες ο Πρωθυπουργός συνέδεσε άμεσα τη ΝΔ με το ΚΙΝΑΛ στο θέμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Τώρα μόλις εσείς κάνατε επίθεση και στη ΝΔ εντάξει, αλλά και στο ΚΙΝΑΛ, για το θέμα του Προέδρου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι μπορεί να υπάρχει συμφωνία για δύο στελέχη του ΚΙΝΑΛ ή για τον κ. Σημίτη -δική μου ερμηνεία- ή για τον κ. Βενιζέλο. Να συμπεριλάβω και κάτι άλλο, ότι κάνετε επίθεση στην κ. Γεννηματά και για το θέμα Τσουκάτου. Λοιπόν, μέσα από όλα αυτά που είπατε, πώς μπορεί να προχωρήσει μια συνεργασία με την κεντροαριστερά;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να ξεκινήσω από το τελευταίο. Κατ’ αρχάς, η κ. Γεννηματά και το ΚΙΝΑΛ δεν εκφράζει σε καμία περίπτωση αυθεντικά αυτό το οποίο θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει προοδευτικό ή κεντροαριστερό χώρο. Η κ. Γεννηματά με τις επιλογές της, το τελευταίο διάστημα και ιδιαίτερα με τη στάση της στη Συμφωνία των Πρεσπών, θα μπορούσε κανείς να πει ότι άλλαξε πολιτικό στρατόπεδο. Πράγμα το οποίο, βέβαια, νομίζω ότι είχε προδιαγραφεί ήδη μετά το πρώτο μνημόνιο, αλλά και μετά τη συνεργασία ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, από το 2011 και την κυβέρνηση Παπαδήμου, η οποία στη συνέχεια αναβαθμίστηκε σε συγκυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2012. Αυτή τη στιγμή έχουμε πλέον μία πολιτική και στρατηγική ταύτιση της ΝΔ με το ΚΙΝΑΛ και όχι μία απλώς στρατηγική σύμπλευση, όπως συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες, όταν η σοσιαλδημοκρατία, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, ευθυγραμμιζόταν με τις βασικές επιλογές και τις βασικές επιταγές του νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Έχουμε, λοιπόν, ένα πέρασμα σε ένα διαφορετικό, σε ένα παραπάνω επίπεδο, αν θέλετε, από τη μεριά της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ και νομίζω ότι αυτό έχει εκφραστεί το τελευταίο διάστημα και με τις δημόσιες διαφοροποιήσεις, τις αποχωρήσεις στελεχών, που πλέον ασκούν ευθεία και σφοδρή κριτική στην ηγεσία του ΚΙΝΑΛ για τις πολιτικές του επιλογές. 

Τώρα, σε ό,τι αφορά το δεύτερο ζήτημα, εγώ, φυσικά, δεν αναφέρθηκα σε ονόματα. Νομίζω ότι από τη στάση των πολιτικών κομμάτων, από τη σύμπλευσή τους σε ό,τι αφορά το άρθρο 32 για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, προκύπτει ότι υπάρχει εδώ μία πολιτική συναλλαγή, η οποία στηρίζεται στο φαντασιωτικό σενάριο ότι ο κ. Μητσοτάκης θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές και στη συνέχεια η νέα κυβερνητική πλειοψηφία, που υποτίθεται ότι θα συγκροτήσει ο κ. Μητσοτάκης μαζί με την κ. Γεννηματά, θα αλλάξουν το Σύνταγμα με 151 ψήφους και στη συνέχεια θα διορίσουν και Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κάποιον άλλον φυσικά, που δεν θα είναι ο κ. Παυλόπουλος. 

Γι’ αυτό είδατε χθες και την απροθυμία του κ. Μητσοτάκη να ομολογήσει ότι ο κ. Παυλόπουλος έχει ασκήσει με αίσθηση καθήκοντος, με ευπρέπεια και με απόλυτη αφοσίωση στο εθνικό συμφέρον και στην αρμοδιότητα την οποία έχει, αυτή την κορυφαία αρμοδιότητα του ρυθμιστή του Πολιτεύματος, τα καθήκοντά του. 

Νομίζω, λοιπόν, ότι χθες αποκαλύφθηκε αυτό το σχέδιο. Είναι σχεδόν πλέον ομολογημένο από τη μεριά του κ. Μητσοτάκη, ότι ο στόχος του είναι, ακριβώς, να διορίσει Πρόεδρο της Δημοκρατίας ένα πρόσωπο, το οποίο θα προέρχεται είτε από τον χώρο του πάλαι ποτέ εκσυγχρονισμού είτε θα αποτελεί κάποιον ευνοούμενό του τεχνοκράτη και προφανώς αυτό θα γίνει σε συνεννόηση με την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ. 

Όλα αυτά, βεβαίως, όπως είπα και στην εισαγωγική μου τοποθέτηση, είναι σχέδια επί χάρτου, τα οποία κάνει ο κ. Μητσοτάκης. Μου θυμίζουν τα σχέδια επί χάρτου του κ. Σαμαρά για την «αριστερή παρένθεση», διότι πάντοτε η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης ξεχνούν να συνυπολογίσουν μια κορυφαία, μια κεντρική μεταβλητή στα σχέδιά τους αυτά και αυτή δεν είναι άλλη από τη βούληση του κυρίαρχου λαού.

ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, είπατε και τώρα για το φαντασιωτικό σενάριο να είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επόμενος Πρωθυπουργός, η  ΝΔ κυβέρνηση. Από την άλλη, όμως, σας κατηγορούν για ηττοπάθεια. Με την έννοια ότι αρνείστε να αναθεωρηθούν άρθρα, όπως το 24 που αναφέρατε, ή το 16 του Συντάγματος, τουλάχιστον όσον αφορά το κομμάτι της θρησκευτικής συνείδησης ότι το κράτος επεμβαίνει στην θρησκευτική συνείδηση ή στη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης των πολιτών. Σας κατηγορούν, δηλαδή, ότι θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν αυτά τα άρθρα, αλλά φοβάστε να τα βάλετε στην αναθεώρηση, γιατί στην επόμενη Βουλή δεν θα είστε εσείς κυβερνητική πλειοψηφία, οπότε οι αλλαγές που θα γίνουν δεν θα είναι προς τη δική σας κατεύθυνση.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας απαντήσω το εξής: Κατ΄ αρχάς, εμείς για το άρθρο 24 δεν ισχυριζόμαστε ότι απαιτεί το ίδιο μια οποιαδήποτε αναθεώρηση. Αντιθέτως, νομίζουμε ότι κατοχυρώνει με ασφαλή τρόπο την προστασία του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα του δασικού περιβάλλοντος. Εδώ, όπως και στο άρθρο 16, υπάρχει μια, αν θέλετε, σκληρή πολιτική αντιπαράθεση. Μόνο και μόνο η επιλογή να τεθούν αυτά τα άρθρα ως άρθρα που μπορούν να υποστούν αναθεώρηση, θα αποτελούσε μια πολιτική ήττα ή μια πολιτική υποχώρηση, αν θέλετε, στις βασικές μας πολιτικές επιδιώξεις και στις βασικές μας στρατηγικές επιλογές. Η στρατηγική μας επιλογή είναι η προστασία του περιβάλλοντος, πρώτον. Και δεύτερον, η μη αναθεώρηση του άρθρου 16, καθώς αυτό προστατεύει τη δημόσια εκπαίδευση στη χώρα μας. 

Επομένως, νομίζω ότι το πρόβλημα σε ό,τι αφορά και το άρθρο 24 και το άρθρο 16, δεν αφορά τις λεπτομέρειες, αν θέλετε, και τις επιμέρους ρυθμίσεις τους, αλλά τα κεντρικά ζητήματα, τα οποία κατοχυρώνονται και προστατεύονται μέσω αυτών των δύο άρθρων. Επομένως, δεν υπάρχει καμία ηττοπάθεια από τη δική μας μεριά. Ούτως ή άλλως, η θέση του ΣΥΡΙΖΑ, από την ίδρυσή του κατ΄ αρχάς, αλλά και την περίοδο του 2006-2007, ήταν μια σθεναρή υπεράσπιση του καθεστώτος της δημόσιας εκπαίδευσης στη χώρα μας και κάτι τέτοιο δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξει στο μέλλον.

Σας είπα και προηγουμένως, ότι αυτό το οποίο επιδιώκει η ΝΔ με το να θέτει το άρθρο 16 ως υποκείμενο στη διαδικασία της αναθεώρησης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά να δημιουργήσει τους όρους για την εξεύρεση πελατείας από κολλέγια και παραρτήματα κολλεγίων του εξωτερικού και φυσικά δεν είναι να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των Ελλήνων φοιτητών ή φοιτητριών, που αυτή τη στιγμή σπουδάζουν στο εξωτερικό. Θα μπορούσε να το κάνει πάρα πολύ εύκολα, αποδεχόμενη, για παράδειγμα, τις προτάσεις της κυβέρνησης για την αύξηση του αριθμού των εισακτέων σε πανεπιστημιακές σχολές, να συμφωνήσει σε ένα ευρύτερο σχέδιο ανάπτυξης και αναβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης στη χώρα μας, πράγμα το οποίο δεν θέλει και δεν πρόκειται να κάνει. Εξάλλου, σας θυμίζω ότι από τη δική τους μεριά, από τη μεριά της ΝΔ, αλλά και του ΚΙΝΑΛ, ήταν σαφής και εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεδομένη μια προσπάθεια απαξίωσης της ελληνικής δημόσιας εκπαίδευσης, η οποία είναι και λανθασμένη και ψευδής και άδικη, καθώς, όπως ξέρετε, μεγάλα ελληνικά πανεπιστήμια αυτή τη στιγμή φιγουράρουν στις λίστες των καλύτερων πανεπιστημίων του κόσμου.

ΑΝΤΖΟΛΕΤΟΣ: Επανέρχομαι λίγο σε αυτό που είπατε πριν, σε σχέση με τη συνεννόηση ΝΔ-ΚΙΝΑΛ για κάποιο πρόσωπο από το παλαιό πολιτικό σύστημα. Σήμερα, η κυρία Σπυράκη από τη ΝΔ είπε ότι δεν υπάρχει θέμα, ούτε ο κ. Βενιζέλος, ούτε ο κ. Σημίτης να είναι υποψήφιοι Πρόεδροι της Δημοκρατίας.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ, λοιπόν, καλώ την κυρία Σπυράκη, αφού δεν υπάρχει κανένα θέμα και, όπως σας είπα και προηγουμένως, εγώ δεν ενέπλεξα ονόματα στη συζήτηση, έκανα μια γενική πολιτική εκτίμηση, η οποία νομίζω ότι είναι απολύτως ασφαλής με βάση τα δεδομένα της χθεσινής συζήτησης, καλώ, λοιπόν, την κυρία Σπυράκη, αλλά και τον κ. Μητσοτάκη να δηλώσουν ότι θα υποστηρίξουν τον νυν Πρόεδρο Προκόπη Παυλόπουλο για την προεδρική εκλογή του 2020. Άρα, λοιπόν, τα σενάρια αυτά θα τελειώσουν άπαξ δια παντός, αν η ΝΔ επιλέξει να κάνει αυτή την επιλογή, η οποία συμβαδίζει και με τη θεσμική συνέπεια και τη θεσμική σοβαρότητα που πρέπει να έχει η αξιωματική αντιπολίτευση.

ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ: Ήθελα να επανέλθω στο θέμα Τσουκάτου, γιατί άλλο να υπάρχει μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, άλλο να υποψιαζόμαστε, άλλο να φημολογούνται πράγματα. Όμως, έχω την αίσθηση ότι σοκαρίστηκαν αρκετοί από την ομολογία των 16 δισ. δραχμών από επιχειρηματίες προς το κόμμα του κυρίου Σημίτη. Η κυβέρνηση σκέφτεται να πάρει κάποια πρωτοβουλία, γιατί, εντάξει, έχουμε ξαναδεί κάποιες επιτροπές στη Βουλή για τη χρηματοδότηση των κομμάτων. Υπάρχει στην πρόθεση της κυβέρνησης, υπό το φως αυτών των νέων στοιχείων, να πάρει κάποια πρωτοβουλία;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κατ΄ αρχάς, να σας πω το εξής, κύριε Στρατάκη: Η κυβέρνηση έχει νομοθετήσει για να κατοχυρώσει τη διαφάνεια στα οικονομικά των κομμάτων και έχει ψηφίσει έναν νόμο, ο οποίος προσδιορίζει με πάρα πολύ μεγάλη σαφήνεια τους κανόνες διαφάνειας, οι οποίοι πρέπει να ακολουθούνται σε τέτοιες περιπτώσεις. Το ζήτημα εδώ, όμως, δεν έχει να κάνει με την ύπαρξη κανόνων. Κανόνες υπήρχαν και στο παρελθόν. Το θέμα είναι ότι ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτικού προσωπικού του παρελθόντος, αλλά και του σημερινού, αν θέλετε, συστήματος εξουσίας γύρω από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, είναι πάρα πολύ πρόθυμοι και πάρα πολύ επιρρεπείς στην παραβίαση των κανόνων. Άρα, εδώ δεν έχουμε απλώς και μόνο ένα πολιτικό θέμα, το οποίο, βεβαίως, εμείς πρέπει να το αντιμετωπίσουμε από τη σκοπιά την κυβερνητική, από τη σκοπιά την κοινοβουλευτική, από τη σκοπιά τη νομοθετική. Δεν έχουμε, όμως, βασικό θέμα τη μη ύπαρξη κανόνων. Έχουμε θέμα την παραβίαση των κανόνων, οι οποίοι υφίστανται και νομίζω ότι εκεί τα θέματα δεν αφορούν πλέον ούτε την εκτελεστική, ούτε τη νομοθετική εξουσία, αλλά αφορούν καθαρά και απολύτως τη δικαστική εξουσία, η οποία είμαι βέβαιος ότι θα προχωρήσει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, εφόσον εκκινήσουν διαδικασίες διερεύνησης. 

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Για την ίδια συνέντευξη της κυρίας Σπυράκη, που απέκλεισε το ενδεχόμενο για την υποψηφιότητα του κ. Βενιζέλου ή του κ. Σημίτη. Είπε η κυρία Σπυράκη ότι ο δικός σας στόχος είναι μετά τις εκλογές, με την αυξημένη πλειοψηφία, να μην καταφέρετε να βρείτε αυτή την αυξημένη πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή, ούτως ώστε να προκληθούν εκ νέου εκλογές στο όνομα του Προέδρου της Δημοκρατίας, το 2020. Τι απαντάτε σε αυτό;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Πρωθυπουργός, χθες, νομίζω ότι ήταν σαφέστατος. Από τη δική μας μεριά δεν πρόκειται να παίξουμε κανένα παιχνίδι παρένθεσης. Ωστόσο, αν η κυρία Σπυράκη θέλει να είναι απολύτως βέβαιη, θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηρίξει την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και να προτείνει από τη μεριά της ΝΔ τον κύριο Παυλόπουλο για την προεδρική εκλογή το 2020. Τότε, τελειώνουν αμέσως και χωρίς δεύτερη κουβέντα όλα τα σενάρια, τα ανόητα αυτά σενάρια, τα οποία διακινεί η ΝΔ, εδώ και περίπου ένα μήνα, περί δήθεν στρατηγικής δεξιάς παρένθεσης. Εμείς δεν πρόκειται να παίξουμε τέτοια πολιτικά παιχνίδια. Αυτά τα πολιτικά παιχνίδια ταιριάζουν σε πολιτικούς του φυράματος του κυρίου Σαμαρά. Δεν ταιριάζουν στην Αριστερά. Δεν ταιριάζουν στον ΣΥΡΙΖΑ. Και να είναι σίγουρος ο κ. Μητσοτάκης, αλλά και ο ελληνικός λαός ότι σε αυτές τις εκλογές θα κριθεί η επόμενη κυβέρνηση, θα επιλεγεί η επόμενη κυβέρνηση από τον ελληνικό λαό στη βάση των διαχωριστικών γραμμών, που ήδη έχουν μπει. Δηλαδή, από τη μια μεριά, μια πολιτική δύναμη, όπως η ΝΔ,  η οποία έχει ως κεντρικό πολιτικό στόχο τη συντριβή της εργασίας και την –αν θέλετε- εφαρμογή μιας σκληρότατης και επιθετικής πολιτικής λιτότητας, η οποία, όχι απλώς θα προσομοιάζει, αλλά θα είναι απολύτως ίδια με την πολιτική που ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια ιδιαίτερα των δύο πρώτων μνημονίων. Από την άλλη μεριά, μια πολιτική δίκαιης ανάπτυξης, με επίκεντρο την εργασία και με βασικό στόχο την ανασυγκρότηση ή –αν θέλετε- την για πρώτη φορά συγκρότηση ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους και ενός νέου παραγωγικού μοντέλου. Αυτά είναι τα δύο πολιτικά σχέδια που θα συγκρουστούν στις εκλογές. Και από αυτή τη σύγκρουση θα προκύψει και η επόμενη κυβέρνηση.

ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, θέλω να επανέλθω στο θέμα του κ. Κοντονή. Όλα αυτά που μας είπατε, ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης δεν τα γνωρίζει; Και μιλώ και για το πολιτικό κομμάτι, πέρα από το νομικό που βάλατε. Και σε κάθε περίπτωση, δεν είναι εκτός γραμμής ο κ. Κοντονής;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σας είπα. Κοιτάξτε, στη συνταγματική αναθεώρηση, το είπε και χθες ο ίδιος ο Πρωθυπουργός στην τοποθέτησή του, δεν μπαίνουν ζητήματα κομματικών πειθαρχιών. Εδώ μιλάμε για ζητήματα ευρύτερου πολιτικού ενδιαφέροντος, τα οποία, αν θέλετε, εμπλέκουν τον ίδιο τον καταστατικό χάρτη της χώρας, πολύπλοκες νομικές ερμηνείες, αλλά και ευρύτερα πολιτικά ζητήματα. Νομίζω ότι ο κ. Κοντονής ως νομικός δικαιούται να έχει την άποψή του. Ωστόσο, η άποψη της πλειοψηφίας, αλλά και -σας είπα- της νομικής θεωρίας στην πλειοψηφία της, η κρατούσα άποψη, δηλαδή, στη νομική θεωρία, καθώς και οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις βαδίζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δηλαδή, εκείνη που θέλει την προτείνουσα Βουλή να δεσμεύει ως προς τη γενική κατεύθυνση την αναθεωρητική Βουλή, η οποία προκύπτει μετά τις εκλογές. Και σας εξήγησα προηγουμένως αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους νομίζω ότι κάτι τέτοιο ισχύει.

ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ: 120 δόσεις και κόκκινα δάνεια. Από την αντιπολίτευση ισχυρίζονται ότι προσπαθεί η κυβέρνηση να βρει πρόχειρες λύσεις και να κρύψει κάτω από το χαλί αυτά τα προβλήματα για να τα δώσει στην επόμενη κυβέρνηση. Εσείς τι απαντάτε σε αυτή την κριτική;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κατ΄ αρχάς, η επόμενη κυβέρνηση δεν θα διαφοροποιείται ιδιαιτέρως από τη σημερινή. Επομένως, το επιχείρημα είναι, ούτως ή άλλως, μάλλον άκυρο. Από εκεί και πέρα, εμείς έχουμε αποδείξει ότι σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, αλλά και την πολιτική για τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος, έχουμε επιδείξει τη μέγιστη υπευθυνότητα. Και γι’  αυτόν ακριβώς τον λόγο, ενώ παραλάβαμε άδεια ταμεία, μια δημοσιονομική κατάσταση, η οποία βρισκόταν απολύτως εκτός στόχων, καταφέραμε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και να εξυγιάνουμε τα δημόσια οικονομικά, αλλά και να σταθεροποιήσουμε το τραπεζικό σύστημα. Σε αυτή την ίδια κατεύθυνση συνεχίζουμε να βαδίζουμε. Σε ό,τι αφορά τις 120 δόσεις, όχι απλώς δεν εκτιμάμε ότι θα δημιουργήσει μια πιθανή τέτοια ρύθμιση δημοσιονομικό εκτροχιασμό, αλλά αντιθέτως έχει τη δυνατότητα να στηρίξει ακόμη πιο πολύ τα δημόσια οικονομικά. Ωστόσο, η πιθανότητα αυτή εξαρτάται από τις επεξεργασίες των αρμόδιων υπουργείων που θα κάνουν και τις σχετικές ανακοινώσεις, εφόσον αποφασιστούν συγκεκριμένα οι πρωτοβουλίες αυτές.

Και από εκεί και πέρα, έχουμε το ζήτημα της ρύθμισης, αν θέλετε, της προστασίας της πρώτης κατοικίας, με ένα διάδοχο σχήμα για τον νόμο Κατσέλη, όπου εκεί γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι επίσης η κυβέρνηση επιδεικνύει τη μέγιστη υπευθυνότητα με έναν διπλό στόχο: από τη μια μεριά να μην διακινδυνευτεί, αλλά αντιθέτως να εμπεδωθεί ακόμη περισσότερο η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και από την άλλη μεριά, βεβαίως, να επιτύχουμε τη μεγαλύτερη δυνατή προστασία της πρώτης λαϊκής κατοικίας.

ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ: Πάνω σε αυτό το θέμα: Έχουν καθυστερήσει σχετικά και άλλες δύο πρωτοβουλίες, οι οποίες δεν ξέρω αν συνδέονται στο πλαίσιο των κόκκινων δανείων, όπως είναι το στεγαστικό επίδομα και το επίδομα για δάνειο.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι σήμερα έχουν γίνει σχετικές ανακοινώσεις από το υπουργείο Εργασίας. Σε ό,τι αφορά το στεγαστικό επίδομα, αυτό θα εκκινήσει πάρα πολύ γρήγορα  με βάση τις υπουργικές αποφάσεις που θα εκδοθούν από το υπουργείο Εργασίας.

Σε ό,τι αφορά την επιδότηση του δανείου, αυτό αφορά τη συζήτηση που διεξάγεται μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης, των τραπεζών και των θεσμών και αγγίζει, αν θέλετε, τη συνολικότερη ρύθμιση του ζητήματος του διάδοχου σχήματος του νόμου Κατσέλη.

ΤΣΙΚΡΙΚΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, καταλαβαίνουμε ότι επειδή βρίσκεται μια συζήτηση σε εξέλιξη με τους τραπεζίτες δεν μπορείτε να μας δώσετε το περίγραμμα του πλαισίου συμφωνίας, το οποίο συζητάτε. Όμως, επειδή μας ακούει πολύς κόσμος και έχει ανησυχία, αφορά πάρα πολύ κόσμο αυτό το θέμα της προστασίας της πρώτης κατοικίας, μπορείτε να μας πείτε χονδρικά ποιοι δεν πρέπει να ανησυχούν; Πού μπορεί να είναι αυτό το όριο για την προστασία της πρώτης κατοικίας, αν αφορά στο υπόλοιπο του δανείου, ποια είναι τα κριτήρια; Ένα περίγραμμα.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μου ζητάτε να μην σας πω, αλλά ταυτόχρονα να σας πω. Νομίζω ότι αυτό είναι αντίφαση εν τοις όροις. Εν πάση περιπτώσει, εγώ αυτό το οποίο μπορώ να διαβεβαιώσω τους Έλληνες πολίτες, είναι ότι η κυβέρνηση επιδιώκει -και νομίζω ότι σε αυτό συμφωνούν όλοι οι εμπλεκόμενοι στη συζήτηση- την ευρύτερη δυνατή προστασία της πρώτης κατοικίας και αυτό προφανώς αφορά τις λαϊκές οικογένειες, τα λαϊκά νοικοκυριά, τα οποία δεν έχουν απολύτως κανέναν λόγο ανησυχίας όσο αυτή η κυβέρνηση συνεχίζει να βρίσκεται στην πολιτική εξουσία. Το μεγάλο πρόβλημα θα το αντιμετωπίσουν αν και εφόσον , ο μη γένοιτο, υπάρξει αλλαγή, αν θέλετε, πολιτική αλλαγή, όπου εκεί ο ολετήρας της νεοφιλελεύθερης ΝΔ δεν εκτιμώ ότι θα αφήσει και πολλά πράγματα όρθια.

ΡΙΣΤΟΦΣΚΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, θα σας πάω λίγο στη Συμφωνία των Πρεσπών. Αφού τέθηκε σε ισχύ, η Ελλάδα θα αλλάξει τις πινακίδες της, τις ταμπέλες που είναι στα βόρεια σύνορα, δηλαδή που λένε Σκόπια, ΠΓΔΜ και τα λοιπά; Και μια δεύτερη ερώτηση, είναι προγραμματισμένη κάποια συνάντηση του κ. Τσίπρα με τον κ. Ζάεφ στο Μόναχο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ό,τι αφορά τη συνάντηση, δεν υπάρχει κάποιο κλεισμένο ραντεβού, το οποίο θα μπορούσε να ανακοινωθεί. Δεν υπάρχει κάτι αυτή τη στιγμή. 

Τώρα, σε ό,τι αφορά τις πινακίδες για τις οποίες κάνετε λόγο, είναι σαφές και απολύτως δεδομένο ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει το γειτονικό κράτος πλέον με την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» και κάτι τέτοιο θα αντανακλάται σε κάθε επίσημη αναφορά του ελληνικού κράτους προς τη Βόρεια Μακεδονία, πράγμα το οποίο περιλαμβάνει προφανώς και τις πινακίδες.

ΘΕΟΔΩΡΑΚΑΚΟΣ: Κύριε εκπρόσωπε, επί των ρυθμίσεων των κόκκινων δανείων, αν μπορείτε να μας πείτε, το σχήμα που επεξεργάζεστε θα περιλαμβάνει και άλλα δάνεια πλην των στεγαστικών;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ αυτή τη στιγμή δεν πρόκειται να κάνω κανένα σχόλιο για μια συζήτηση, η οποία διεξάγεται, για μια συζήτηση, η οποία δεν έχει καταλήξει. Πάρα πολύ σύντομα θα προβούμε σε ανακοινώσεις. Αυτό στο οποίο θέλω να επιμείνω είναι ότι η επιδίωξη της κυβέρνησης –και σε αυτό συμφωνούμε και με την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών και με τις επιμέρους συστημικές τράπεζες- είναι από τη μία μεριά να εμπεδωθεί έτι περαιτέρω η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, να στηριχθεί η προσπάθεια των τραπεζών για την απομείωση των κόκκινων δανείων και την ίδια στιγμή να προστατευτεί η λαϊκή κατοικία. Αυτές είναι οι βασικές αρχές στη βάση των οποίων πορευόμαστε σε αυτές τις συζητήσεις και νομίζω ότι το τελικό σχέδιο θα τις αντανακλά με πάρα πολύ μεγάλη σαφήνεια.

ΑΝΤΖΟΛΕΤΟΣ: Θέλω να σας ρωτήσω για τον κ. Καμμένο, γιατί έδωσε χθες μια πολύ μεγάλη συνέντευξη στον ΣΚΑΪ και ανέφερε –το έχει ξαναπεί, βέβαια- για επαφές του κ. Τσίπρα με βουλευτές των ΑΝΕΛ για να εξασφαλίσει τους 151, ότι τους εξαγόρασε μια καρέκλα. Ένα σχόλιο γι’  αυτό. Και ένα σχόλιο σχετικά με το ότι ο κ. Τσίπρας γνώριζε και το Plan B για τα Σκόπια.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, ήταν απολύτως δεδομένες οι θέσεις του Πρωθυπουργού σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιλυθεί η διαφορά μας με τη Βόρεια Μακεδονία και ακριβώς με βάση αυτές τις θέσεις, αυτές τις αξίες και αυτή τη στρατηγική καταφέραμε να καταλήξουμε στην ιστορική Συμφωνία των Πρεσπών. Όλα τα υπόλοιπα είναι σενάρια, τα οποία δεν πρόκειται εγώ να σχολιάσω.

Τώρα, σε ό,τι αφορά τις υποτιθέμενες εξαγορές. Ξέρετε, τα πολιτικά πρόσωπα στα οποία αναφέρεται ο κ. Καμμένος, ήταν μέλη της κυβέρνησης. Πολλοί από αυτούς, εδώ και περίπου τέσσερα χρόνια, όπως η κυρία Κουντουρά, οι άλλοι για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και από διαφορετικές θέσεις υπηρέτησαν τους στόχους και τις επιδιώξεις και τη στρατηγική αυτής της κυβέρνησης για την έξοδο από το μνημόνιο, για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, για τη θωράκιση της ελληνικής Πολιτείας από φαινόμενα διαφθοράς, τη μάχη ενάντια στη διαπλοκή και με τον πιο καθαρό, με τον πιο ευσυνείδητο και με έναν τρόπο που υποδηλώνει και την αίσθηση του εθνικού τους καθήκοντος, διαφώνησαν με τον κ. Καμμένο και ιδιαίτερα με την επιλογή του να αποχωρήσει από την κυβέρνηση και να αποσύρει τη στήριξή του σε αυτή. Νομίζω ότι εδώ τα πράγματα είναι απολύτως πολιτικά και οποιαδήποτε παράκαμψη, αν θέλετε, δια σεναρίων εξαγοράς, είναι απολύτως άδικη και άνευ αντικειμένου. Ξέρετε, εξαγοράζεις ίσως κάποιον που δεν είναι ήδη στην κυβέρνηση, προσφέροντάς του έναν πολιτικό θώκο, αν και αυτά δεν είναι πρακτικές, τις οποίες συμμερίζεται η Αριστερά και ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε έχει προβεί ποτέ σε τέτοιου τύπου πολιτικές συναλλαγές. Αυτές είναι πρακτικές που χαρακτήριζαν το παλαιό πολιτικό σύστημα και μάλιστα κατά κόρον. Επομένως, νομίζω ότι κάθε τέτοια αναφορά δεν τιμά, αν θέλετε, την τετράχρονη συνεργασία που είχαμε με τον κύριο Καμμένο και η οποία κατέληξε και σε συγκεκριμένα και απτά αποτελέσματα με σαφή την κοινωνική τους ωφέλεια. 

ΖΟΡΜΠΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, επιμένει η κυβέρνηση στη ρητορική της εξάντλησης της τετραετίας; Και αναρωτιέμαι, αν επιμένει, τότε πού αποδίδει την καθημερινή σχεδόν παρέμβαση κορυφαίων κομματικών και κυβερνητικών στελεχών, που δείχνουν, ολοένα και περισσότεροι, προς τον Μάιο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση είναι προσηλωμένη στον στόχο να ολοκληρώσει την τετραετία. Από εκεί και πέρα, στη δημόσια συζήτηση, ανεξαρτήτως της γνώμης που μπορεί να έχω εγώ γι΄ αυτό, μπορούν να κατατίθενται διαφορετικές ερμηνείες, εκτιμήσεις, οπτικές. Ο στόχος της κυβέρνησης είναι η εξάντληση της τετραετίας.

ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ: Μιας και είμαστε στις εκλογές, υπάρχει σκέψη στην κυβέρνηση, επειδή υπάρχουν…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν είμαστε, όμως. Είπατε ότι είμαστε σε εκλογές. Θεματικά εννοείτε.

ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ: Σε ευρωεκλογές. Προ των ευρωεκλογών. Επειδή, λοιπόν, υπάρχουν αρκετά ρεπορτάζ, υπάρχουν πληροφορίες, υπάρχει μια φημολογία ότι μελετά η κυβέρνηση να αλλάξει τον νόμο, όσον αφορά την εκλογή των ευρωβουλευτών. Υπάρχει τέτοια πρόθεση; 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν υπάρχει καμία τέτοια πρόθεση. 

ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, είπατε όχι στη δεξιά παρένθεση. Στην περίπτωση που είναι πλειοψηφία η ΝΔ στην επόμενη Βουλή και προτείνει κάποιον άλλον πέρα από τον κύριο Παυλόπουλο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εσείς είστε ανοιχτοί να αποδεχτείτε μια άλλη πρόταση πέραν του κυρίου Παυλόπουλου; Και χθες ο Πρωθυπουργός είπε ότι είχε το δικαίωμα συνταγματικά το 2014 να ρίξει την κυβέρνηση, με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Ασπάζεται μήπως ο Πρωθυπουργός το δόγμα Βουλγαράκη για το ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η περίοδος του 2014-2015 ήταν μια απολύτως διαφορετική περίοδος από την σημερινή. Επρόκειτο για μία κυβέρνηση, η κυβέρνηση του κυρίου Σαμαρά-Βενιζέλου, η οποία δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ τίποτα. Είχε δεσμεύσει τη χώρα και με το PSI, αλλά και με πρωτογενή πλεονάσματα 4,5%, μέχρι το 2031. Υλοποιούσε μια καταστροφικότατη πολιτική. Υλοποιούσε μια πολιτική η οποία βύθιζε ολοένα και περισσότερο τη χώρα στην κρίση. Υπήρχε ένα λαϊκό, ένα κοινωνικό αίτημα πολιτικής ανατροπής και νομίζω ότι στο πλαίσιο αυτό έγινε μια ορθότατη επιλογή από εμάς τότε, ως δύναμη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να μην επιτρέψουμε στον κύριο Σαμαρά να συνεχίσει το καταστροφικό του έργο. Σήμερα βρισκόμαστε σε μια εντελώς άλλη φάση. Η χώρα έχει βγει από το μνημόνιο. Βρισκόμαστε σε μια πορεία, αν θέλετε, οικονομικής ανασυγκρότησης, σε μια περίοδο οικονομικής ανάκαμψης. Έχουμε τη δυνατότητα να καταθέτουμε για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια επεκτατικούς δημοσιονομικούς προϋπολογισμούς. Έχουμε τη δυνατότητα να αυξάνουμε τον κατώτατο μισθό. Έχουμε τη δυνατότητα να αποκαθιστούμε αδικίες του μνημονίου. Άρα, θεωρώ, ότι περνάμε σε μια περίοδο η οποία είναι, βεβαίως, δύσκολη. Δεν είναι στρωμένος ο δρόμος με ροδοπέταλα, αλλά την ίδια στιγμή η πολιτική συγκυρία, αλλά και η οικονομική συγκυρία είναι τελείως διαφορετική από την αντίστοιχη του 2015. Σε ό,τι αφορά τα σενάρια της δεξιάς παρένθεσης, σας είπα με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει περίπτωση να ακολουθήσουμε τις ανόητες στρατηγικές εμπνεύσεις του κυρίου Σαμαρά. Θα θέσουμε το δίλημμα των εκλογών με τον πιο καθαρό και κατηγορηματικό τρόπο. Θα ρωτήσουμε τον ελληνικό λαό αν προτιμά μια κυβέρνηση Τσίπρα, η οποία θα έχει στο επίκεντρο τις δυνάμεις της εργασίας, την ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους, την προστασία του περιβάλλοντος, την αποκατάσταση των αδικιών του μνημονίου ή μια κυβέρνηση Μητσοτάκη, ο οποίος θέλει να επαναφέρει τη χώρα σε ένα καθεστώς μνημονίων και πιθανότατα πίσω στην αγκαλιά του ΔΝΤ, όπως, εξάλλου, ο ίδιος ευθαρσώς έχει αφήσει να εννοηθεί. Αυτά θα κριθούν στις εκλογές και κανένα σενάριο δεξιάς παρένθεσης, ούτε μας απασχόλησε, ούτε μας απασχολεί. Από και πέρα, ξαναλέω, αν θέλει η ΝΔ να κλείσει μια και καλή αυτή η συζήτηση, την οποία η ίδια η ΝΔ πυροδοτεί -αυτό πρέπει να το τονίσουμε, δεν πυροδοτείται η συζήτηση από τη δική μας μεριά- τότε δεν έχει να κάνει τίποτα άλλο παρά να προτείνει ή να συμφωνήσει με την πρόταση του Πρωθυπουργού, ότι ο κύριος Παυλόπουλος θα πρέπει να είναι η επιλογή για την Προεδρική εκλογή το 2020. Και τότε, όλα  αυτά τα σενάρια τα οποία απεργάζεται, εν πάση περιπτώσει, η ΝΔ και δεν καταλαβαίνω και ακριβώς τον λόγο για τον οποίο τα απεργάζεται, ή μάλλον τον καταλαβαίνω. Διότι δεν θέλει να προτείνει τον κύριο Παυλόπουλο και θέλει να διορίσει Πρόεδρο της Δημοκρατίας με 151 βουλευτές. Αν λοιπόν η ΝΔ συμφωνήσει στην πρότασή μας, τότε όλα αυτά τα σενάρια αμέσως εξαφανίζονται από το τραπέζι της συζήτησης. 

ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, θα ήθελα να ρωτήσω σχετικά με τις συζητήσεις που συνεχίζονται με την Εκκλησία και βλέπουμε να υπάρχει μια δυστοκία, παρά τη σοβαρή υποχώρηση, που θα μπορούσε να πει κάποιος, της κυβέρνησης από αρχικές θέσεις.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ποια είναι αυτή η υποχώρηση, κύριε Πετρόπουλε;

ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν ξέρω. Καταγράφεται από πολλούς. Και καταγράφεται κυρίως στο θέμα, ας πούμε, με τις 10.000 θέσεις που θα άδειαζαν από τον δημόσιο τομέα. Όπως το θέμα του διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας, που θα προχωρούσε με πιο γοργά βήματα και θα ήταν πιο αποσαφηνισμένο. Η ερώτησή μου είναι, τελικά συζητάμε μόνο για το μισθολογικό και τι γίνεται με τις θέσεις εργασίας, με τις θέσεις του δημοσίου; 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι, χωρίς βεβαίως να αποδίδω καμία σκοπιμότητα, παραγνωρίζετε τη βασική, αν θέλετε, λογική της συμφωνίας αυτής. Από τη μια μεριά, το ελληνικό δημόσιο αναγνωρίζει για πρώτη φορά ότι απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία σε χαμηλότερη αξία από την πραγματική,  με βάση την πρόταση για συμφωνία. Από την άλλη μεριά, η Εκκλησία παραιτείται από ενδεχόμενες αξιώσεις της για την περιουσία αυτή. Και στη συνέχεια υπάρχει μια συμφωνία για επιδότηση της Εκκλησίας και την συγκρότηση ενός ταμείου μισθοδοσίας με το συγκεκριμένο ποσό, που επιβαρύνει δημοσιονομικά τον προϋπολογισμό, όσο τον επιβαρύνει και σήμερα. Και από εκεί και πέρα, οι κληρικοί θα μισθοδοτούνται πλέον από αυτό το ταμείο μισθοδοσίας. Νομίζω, λοιπόν, ότι στις γενικές της γραμμές η συμφωνία ξεκαθαρίζει, αν θέλετε, γκρίζες ζώνες ή σκιές που μπορεί να υπήρχαν, κατά τη γνώμη μου, λόγω ψευδοερμηνειών της συμφωνίας, οι οποίες προέκυψαν όταν εκείνη είχε ανακοινωθεί. Αλλά νομίζω ότι κατά τη διάρκεια του διαλόγου έχει υπάρξει ένα πολύ πιο ξεκάθαρο τοπίο. Έχει χυθεί φως στις επιδιώξεις και στις σκέψεις και στη στοχοθεσία της συγκεκριμένης συμφωνίας και αυτή είναι αυτή τη στιγμή στο τραπέζι του διαλόγου. Επιδιώκουμε την ευρύτερη δυνατή συναίνεση και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι αλλάζει ως προς την ουσία της. Σας ξαναλέω, ξεκαθαρίζονται κάποια σημεία τα οποία λανθασμένα δημιουργούσαν, αν θέλετε, ασάφειες στην προηγούμενη φάση. 

Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα πρόσληψης δημοσίων υπαλλήλων, καθώς οι κληρικοί δεν θα προσμετρώνται πλέον στο λεγόμενο attrition rule, δηλαδή τον κανόνα 1 προς 1, νομίζω ότι αυτό είναι το δευτερεύον. Γιατί εδώ, δεν συζητάμε για μια συμφωνία η οποία θα διώχνει 10.000 για να πάρει 10.000, όπως λανθασμένα πιθανόν να έγινε κατανοητό. Αντιθέτως, θα έχουμε την πλήρη εργασιακή εξασφάλιση των κληρικών, οι οποίοι δεν θα προσμετρώνται στο attrition rule, σε αυτό τον κανόνα 1 προς 1. Άρα, ως προς αυτό το σημείο η κυβέρνηση θα έχει τη δυνατότητα να κάνει συγκεκριμένες κινήσεις για να καλύψει κοινωνικές ανάγκες. Όμως, το βασικό δεν είναι αυτός ο κανόνας ένα προς ένα, είναι η δημοσιονομική δυνατότητα την οποία θα πρέπει να έχει η κυβέρνηση, για να καλύψει αυτές τις κοινωνικές ανάγκες και είχαμε πει ακόμα και στην πρώτη φάση της συζήτησης, ότι εφόσον υπάρξει αυτή η δημοσιονομική δυνατότητα, τότε θα καλυφθούν και περισσότερες ανάγκες, ιδιαίτερα στα πεδία του κοινωνικού κράτους. Νομίζω ότι αυτή είναι η ουσία της συμφωνίας και στη βάση αυτού του περιγράμματος συζητάμε με την Εκκλησία και ελπίζουμε σε μια ευρύτερη συναίνεση στο συγκεκριμένο θέμα για να επιλυθεί μια ιστορική ακόμη εκκρεμότητα. 

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Υπουργέ, γνωρίζω ότι ο ανασχηματισμός είναι στη διακριτική ευχέρεια του Πρωθυπουργού. Μην μου απαντήσετε αυτό, σας παρακαλώ. Ρωτάω, αν θα είναι ένας μεγάλος ανασχηματισμός ή απλώς θα γίνουν κάποιες διορθωτικές κινήσεις. Δηλαδή, θα μπουν άνθρωποι στις θέσεις κάποιων οι οποίοι έφυγαν από την κυβέρνηση.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καταλαβαίνετε, κυρία Καλογεροπούλου, ότι σέβομαι απολύτως την παράκλησή σας, αλλά είναι απολύτως αδύνατον για οποιονδήποτε κυβερνητικό εκπρόσωπο να πει οτιδήποτε διαφορετικό, εκτός από το ότι ο ανασχηματισμός είναι αποκλειστικό δικαίωμα και προνομία του Πρωθυπουργού.

ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ: Δύο πράγματα θα ήθελα να ρωτήσω. Σε σχέση με τη συμφωνία με την Εκκλησία, αν μας λέτε σήμερα ότι έχουν αλλάξει οι οροφές και οι εξαγγελίες ως προς τον αριθμό των προσώπων που θα προσληφθούν στον δημόσιο τομέα, για να καλύψουν τις ανάγκες.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, δεν σας λέω τίποτα τέτοιο. Νομίζω ότι προχώρησα σε μια διασαφήνιση, αν θέλετε, ειδικών σημείων της συμφωνίας, έτσι όπως αυτή έχει καταγραφεί και έχει βελτιωθεί καθ’ όλο το τελευταίο διάστημα με τη συμβολή του υπουργείου Παιδείας και του κυρίου Γαβρόγλου. Το είχα πει και την προηγούμενη φορά. Ήμουν απολύτως σαφής όταν είχε ανοίξει εκείνη η συζήτηση.

ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ: Στην περίπτωση που το ΚΙΝΑΛ προτείνει μια προσωπικότητα από τον προοδευτικό χώρο για την Προεδρία της Δημοκρατίας, η κυβέρνηση θα τη συζητούσε, στο πλαίσιο αυτής της συνάντησης των δύο πολιτικών χώρων, ας το πω έτσι;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η κυβέρνηση ήταν απολύτως καθαρή. Δια στόματος Πρωθυπουργού έχει προτείνει τον κύριο Προκόπη Παυλόπουλο για την Προεδρική εκλογή του 2020. 

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Συνέντευξη στον ρ/σ του NEWS247 και τους δημοσιογράφους Β. Σκουρή & Α. Σπανού

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ

ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Μόνο στη φαντασία κάποιων δημοσιογράφων βρίσκονται τα περί σεναρίων ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Ο κος Δραγασάκης καθόλου ανοιχτό δεν άφησε τέτοιο ενδεχόμενο. Αυτό που έκανε ήταν να εξηγήσει γιατί το θέμα της καταπολέμησης των κόκκινων δανείων αποτελεί έναν κοινωνικό στόχο.

Με τους πιστωτές έχει υπάρξει ήδη από την περίοδο του προγράμματος μια συμφωνία για τον ρυθμό με τον οποίο πρέπει να μειώνονται τα κόκκινα δάνεια η οποία από τη μεριά μας τηρείται κατά γράμμα και μάλιστα πολλές φορές οι τράπεζες υπερβαίνουν αυτόν τον ρυθμό. Τώρα μιλάμε για το διάδοχο σχήμα του νόμου Κατσέλη η κάλυψη του οποίου λήγει στις 28/2. Η διάδοχη κατάσταση θα είναι έτοιμη στην ώρα της.

Διαβάζουμε και ακούμε διάφορες τερατολογίες οι οποίες δεν μπορώ να σκεφτώ παρά το ότι αποσκοπούν στη δημιουργία ενός κλίματος εντυπώσεων και αποσταθεροποίησης. Πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί σε αυτά τα ζητήματα. Δεν υπάρχουν μονομερείς κινήσεις αλλά διάλογος για συναινέσεις και συμφωνίες για την εξεύρεση της καλύτερης δυνατής λύσης που από τη μια μεριά θα προστατεύει τις λαϊκές κατοικίες και από την άλλη θα εμπεδώνει τη σταθερότητα των ελληνικών τραπεζών και θα συνεχίζει την προσπάθεια της μείωσης των κόκκινων δανείων.

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗ ΠΛΕΟΝΑΣΜΑΤΑ

Η κυβέρνηση στην οποία συμμετείχε ο κος Μητσοτάκης είχε υπογράψει πρωτογενή πλεονάσματα 4,5% έως το 2031 τουλάχιστον και σήμερα ο Πρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης εμφανίζεται ως υπερασπιστής μιας πιο ήπιας δημοσιονομικής πολιτικής.

Είναι πολιτικό ατόπημα του κου Βέμπερ να λειτουργεί ως πολιτικός ατζέντας του κου Μητσοτάκη και όχι ως υποψήφιος Πρόεδρος της Κομισιόν και να συσχετίζει άνοιγμα διαπραγματεύσεων με το ποιος θα είναι κυβέρνηση στην Ελλάδα. Αυτό είναι μια κακή αρχή για τον κο Βέμπερ.

120 ΔΟΣΕΙΣ

Υπάρχουν επεξεργασίες οι οποίες εφόσον ολοκληρωθούν τότε τα αποτελέσματά τους θα ανακοινωθούν και θα προχωρήσουμε στις σχετικές πρωτοβουλίες.

ΑΓΡΟΤΕΣ

Η κυβέρνηση ήδη από τον Δεκέμβρη έχει ανοίξει το διάλογο με τους αγρότες και έχουν υλοποιηθεί το ακατάσχετο για τις 7.500 ευρώ των επιδοτήσεων, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 7% για τα μεσαία εισοδήματα των αγροτών, η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τους συνεταιρισμένους αγρότες και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, οι κρατικές ενισχύσεις λόγω των έκτακτων καιρικών φαινομένων του 2018. Από εκεί και πέρα είμαστε πάντοτε ανοιχτοί στον διάλογο ώστε να συζητήσουμε για τη βελτίωση της παραγωγής και την περαιτέρω στήριξη του αγροτικού κόσμου. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να ζητά διάλογο με την κυβέρνηση καθορίζοντας κιόλας και τους συμμετέχοντες εκ μέρους της κυβέρνησης.

ΒΟΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Φαίνεται πως η αξιωματική αντιπολίτευση “ξεχνά” ότι το όνομα Μακεδονία ήταν το συνταγματικό όνομα της γείτονος και αναγνωρισμένο ως τέτοιο από 140 χώρες πριν τη Συμφωνία των Πρεσπών. Αν ο κος Μητσοτάκης και τα στελέχη του συνεχίσουν σε μια γραμμή αμφισβήτησης της Συμφωνίας και σε δηλώσεις που στην πραγματικότητα την παραβιάζουν τότε δίνουν επιχειρήματα στους ακραίους της Βόρειας Μακεδονίας να αμφισβητούν το νέο συνταγματικό της πλέον όνομα.

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ

Οι ευρωεκλογές θα είναι μια μάχη των δυνάμεων της προόδου σε ολόκληρη την Ευρώπη απέναντι στη νέα συμμαχία δεξιάς και ακροδεξιάς. Εκεί ο κος Μητσοτάκης θα πάρει το πολιτικό μήνυμα που αρμόζει στη νέα πολιτική ταυτότητα που οικοδομεί για το κόμμα του.

ΚΑΜΜΕΝΟΣ

Ο κος Καμμένος μπορεί ως αντιπολιτευόμενος πια να ασκεί κριτική. Δεν θα χρησιμοποιήσω ηθικά επιχειρήματα για τη στάση του κου Καμμένου και την πολιτική του επιλογή να ρίξει την κυβέρνηση. Εμείς ήμασταν υποχρεωμένοι να προστατεύσουμε το έργο της κυβέρνησης, τη Συμφωνία των Πρεσπών και την σταθερότητα στη χώρα. 

ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ

Αντί να κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για το ότι εκφράζει πλειοψηφικά τον χώρο της αριστεράς και τον προοδευτικό χώρο στην Ελλάδα, η κα Γεννηματά θα πρέπει να κατηγορεί τον εαυτό της που κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τη Συμφωνία των Πρεσπών υιοθέτησε επιχειρήματα που προέρχονται από την άκρα δεξιά. Στην προσπάθειά της να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ σε στρατηγικό αντίπαλο του ΚΙΝΑΛ ταυτίστηκε με τη ΝΔ και μάλιστα με αυτή τη ΝΔ την ταυτότητα της οποίας έχει μεταλλάξει ο κος Μητσοτάκης. 

ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΛΙΣΕΙΣ

Το προηγούμενο διάστημα έχουν γίνει κινήσεις που έχουν αναδείξει ένα προοδευτικό μέτωπο που μάλιστα παρήγαγε και συγκεκριμένα πολιτικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια των συζητήσεων και την ψηφοφορία για τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Τα ψηφοδέλτια θα είναι αποτέλεσμα συλλογικών διαδικασιών που πάντοτε σε αυτά τα θέματα ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Όπως το 2012 και 2015 είμαστε πάντα ανοιχτοί για τη συμπερίληψη πολιτικών προσώπων, δυνάμεων, οργανώσεων που προέρχονται από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Το ίδιο και με μεγαλύτερο βάθος θα ακολουθηθεί και τώρα.

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ

ΣΚΟΥΡΗΣ: Στην τηλεφωνική μας γραμμή…

ΣΠΑΝΟΥ: Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, ο κύριος Δημήτρης Τζανακόπουλος. Γεια σας.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καλή σας ημέρα.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Καλή σας ημέρα. Πρώτο ερώτημα, κύριε Εκπρόσωπε. Πληθαίνουν τα σενάρια περί ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Βλέπω πολλά δημοσιεύματα. Και δημοσιεύματα ότι ακόμα-ακόμα κινδυνεύουν και οι καταθέσεις.

ΣΠΑΝΟΥ: Και όλα αυτά ξεκίνησαν από κάποιες δηλώσεις του κυρίου Δραγασάκη, οι οποίες δημιούργησαν μία εντύπωση, το ξέρετε. 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όλα αυτά δεν ξεκίνησαν καθόλου από κάποιες δηλώσεις του κυρίου Δραγασάκη, καθώς, κατ’ αρχάς, δεν ξεκίνησαν. Και αυτά τα σενάρια υπάρχουν μόνο στη φαντασία διαφόρων δημοσιογράφων, οι οποίοι νομίζουν ότι έχουν το ελεύθερο να επιχειρούν να αποσταθεροποιήσουν το τραπεζικό σύστημα. Κανένα σενάριο ανακεφαλαιοποίησης δεν υπάρχει. Η δήλωση την οποία έκανε ο κύριος Δραγασάκης -που δεν ήταν δήλωση, αλλά ήταν ένας πολιτικός διάλογος στο πλαίσιο του Κοινοβουλίου- σε καμία περίπτωση δεν άφηνε ανοιχτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αντίθετα, διαστρεβλώθηκε με πολιτική σκοπιμότητα, για να δημιουργηθούν εντυπώσεις και να παραχθούν αποτελέσματα. Σας λέω, λοιπόν, ότι ο κύριος Δραγασάκης αυτό το οποίο έκανε στη συζήτηση εκείνη, ήταν να εξηγήσει τους λόγους, για τους οποίους η καταπολέμηση του προβλήματος των κόκκινων δανείων δεν αποτελεί απλώς έναν στόχο εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος, αλλά, αντιθέτως, αποτελεί έναν κοινωνικό στόχο. Και μάλιστα τούτο έγινε κατά τη διάρκεια ενός διαλόγου που είχε με τους βουλευτές του ΚΚΕ.  Επομένως, θα ήθελα να είμαστε αρκετά προσεκτικοί στον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε αυτή τη συγκεκριμένη συζήτηση και να μην θεωρούμε ότι όλα ξεκίνησαν από μία δήθεν  δήλωση του κυρίου Δραγασάκη. 

ΣΠΑΝΟΥ: Σε σχέση με τα κόκκινα δάνεια, βρίσκεστε κοντά σε μία συμφωνία με τους πιστωτές;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε, με τους πιστωτές έχει υπάρξει ήδη, από την περίοδο του προγράμματος, μία συμφωνία για τον ρυθμό με τον οποίο πρέπει να μειώνονται τα κόκκινα δάνεια, πράγμα το οποίο, από τη μεριά μας, υλοποιείται κατά γράμμα και πολλές φορές μάλιστα οι τράπεζες υπερβαίνουν και τους στόχους, οι οποίοι έχουν τεθεί για τη μείωση των κόκκινων δανείων. Αυτό το οποίο αυτή τη στιγμή συζητείται, είναι το διάδοχο σχήμα του νόμου Κατσέλη, για το οποίο βρισκόμαστε σε εντατικό διάλογο και με τις τράπεζες και φυσικά με όλους τους ελεγκτικούς και εποπτικούς μηχανισμούς του τραπεζικού συστήματος, για να προχωρήσουμε με τρόπο, ο οποίος θα εμπεδώνει τη συνθήκη σταθερότητας και αξιοπιστίας των ελληνικών τραπεζών. 

ΣΠΑΝΟΥ: Άρα, τι να περιμένουμε; Σε ποιόν χρόνο και με ποιο περιεχόμενο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να περιμένουμε την ολοκλήρωση του διαλόγου εν ευθέτω χρόνω. Ούτως ή άλλως ο νόμος Κατσέλη γνωρίζετε ότι λήγει, εκπνέει, όχι ο νόμος Κατσέλη μάλλον, αλλά οι συγκεκριμένες διατάξεις που αφορούν την πρώτη κατοικία εκπνέουν στις 28 Φλεβάρη και θα πρέπει να αντικατασταθούν από ένα νέο πλαίσιο, το οποίο συζητάμε και το οποίο θα είναι  έτοιμο ακριβώς στην ώρα του.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Τώρα, κύριε Εκπρόσωπε, σε αυτό ήθελα να ρωτήσω, γιατί γράφονται πολλά. Ακόμα και μονομερώς μπορεί να κατατεθεί ένας τέτοιος νόμος; Και δεύτερον…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν υπάρχει μονομερώς. Σας είπα, κύριε Σκουρή…

ΣΚΟΥΡΗΣ: …και η συνεργασία με τις τράπεζες, επίσης.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουν γραφτεί πάρα πολλά…

ΣΚΟΥΡΗΣ: Γι’ αυτό οφείλουμε να κάνουμε μία κουβέντα, να μάθουμε τις κυβερνητικές θέσεις.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η σεναριολογία νομίζω ότι για άλλη μια φορά έχει ξεφύγει από κάθε όριο. Η κινδυνολογία, επίσης. Διαβάζουμε και ακούμε διάφορες τερατολογίες, που πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, παρά μόνο ότι αποσκοπούν στη δημιουργία ενός κλίματος εντυπώσεων και έχουν στόχο, αν θέλετε, να δημιουργήσουν μια εικόνα αποσταθεροποίησης. Και νομίζω ότι πρέπει, ειδικά σε αυτά τα ζητήματα, όλοι να είμαστε πιο προσεκτικοί. Δεν υπάρχουν μονομερείς κινήσεις. Υπάρχει διάλογος, υπάρχει συζήτηση με τους εποπτικούς μηχανισμούς του τραπεζικού  συστήματος, των συστημικών τραπεζών, αλλά και με τις τράπεζες. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία του διαλόγου, των συναινέσεων και των συμφωνιών, θα προχωρήσει η ελληνική κυβέρνηση. Εδώ δεν είναι ζητήματα με τα οποία μπορεί ο οποιοσδήποτε να παίζει και να λειτουργεί με όρους μονομέρειας, αν θέλετε.   

ΣΠΑΝΟΥ: Κόκκινη γραμμή υπάρχει για την κυβέρνηση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Γιατί είμαστε σε κάποιες διαπραγματεύσεις για να έχουμε κόκκινες γραμμές;

ΣΠΑΝΟΥ: Σε σχέση με την κατοικία που θα προστατεύεται, τα περιουσιακά κριτήρια…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι δεν έχετε κατανοήσει ακριβώς το πλαίσιο εντός του οποίου γίνεται αυτή η συζήτηση.

ΣΠΑΝΟΥ: Για εξηγήστε το μας.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το πλαίσιο αυτό είναι πλαίσιο συζήτησης για να βρεθεί η καλύτερη  δυνατή λύση που και από τη μια μεριά θα προστατεύει αποτελεσματικά τη λαϊκή κατοικία και από την άλλη μεριά θα δημιουργεί όρους εμπέδωσης της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, διότι το τραπεζικό σύστημα είναι ήδη σταθερό, πρώτον. Και δεύτερον, θα εξασφαλίζει τη συνέχιση της προσπάθειας για τη μείωση των κόκκινων δανείων, που έχουν οι συστημικές τράπεζες. Από εκεί και πέρα, αυτά περί διαπραγματεύσεων, συγκρούσεων, κόκκινων γραμμών και τα λοιπά, είναι πράγματα στα οποία δεν μπορώ να τοποθετηθώ, γιατί είναι απολύτως εκτός του πλαισίου της συζήτησης.

ΣΠΑΝΟΥ: Ίσως μπορείτε να τοποθετηθείτε για το πώς ορίζετε την λαϊκή κατοικία, στην οποία αναφερθήκατε πριν.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτά είναι ζητήματα, τα οποία θα προκύψουν από τον διάλογο και τις συζητήσεις. Αυτή τη στιγμή, δεν νομίζω ότι έχει κανένα νόημα να σεναριολογούμε και να λέμε ποσά, ποσοστά και να συνεχίζουμε μια συζήτηση, η οποία δεν έχει να προσφέρει τίποτα. Οι συζητήσεις θα ολοκληρωθούν και θα γίνουν οι σχετικές ανακοινώσεις από τη μεριά της κυβέρνησης.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Ο κ. Μητσοτάκης αναρωτιέται με τα πλεονάσματα. Τι έχετε πάθει; Γιατί δεν θέλετε μείωση; Και είχαμε και τον κ. Βέμπερ εδώ με τη συγκεκριμένη τοποθέτηση, ότι με μια άλλη κυβέρνηση μπορεί να συζητήσει μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η κυβέρνηση στην οποία συμμετείχε ο κ. Μητσοτάκης είχε υπογράψει πρωτογενή πλεονάσματα 4,5% μέχρι το 2031 τουλάχιστον. Και σήμερα, εμφανίζεται ο Πρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ως υπερασπιστής μιας πιο ήπιας δημοσιονομικής πολιτικής. Σε ό,τι αφορά δε, τον κ. Βέμπερ, εγώ σας λέω ότι είναι μάλλον ατόπημα να λειτουργεί ως πολιτικός ατζέντης του κ. Μητσοτάκη και όχι ως υποψήφιος Πρόεδρος της Κομισιόν. Να συσχετίζει άνοιγμα διαπραγματεύσεων με το ποιος θα είναι στην κυβέρνηση στην Ελλάδα. Αυτό είναι μια κακή αρχή για τον κ. Βέμπερ. Από τη μεριά τη δική μας, σε σχέση με τα πρωτογενή πλεονάσματα, έχουμε πει επακριβώς τη διαδικασία μέσω της οποίας οδηγηθήκαμε στη Συμφωνία του Ιουνίου του 2018. Το μόνο που θέλω να προσθέσω είναι το εξής: Ο κ. Μητσοτάκης θεωρεί ότι η ανύπαρκτη δυνατότητα για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, όπως είπε και ο Νίκος Παππάς πριν από λίγες ημέρες, είναι το «καρότο», που φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση να δοθεί ποτέ, για να υλοποιηθεί ένα πρόγραμμα που θα αποτελεί το «μαστίγιο». Ποιο πρόγραμμα δηλαδή; Το πρόγραμμα των πιο σκληρών, μνημονιακού χαρακτήρα, μεταρρυθμίσεων, οι οποίες περιλαμβάνονται, ούτως ή άλλως, στην πολιτική ατζέντα του κ. Μητσοτάκη. Αυτά, ας τα αφήσει ο κ. Μητσοτάκης. Πήραμε, δεν χρειάζεται μια επιστροφή σε πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης, σε πολιτικές σκληρής και μονομερούς λιτότητας, τις οποίες ο κ. Μητσοτάκης υπηρέτησε και υλοποίησε μέχρι κεραίας όταν ήταν υπουργός στην κυβέρνηση των κυρίων Σαμαρά και Βενιζέλου.

ΣΠΑΝΟΥ: Σε σχέση με τις 120 δόσεις, με την ρύθμιση αυτή, πού βρισκόμαστε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Υπάρχουν και εκεί επεξεργασίες από τη μεριά των αρμόδιων υπουργείων και του υπουργείου Εργασίας και του υπουργείου Οικονομικών, οι οποίες, εφόσον ολοκληρωθούν, θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματά τους και θα προχωρήσουμε σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Τώρα, οι αγρότες σας ζητούν συνάντηση με τον κ. Δραγασάκη για να μην κλείσουν τους δρόμους με κυβερνητικό κλιμάκιο.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι όλοι οι αγρότες.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Ναι, ένα τμήμα.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το μπλόκο των αγροτών στη Θεσσαλία που, ένα πάση περιπτώσει, έχει προχωρήσει σε κινητοποιήσεις. Δεν είναι όλοι οι αγρότες.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Αυτοί που είναι στον δρόμο, σωστά.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ακριβώς.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Υπάρχει ενδεχόμενο τέτοιας συνάντησης; Το έχετε εξετάσει;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ελληνική κυβέρνηση, ήδη από τον Δεκέμβριο, έχει κάνει μια συνάντηση και έχει ανοίξει τον διάλογο με τους αγρότες. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, έχουν υλοποιηθεί συγκεκριμένες δεσμεύσεις από τη μεριά μας. Σας θυμίζω το ακατάσχετο για τις 7.500 ευρώ των επιδοτήσεων. Σας θυμίζω τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 7% για τα μεσαία εισοδήματα των αγροτών. Σας θυμίζω την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τους συνεταιρισμένους αγρότες και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, αλλά και τις κρατικές ενισχύσεις λόγω των έκτακτων καιρικών φαινομένων εντός του 2018, οι οποίες, επίσης, έχουν προχωρήσει. Άρα, λοιπόν, οι τέσσερις δεσμεύσεις από τη μεριά της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια του διαλόγου τον Δεκέμβρη του 2018, έχουν ήδη υλοποιηθεί. Από εκεί και πέρα, εμείς είμαστε πάντοτε ανοιχτοί στον διάλογο και με τους αγρότες που κινητοποιούνται, αλλά και με τον υπόλοιπο αγροτικό κόσμο, να συζητήσουμε για τα ζητήματα που αφορούν τη βελτίωση της παραγωγής, την περαιτέρω στήριξη του αγροτικού κόσμου. Ωστόσο, αυτό το οποίο θέλω να πω, με τη μεγαλύτερη δυνατή ευθύτητα, είναι ότι δεν μπορεί κανείς να ζητά διάλογο με την κυβέρνηση, καθορίζοντας κιόλας τους συμμετέχοντες σε αυτόν τον διάλογο ή το ποιος θα εκπροσωπήσει την κυβέρνηση. Η κυβέρνηση έχει υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, τον κ. Αραχωβίτη, ο οποίος έχει καλέσει δεκάδες φορές τους αγρότες, το τελευταίο διάστημα, σε διάλογο. Από εκεί και πέρα και εκείνοι πρέπει να αποφασίσουν…

ΣΚΟΥΡΗΣ: Με κλειστούς τους δρόμους, συζητά η κυβέρνηση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ σας είπα ότι η κυβέρνηση δεν αποδέχεται τελεσίγραφα. Εμείς θα είμαστε ανοιχτοί στον διάλογο. Από εκεί και πέρα, η στάση μας εξαρτάται και από τη βούληση των ίδιων των αγροτών των μπλόκων να συνεννοηθούν και να συζητήσουν με ειλικρίνεια και με διάθεση να βρεθεί μια λύση.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Σε ένα άλλο θέμα τώρα, κύριε Υπουργέ. Η ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης δηλώνει ότι στο τέλος το όνομα του γειτονικού μας κράτους θα μείνει σκέτο Μακεδονία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το όνομα του γειτονικού μας κράτους για 140 χώρες πριν από τη Συμφωνία των Πρεσπών, ήταν Μακεδονία. Αυτό φαίνεται η αξιωματική αντιπολίτευση διαρκώς να το ξεχνά. Ήταν στο Σύνταγμά της, ήταν αναγνωρισμένη από τις μεγαλύτερες χώρες του πλανήτη, τις ΗΠΑ, την Ινδία, την Κίνα, τη Ρωσία. Επομένως, νομίζω ότι η Συμφωνία των Πρεσπών, στην πραγματικότητα αποτελεί ένα πολύ μεγάλο βήμα για την ανάκτηση, αν θέλετε, της ιστορικής κληρονομιάς της ελληνικής Μακεδονίας και αποτελεί και ένα σημαντικό βήμα για να αποτυπώνεται πλέον, στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, η πραγματικότητα της περιοχής. Τώρα, αν ο κ. Μητσοτάκης επιμένει να αμφισβητεί το ίδιο το κύρος της Συμφωνίας, θα πρέπει να θυμάται ότι με αυτό τον τρόπο δίνει επιχειρήματα στους γείτονές μας να αμφισβητήσουν και εκείνοι τη Συμφωνία. Διότι ο βασικός όρος, για να μπορεί μια Συμφωνία να έχει ισχύ, είναι η αμοιβαιότητα. Δηλαδή, αυτή να γίνεται σεβαστή και από τις δύο πλευρές. Αν ο κ. Μητσοτάκης και τα στελέχη του, όπως για παράδειγμα ο κ. Γεωργιάδης, συνεχίζουν σε μια γραμμή αμφισβήτησης της Συμφωνίας και δηλώσεων, στην πραγματικότητα τι κάνουν; Παραβιάζουν τη Συμφωνία, με την έννοια ότι ο κ. Γεωργιάδης, θυμάστε είπε «εγώ δεν πρόκειται ποτέ να τους αποκαλέσω Βόρεια Μακεδονία»…

ΣΚΟΥΡΗΣ: Πριν από λίγο, η κυρία Μπακογιάννη μας είπε «εγώ θα την λέω Βόρεια Μακεδονία. Έτσι λέγεται. Αυτό είναι το συνταγματικό της όνομα».

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Και καλώς είπε, η κυρία Μπακογιάννη. Ωστόσο, αυτή η γραμμή δεν φαίνεται να είναι απολύτως δεδομένη για την αξιωματική αντιπολίτευση. Επομένως, καλό θα ήταν από τη μεριά και της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μην δίνουν επιχειρήματα στους ακραίους της Βόρειας Μακεδονίας να αρχίσουν και εκείνοι να αμφισβητούν το νέο συνταγματικό της όνομα.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Τώρα, μιας και μιλήσαμε για τον κ. Μητσοτάκη, ήθελα να σας ρωτήσω, μόλις προχθές δήλωσε ότι σε περίπτωση που δεν διεξαχθούν μαζί οι εθνικές εκλογές και οι ευρωεκλογές στις 26 Μαΐου, οι ευρωεκλογές θα πρέπει να γίνουν δημοψήφισμα για την πολιτική αλλαγή. Ήθελα να πω, σηκώνετε το γάντι; Αποδέχεστε την πρόκληση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ νόμιζα, με βάση τις προβλέψεις του κ. Μητσοτάκη, ότι οι εκλογές θα έπρεπε να έχουν γίνει περίπου τρία χρόνια πριν.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Αυτό είναι μια απάντηση ειρωνική για τις θέσεις του κ. Μητσοτάκη. Επί της ουσίας, το γάντι το σηκώνετε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Για ποιο πράγμα ακριβώς;

ΣΚΟΥΡΗΣ: Να γίνουν δημοψήφισμα οι ευρωεκλογές.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Οι ευρωεκλογές θα είναι μια μάχη σε ολόκληρη την Ευρώπη, από τη μεριά των δυνάμεων της προόδου, για να σταματήσει, αν θέλετε, η επέλαση δεξιών και ακροδεξιών δυνάμεων της φύρας της ΝΔ, της νέας ΝΔ και του κ. Μητσοτάκη, του κ. Γεωργιάδη, του κ. Σαμαρά και διαφόρων άλλων πολιτικών προσωπικοτήτων που ευδοκιμούν πλέον στη νέα Ευρώπη, όπως είναι οι ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, το ΑFD στη Γερμανία και στην Ολλανδία επίσης και λοιπά. Θα είναι μια μάχη των δυνάμεων της προόδου απέναντι στη νέα συμμαχία δεξιάς και ακροδεξιάς. Αυτό θα είναι οι εκλογές και εκεί ο κ. Μητσοτάκης θα πάρει και το πολιτικό μήνυμα που αρμόζει στη νέα πολιτική ταυτότητα, την οποία οικοδομεί για τον εαυτό του και για το κόμμα του.

ΣΠΑΝΟΥ: Τώρα, ο πρώην κυβερνητικός σας εταίρος ο κ. Καμμένος, πολύ συχνά πλέον, επιτίθεται προσωπικά στον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο τον κατηγορεί για πάρα πολλά και δεν βλέπουμε να υπάρχει απάντηση από τη δική σας πλευρά…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Για τι ακριβώς τον κατηγορεί;

ΣΠΑΝΟΥ: Για εξαπάτηση ουσιαστικά, για να σας το πω…

ΣΚΟΥΡΗΣ: Ότι είναι ψυχρός εκτελεστής, «προδώσατε την εμπιστοσύνη μας» είπε προχθές στη Βουλή.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο κ. Καμμένος, προφανώς, έχει το δικαίωμα πλέον ως αντιπολιτευόμενος, να ασκεί κριτική. Από εκεί και πέρα, εγώ έχω πει πάρα πολλές φορές, κρατάμε τα τέσσερα έτη της συνεργασίας μαζί του, αλλά δεν θα μπορούσαμε, στο όνομα αυτής της συνεργασίας, να επιτρέψουμε και την πτώση της κυβέρνησης εξαιτίας της Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία έχει ιστορικό χαρακτήρα…

ΣΚΟΥΡΗΣ: Επιμένετε ότι ήθελε να τη ρίξει, κύριε Εκπρόσωπε; Από πού προκύπτει αυτό;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Με συγχωρείτε, όταν αποσύρει την εμπιστοσύνη και αποχωρεί από την κυβέρνηση, τι ακριβώς θέλει να κάνει; Όταν καλούσε τον κ. Μητσοτάκη να καταθέσει πρόταση μομφής και έλεγε ότι θα τη στηρίξει, τι ακριβώς θεωρείτε εσείς ότι ήθελε να κάνει; Επομένως, εντάξει, αυτό εγώ δεν το κρίνω στο επίπεδο της ηθικής. Ήταν μια πολιτική θέση του κ. Καμμένου, την οποία τη σέβομαι. Διαφωνώ μαζί του, αλλά και από εκεί και πέρα δεν θα χρησιμοποιήσω ηθικά επιχειρήματα. Δεν θα μιλήσω για προδοσία, δεν θα μιλήσω καθόλου με ηθικούς όρους. Ήταν μια πολιτική επιλογή. Και από εκεί και πέρα, όταν γίνονται τέτοιου τύπου πολιτικές επιλογές, όταν έγινε αυτή η πολιτική επιλογή, ήμασταν και εμείς υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε για να προστατεύσουμε το έργο της κυβέρνησης, για να προστατεύσουμε τη Συμφωνία των Πρεσπών, για να προστατεύσουμε την πολιτική σταθερότητα στη χώρα. Δεν θα μπω σε ηθική συζήτηση.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Πολιτική η ερώτηση, λοιπόν. Εκτιμάτε ότι ο πρώην κυβερνητικός σας εταίρος χτίζει γέφυρες με την αξιωματική αντιπολίτευση ή με συμφέροντα που τον αντιμάχονταν όσο ήταν στην κυβέρνηση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο κ. Καμμένος έχει περάσει στην αντιπολίτευση, αφ΄ης στιγμής αποχώρησε από την κυβέρνηση. Οποιαδήποτε άλλη εκτίμηση, τουλάχιστον από τη δική μου πλευρά παρέλκει.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Τώρα, μιας και είπαμε πριν για τις ευρωεκλογές. Μιλάτε για προοδευτικό πόλο, αλλά η κυρία Φώφη Γεννηματά μόλις χθες σας κατηγόρησε ως καταληψίες του προοδευτικού και δημοκρατικού χώρου, με ένα μετωπικό σχήμα δήθεν προοδευτικής συμπαράταξης, όπως χαρακτηριστικά είπε .

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η κυρία Γεννηματά, αντί να κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για το γεγονός ότι εκφράζει πλειοψηφικά τον χώρο της Αριστεράς, αλλά και τον προοδευτικό χώρο στην Ελλάδα, θα έπρεπε να κατηγορεί τον εαυτό της για το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τη Συμφωνία των Πρεσπών, όλο αυτό το χρόνο, υιοθέτησε στην πραγματικότητα επιχειρήματα, τα οποία προέρχονταν από την άκρα δεξιά. Το πρόβλημα της κυρίας Γεννηματά είναι ακριβώς αυτό. Δηλαδή, ότι στην προσπάθειά της να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ σε στρατηγικό αντίπαλο του ΚΙΝΑΛ, έχει ταυτιστεί πλήρως με την ΝΔ, και μάλιστα αυτή την ΝΔ, την ταυτότητα της οποίας έχει μεταλλάξει ο κ. Μητσοτάκης με την πολιτική του ρητορική, με την αντιπολιτευτική του ρητορική και με τα επιχειρήματα που υιοθετεί. Αν ακούγατε την κυρία Γεννηματά και τον κ. Μητσοτάκη στις τελευταίες συζητήσεις στη Βουλή, θα δυσκολευόσασταν πάρα πολύ να θεωρήσετε ότι ανήκουν σε διαφορετική παράταξη. Επομένως, εκείνος ο οποίος έχει αλλάξει πολιτικό στρατόπεδο και έχει περάσει στην πλευρά της συντήρησης, έχει ταυτιστεί με την δεξιά, είναι το ίδιο το ΚΙΝΑΛ, το οποίο κάποια στιγμή θα πρέπει να σταματήσει να κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ και να αρχίσει να κατηγορεί τον ίδιο του τον εαυτό. 

ΣΠΑΝΟΥ: Τώρα, μιλώντας για τις προοδευτικές συγκλίσεις, οι οποίες είναι ακόμα στο διακηρυκτικό επίπεδο, υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καθόλου δεν είναι στο διακηρυκτικό επίπεδο. Έχουν γίνει κινήσεις όλο το προηγούμενο διάστημα, οι οποίες έχουν αναδείξει ένα προοδευτικό μέτωπο, το οποίο μάλιστα παρήγαγε και συγκεκριμένα πολιτικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, αλλά και κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Νομίζω ότι αυτό είναι ομολογημένο. Είναι ένα πολιτικό γεγονός, το οποίο κανένας δεν μπορεί να το αρνηθεί, δεν αποτελεί απλώς και μόνο μια διακήρυξη. 

ΣΠΑΝΟΥ: Θα δούμε αυτό στο οποίο αναφέρεστε, την προσπάθεια για προοδευτικές συγκλίσεις, να αποτυπώνεται στον ανασχηματισμό, στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ανασχηματισμός γίνεται μόνο μετά από απόφαση του Πρωθυπουργού και εξ όσων γνωρίζω δεν έχει ληφθεί κάποια τέτοια απόφαση, ούτε έχει ανακοινωθεί κάτι τέτοιο.

ΣΠΑΝΟΥ: Για τα ψηφοδέλτια;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Τα ψηφοδέλτια αυτά θα είναι αποτέλεσμα των συλλογικών διαδικασιών, τις οποίες πάντοτε ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, για τη συγκρότησή τους. Είναι θέμα του κόμματος και, όπως γνωρίζετε, και το 2012 και το 2015, από τη δική μας μεριά, ήμασταν εξαιρετικά ανοιχτοί στο να συμπεριλάβουμε πολιτικά πρόσωπα, δυνάμεις, κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις οι οποίες ήθελαν τη συμπόρευση με αυτό το μεγάλο πολιτικό μέτωπο και οι οποίες δεν προέρχονταν από την Αριστερά, αλλά από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Νομίζω ότι η ίδια στρατηγική, με μεγαλύτερο βάθος πια και με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και με μεγαλύτερη απεύθυνση, θα ακολουθηθεί και κατά τις εθνικές εκλογές του 2019, αλλά και στο ευρωψηφοδέλτιο. Γιατί, όπως σας είπα, οι ευρωεκλογές θα είναι μια μάχη μεταξύ της Αριστεράς, της προόδου εναντίον του νέου μαύρου μετώπου δεξιάς και ακροδεξιάς που αρχίζει να αναπτύσσεται στην Ευρώπη.

ΣΠΑΝΟΥ: Υπάρχει περίπτωση να αλλάξει το όνομα του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τις εκλογές;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Γιατί να αλλάξει το όνομα του ΣΥΡΙΖΑ;

ΣΠΑΝΟΥ: Ρωτάμε. Όχι, αποκλείεται, λέτε.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν ξέρω. Πρώτη φορά το ακούω αυτό.

ΣΠΑΝΟΥ: Υπάρχει περίπτωση να δούμε λίστα στις ευρωεκλογές;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να αλλάξει το εκλογικό σύστημα, με ρωτάτε; Όχι, δεν υπάρχει τέτοιο σενάριο. Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω από πού προκύπτουν όλα αυτά. Δηλαδή, πώς αναπαράγονται τέτοιου τύπου σενάρια; Δυσκολεύομαι πολλές φορές να παρακολουθήσω την παραγωγή σεναρίων. Είναι θαυμαστό το πώς γίνεται.

ΣΚΟΥΡΗΣ: Να σας ευχαριστήσουμε πάρα πολύ, κύριε Εκπρόσωπε.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να είστε καλά.

Άρθρο στην εφημερίδα Thessnews

«Ακροδεξιά υστερία και οργή των ελίτ»

Η μετατόπιση της σημερινής ηγεσίας της ΝΔ προς την ακροδεξιά είναι μια εδώ και καιρό συντελούμενη διαδικασία η οποία σχετίζεται με την εξάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την ακροδεξιά ομάδα των Σαμαρά – Βορίδη – Γεωργιάδη. 

Η ΝΔ μεταλλάσσεται υπό αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη σε ένα κόμμα – υβρίδιο που έχει προκύψει από τη διασταύρωση της πιο σκληρής νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας με την ακροδεξιά ιδεολογία και τον εθνικισμό. 

Αυτή η εξέλιξη φυσικά δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο καθώς παρατηρείται μια συντελούμενη ή ήδη συντελεσμένη πολιτική μετάλλαξη της δεξιάς σε αρκετούς κοινωνικούς σχηματισμούς με κύρια παραδείγματα την Αυστρία, την Ουγγαρία, την  Βραζιλία, όπου και εκεί βλέπουμε τις ακροδεξιές ιδεολογικές σταθερές να παντρεύονται με τα πιο σκληρά νεοφιλελεύθερα προγράμματα κοινωνικής ισοπέδωσης. 

Οι λόγοι αυτής της διασταύρωσης και του γεγονότος ότι οι εκ πρώτης όψεως ασύμβατες αυτές πολιτικές παραδόσεις και ιδεολογίες αποδεικνύονται στην πράξη απολύτως ταιριαστές και αλληλοσυμπληρούμενες σχετίζεται μάλλον με τον ρόλο που παίζει η έννοια της ισχύος και της ιεραρχίας στο εσωτερικό τους αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. 

Το βέβαιον είναι ότι η μετάλλαξη αυτή της Νέας Δημοκρατίας έχει παράξει συγκεκριμένα και ορατά πλέον αποτελέσματα στην πολιτική της γραμμή με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη στάση της στη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και με την περιθωριοποίηση στελεχών της πάλαι ποτέ ηγεμονικής, μετριοπαθούς κεντροδεξιάς και φιλελεύθερης πτέρυγας της ΝΔ.

Την ίδια στιγμή όμως φαίνεται ότι και η ποιότητα του πολιτικού της λόγου έχει υποστεί μια πρωτοφανή υποβάθμιση με τη διαμόρφωση μιας ρητορικής που βρίθει από οργισμένες αντιδράσεις στα όρια του παροξυσμού, από  χαρακτηρισμούς, απειλές, ύβρεις και προσβολές ενώ την ίδια στιγμή υποδέχεται ευχαρίστως θεωρίες συνωμοσίας, παραδοξολογίες και παραπολιτικά σενάρια ως κεντρικά της στοιχεία. 

Ο νέος αυτός πολιτικός λόγος και το ύφος με το οποίο διατυπώνεται, παρά το γεγονός ότι αξιώνουν τη λαϊκότητα, δεν έχουν κανένα τέτοιο στοιχείο. Δεν εκφράζουν μια αυθεντική λαϊκή οργή ούτε συμπυκνώνουν κάποιο πάνδημο αίτημα πολιτικής ανατροπής. 

Αντίθετα, αποτελούν κατασκευάσματα του επικοινωνιακού εργαστηρίου που παράγει κακόγουστα και κακόηχα συνθήματα με μια επίφαση λαϊκότητας τα οποία τελικά δεν αποτυπώνουν τίποτα άλλο παρά τον νέο πολιτικό χαρακτήρα της Νέας Δημοκρατίας ως συμμαχίας της πολιτικής ελίτ με τμήματα του ακροδεξιού πολιτικού προσωπικού. 

Από τη μια μεριά οι ασυνάρτητες καταγγελίες, η διάδοση ψευδών ειδήσεων, τα σενάρια συνωμοσίας που βασίζονται σε απίθανους συνειρμούς επί πραγματικών γεγονότων χωρίς τεκμηρίωση, η αναπαράσταση του ελληνικού έθνους ως ταυτόχρονα περιούσιου αλλά και διωκόμενου από το εσωτερικό (προδότες – εθνομηδενιστές ) αλλά και από το εξωτερικό (μεγάλες δυνάμεις που επιβουλεύονται την Ελλάδα) είναι κεντρικά χαρακτηριστικά του ακροδεξιού λόγου που έχει υιοθετήσει πλέον στο σύνολό τους η Νέα Δημοκρατία. 

Από την άλλη μεριά οι ύβρεις και οι χαρακτηρισμοί, τα ξεσπάσματα οργής εναντίον κυβερνητικών στελεχών, βουλευτών αλλά και κοινοβουλευτικών θεσμών αλλά και μια διαρκής προσπάθεια υποτίμησης της Αριστεράς αποτελούν σύμπτωμα του ιδιοκτησιακού συνδρόμου της «νέας Νέας Δημοκρατίας». 

Διότι αυτή η εξεζητημένη έκφραση οργής με καφενειακό λεξιλόγιο που πολλές φορές αφήνει άναυδο το ακροατήριο και προκαλεί πραγματική θλίψη για την κατάντια του πολιτικού λόγου του Προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πολλών στελεχών της (μόνο σε μια παρέμβαση προ ολίγων ημερών ο κ. Μητσοτάκης έκανε λόγο για εύκαμπτους βουλευτές και γυρολόγους, για ενοικίαση πρόθυμων κομπάρσων, χαρακτήρισε τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου κομματικό υπάλληλο, ενώ μίλησε για πλειοψηφίες ευκαιρίας σε τιμές ευκαιρίας ) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έκφραση της οργής της ελίτ διότι κάποιος, στην προκειμένη περίπτωση η Αριστερά, αμφισβήτησε την κυριότητά της επί των κρατικών θεσμών και άρχισε να ξηλώνει το δίκτυο εξουσίας που οικοδομήθηκε επί δεκαετίες στη χώρα. 

Η τάση αυτή, που μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ήδη από το 2015, σήμερα φαίνεται να είναι η κυρίαρχη. Δείγματα αυτής της διολίσθησης υπήρχαν αλλά τα πράγματα πλέον έχουν ξεφύγει από κάθε όριο. Κάθε παρέμβαση των στελεχών της ΝΔ αλλά και αρκετών από τους αντιπολιτευόμενους δημοσιογράφους που λειτουργούν ως ηχεία αυτής της πολιτικής κακοφωνίας είναι χειρότερη από την προηγούμενη. 

Και νομίζω ότι η απάντηση στο ερώτημα για ποιο λόγο παρατηρείται αυτή η όξυνση σήμερα είναι κάτι περισσότερο από προφανής. Σχετίζεται φυσικά με το γεγονός ότι η ΝΔ έχει υποστεί αλλεπάλληλες πολιτικές και κοινοβουλευτικές ήττες. Από την κατάρρευση του αφηγήματος περί 4ου Μνημονίου, μέχρι τη διάψευση των προσδοκιών για πρόκληση πολιτικών εξελίξεων με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών και από την αύξηση του κατώτατου μισθού μέχρι την επιτυχημένη έξοδο στις αγορές, η ΝΔ έχει ηττηθεί σε όλα τα πεδία. 

Και πλέον φαίνεται να κατανοεί όσο και αν θέλει να το απωθεί ότι μια νέα ήττα της στις ερχόμενες εκλογές είναι ένα εξαιρετικά πιθανό – αν όχι το πιθανότερο -σενάριο. Και ως γνωστόν το σύμπτωμα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η επιστροφή του απωθημένου. 

Δήλωση για τον κο Μητσοτάκη
Το ύφος, το λεξιλόγιο, οι χαρακτηρισμοί, οι ύβρεις του κ. Μητσοτάκη αποδεικνύουν ότι τελικά ο ίδιος επιτελεί αυτά που καταγγέλλει.
 
Είναι ο ίδιος που καλεί τον Πρόεδρο της Βουλής -ο οποίος έχει επιδείξει αναμφισβήτητη θεσμική προσήλωση καθ’ όλη τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων του- να αγνοήσει τις θέσεις τόσο του Προέδρου της Κυβέρνησης που απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής όσο και εκλεγμένων βουλευτών του ελληνικού κοινοβουλίου.
 
Είναι ο ίδιος που εξαπολύει ανυπόστατες καταγγελίες, υιοθετεί ψευδείς ειδήσεις και ακροδεξιές πρακτικές προσπαθώντας να παρουσιάσει τον εαυτό του ως υπερασπιστή των θεσμών και του κοινοβουλευτισμού.
 
Το αποτέλεσμα είναι βεβαίως γκροτέσκο αλλά ταυτόχρονα και επικίνδυνο.
 
Το γεγονός ότι στον κ. Μητσοτάκη δεν αρέσει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που έχει διαμορφωθεί δεν σημαίνει ότι του επιτρέπεται να προσβάλλει τους θεσμούς και τους αντιπροσώπους του ελληνικού λαού.
Αν ο ίδιος μέσα στο στρατηγικό του αδιέξοδο και μετά τις αλλεπάλληλες πολιτικές και κοινοβουλευτικές του ήττες αδυνατεί να ξεχωρίσει την πολιτική από την παραπολιτική, τις ύβρεις από την κριτική, την επιχειρηματολογία από την προπαγάνδα, αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε και υποχρεωμένοι να παρακολουθούμε τις λεκτικές, πολιτικές και θεσμικές του απρέπειες.
Συνέντευξη στην ΕΡΤ1 και τους δημοσιογράφους Ν. Παναγιωτόπουλο και Μ. Αλεξάκη

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Η συνάντηση που θα έχει σήμερα ο πρωθυπουργός με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία είναι μία προαναγγελθείσα συνάντηση που εκτιμώ ότι έχει τους όρους και τις προϋποθέσεις να δημιουργήσει ένα θετικό κλίμα στις σχέσεις μας με την Τουρκία ιδιαιτέρως σε μία περίοδο που οι διμερείς σχέσεις αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες προκλήσεις.

Οι συναντήσεις μεταξύ των ηγετών δε γίνονται μόνο για να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις ούτε γίνονται όταν οι σχέσεις μεταξύ των κρατών είναι στο ζενίθ τους αλλά γίνονται και όταν υπάρχουν πραγματικά προβλήματα ώστε αυτά να μπορέσουν να επιλυθούν. Αν δεν υπάρχει επικοινωνία και συζήτηση και αν δεν υπάρχουν σχέσεις εμπιστοσύνης τότε θα είναι αδύνατο να βελτιωθούν οι διμερείς σχέσεις.

Θεωρώ πως υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να δημιουργήσουμε ένα κλίμα αποκλιμάκωσης μιας σχετικής έντασης που υπάρχει ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και να προσπαθήσουμε να βάλουμε ένα λιθαράκι για να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας σε όλα τα πεδία. Υπάρχουν πάρα πολλά ανοιχτά ζητήματα στην ατζέντα και εκτιμώ ότι θα είναι μια κρίσιμη, σημαντική αλλά και εποικοδομητική.

Η ελληνική και η τουρκική πλευρά έχουν πάγιες θέσεις. Το ζητούμενο είναι να δούμε αν μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα στην κατεύθυνση επίλυσης κάποιων από των διαφορών που έχουμε. Η συνάντηση γίνεται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη και σημαντική περίοδο που εμείς θα πρέπει να προσανατολιζόμαστε στην κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης και στην προσπάθεια να οικοδομούμε σχέσεις εμπιστοσύνης.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Με δεδομένη τη θετική κατάληξη των διαπραγματεύσεων και την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών περνάμε σε μια νέα φάση στις σχέσεις μας με τους γείτονες και τη Βαλκανική. Η Συμφωνία των Πρεσπών ήρθε για να κλείσει ένα μέτωπο και σε αυτή τη νέα εποχή προσανατολιζόμαστε εκεί που υπάρχουν πραγματικά σημαντικά θέματα δηλαδή στα ανατολικά μας σύνορα και τις σχέσεις μας με την Τουρκία.

Η στάση της ΝΔ να  αμφισβητεί την τήρηση της εθνικής γραμμής στο Μακεδονικό αποτελεί μια κοντόφθαλμη αντιπολιτευτική επιλογή καθώς η κυβέρνηση τήρησε όλες τις κόκκινες γραμμές. Η ΝΔ είναι αυτή τη στιγμή το μοναδικό πολιτικό κόμμα που ανήκει στο δημοκρατικό τόξο στην Ευρώπη το οποίο αμφισβητεί την ωφέλεια αλλά και τη σημασία της Συμφωνίας. Δεν υπάρχει άλλο τέτοιο ούτε καν στο ΕΛΚ.

ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ο κ. Μητσοτάκης έχει τεράστια ευθύνη για την αντιπαράθεση που προκλήθηκε στην Ελλάδα σε σχέση με τη Συμφωνία. Αστόχαστα, υποτίμησε τη δυναμική που θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακροδεξιά μορφώματα και πρακτικές και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την ευαισθησία κάποιων τμημάτων του πληθυσμού και να υπερθεματίσει, μετατοπίζοντας τη ΝΔ στο δεξιό άκρο του φάσματος.

Αυτό δεν το έκανε μόνο για πολιτικό τακτικισμό αλλά το έκανε γιατί διαφορετικά πιθανόν να αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα στο κόμμα του. Από τη μία υπάρχουν συγκεκριμένες φιλελεύθερες, κεντροδεξιές δυνάμεις που δε συμφωνούν με τον κο Μητσοτάκη και από την άλλη υπάρχει ένας σκληρός, ηγετικός ακροδεξιός πυρήνας που συγκροτείται γύρω από τους κκ. Σαμαρά, Βορίδη, Γεωργιάδη. Εκεί έχει εκχωρήσει την αρχηγία της ΝΔ. Είναι κατ’ επίφαση αρχηγός καθώς η καθοδηγητική πολιτική και οι τακτικές της ΝΔ σχεδιάζονται από την ομάδα Σαμαρά – Βορίδη – Γεωργιάδη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΕΛ

Ο κ. Καμμένος διατηρεί τη δική του πολιτική θέση στο ονοματολογικό και επέλεξε να αποχωρήσει από την κυβέρνηση. Αλλά από εκεί και πέρα υπήρξαν αρκετοί βουλευτές και των ΑΝΕΛ οι οποίοι δεν τον ακολούθησαν καθώς θεώρησαν ότι αποτελεί κεντρικό πολιτικό στόχος να κυρωθεί η συμφωνία και να ολοκληρώσει η κυβέρνηση τη συνταγματική της θητεία. Δεν βλέπω τίποτα πολιτικά παράδοξο ή παράλογο σε αυτό. Η όποια ένταση καλλιεργείται από την πλευρά της αντιπολίτευσης καθώς δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ουσιαστική αντιπολίτευση επί των πολιτικών θεμάτων.

Η κυβέρνηση κρατά τα 4 χρόνια της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ που οδήγησαν τη χώρα εκτός μνημονίων και στην οικονομική ανασυγκρότηση. Η συνεργασία ήταν εντιμότατη. Από εκεί και πέρα ο κ. Καμμένος μπορεί να αντιπολιτεύεται με τον τρόπο που επιλέγει. Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε. Όλοι οι βουλευτές τοποθετήθηκαν με βάση το εθνικό τους καθήκον έτσι όπως εκείνοι το αντιλαμβάνονται ενώ και κυβέρνηση λειτούργησε με απόλυτα θεσμικό τρόπο.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΕΣ «ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ»

Ο καθένας μπορεί να καταγγέλλει ό,τι θέλει αλλά παίρνει και την ευθύνη των όσων λέει. Τις τελευταίες τρεις εβδομάδες η ΝΔ υιοθετεί όποιο σενάριο και παραλογισμό κυκλοφορεί στον κίτρινο Τύπο. Ωστόσο όταν κάποιοι πετούν λάσπη στον ανεμιστήρα και καταγγελίες που δεν έχουν έρεισμα στην πραγματικότητα τότε να μη ζητάτε από μας να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Γατί αυτό οδηγεί στον ευτελισμό. Η κυβέρνηση δεν θα ακολουθήσει στον ευτελισμό της πολιτικής ζωής γιατί εκτός των άλλων αυτό σε τελική ανάλυση ενισχύει ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Καλώ τη ΝΔ και συνολικά την αντιπολίτευση να ξανασκεφτούν τον τρόπο που αντιπολιτεύονται.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Μετά τη συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε μια συνθήκη στο ελληνικό κοινοβούλιο την οποία η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ έκριναν ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουν με ένα δημοκρατικό τρόπο. Δηλαδή να θέσουν στο κοινοβούλιο το ζήτημα και να πουν ότι εδώ υπάρχει μια κοινοβουλευτική ομάδα η οποία έχει διαλυθεί ενώ υπάρχουν και άλλες οι οποίες βρίσκονται στο όριο εξαιτίας μιας συνθήκης που έχει προκύψει και ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης όπου για πρώτη φορά έχουμε 8 κόμματα στο Κοινοβούλιο από το 2012, έχουμε κυβερνήσεις συνεργασιών, έχουμε μια ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού. Και είπαμε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των δικαιωμάτων των κομμάτων που έχουν εισέλθει στο ελληνικό κοινοβούλιο. 

Αυτό φάνηκε από τη μεριά της ΝΔ να διαβάζεται ως αποτέλεσμα του εκβιασμού του κ. Καμμένου προς τον Πρωθυπουργό και από τη μεριά των άλλων κοινοβουλευτικών κομμάτων απορρίφθηκε αυτή η πρόταση. Επομένως, τι πιο φυσιολογικό από την πλευρά του Πρωθυπουργού να αποσύρει αυτή την πολιτική πρόταση από το τραπέζι και να πει ότι εφόσον δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση εγώ δεν πρόκειται να δώσω τροφή στα ανόητα σενάρια που διακινεί η ΝΔ και ότι τελείωσε αυτό το κεφάλαιο και ότι πάμε παρακάτω.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ

Για τις επικρίσεις της ΝΔ περί κυβέρνησης μειοψηφίας θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν είμαστε μειοψηφία από τη στιγμή που η ψήφος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση μετρά 145 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ συν τους 6, δηλαδή 151. Τόσο ο κος Παπαχριστόπουλος όσο και ο κος Ζουράρις έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση καθώς εκτίμησαν ότι πρέπει η κυβέρνηση να ολοκληρώσει το έργο της. Τι αντιφατικό βρίσκετε στην ψήφο εμπιστοσύνης που έδωσαν στην κυβέρνηση οι 6 και στο γεγονός ότι λένε μέσω της επιστολής τους ότι η αρχική τοποθέτηση σε σχέση με τα νομοσχέδια είναι ότι ψηφίζουμε υπέρ;

Από τους 6 βουλευτές οι 3 είναι υπουργοί της κυβέρνησης. Θα ήταν παράλογο εάν 3 υπουργοί διάκεινται αρνητικά επί της αρχής στα νομοσχέδια της κυβέρνησης. Η επιστολή των 6 βουλευτών είναι αποτέλεσμα της στάσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η ΝΔ επέλεξε επί σειρά ημερών να αμφισβητεί την κυβερνητική πλειοψηφία. Πλέον το τοπίο έχει ξεκαθαριστεί, πλέον τα πράγματα κοινοβουλευτικά είναι παρά πολύ καθαρά και τακτοποιημένα. Η ΝΔ ακριβώς επειδή βρίσκεται για άλλη μια φορά στην κατάσταση όπου διαψεύδονται και καταρρέουν όλες οι ανόητες και αστόχαστες αντιρρήσεις που προβάλλει, συνεχίζει με βάση τη δύναμη της αδράνειας να επαναλαμβάνει το αφήγημα των προηγούμενων ημερών μέχρι να ανακαλύψει κάτι καινούργιο.

ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

Οι επικρίσεις της ΝΔ περί συναλλαγής της κυβέρνησης με τον Νικόλας Μαδούρο δείχνουν μια κατάσταση πλήρους εξευτελισμού της ΝΔ και του πολιτικού της λόγου. Αδυνατεί κανείς να απαντήσει στην αξιωματική αντιπολίτευση χωρίς πρώτα να βάλει τα γέλια.

Στην ουσία τώρα. Από τη μεριά της Ελλάδας έχει γίνει ξεκάθαρο ότι θα πρέπει να αποφευχθεί η όξυνση της αντιπαράθεσης στη Βενεζουέλα και καλέσαμε την ΕΕ να πάρει διπλωματικές πρωτοβουλίες για να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές προεδρικές και βουλευτικές. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να πάρει άλλη θέση, γιατί θέτει πάντα την όποια λύση στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και στη μη παρέμβαση στο εσωτερικό άλλης χώρας.

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε κοντά μας τον Υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, κ. Δημήτρη Τζανακόπουλο. Καλώς ήρθατε, καλή σας ημέρα. 

ΑΛΕΞΑΚΗ: Καλώς ήρθατε. 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καλώς σας βρήκα. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Τζανακόπουλε, γιατί αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή, η επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού στην Τουρκία, υπό το φόντο και το κλίμα αυτό των προκλήσεων της Τουρκίας και του κ. Ερντογάν;  

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε. Αυτή η επίσκεψη είχε προαναγγελθεί εδώ και αρκετό καιρό. Προετοιμάστηκε για αρκετό καιρό και νομίζω, ότι δεν έρχεται ως έκπληξη σε κανέναν. Εγώ θυμάμαι στις επίσημες ενημερώσεις των κυβερνητικών συντακτών ρωτούν συνέχεια για την ακριβή ημερομηνία, εδώ και περίπου δυόμιση – τρεις μήνες. Επομένως, νομίζω, ότι ήταν μια προαναγγελθείσα συνάντηση, η οποία εκτιμώ ότι έχει τους όρους και τις προϋποθέσεις να δημιουργήσει ένα θετικό κλίμα στις σχέσεις μας με την Τουρκία, ιδιαίτερα σε μία περίοδο, όπου πράγματι οι διμερείς σχέσεις αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες προκλήσεις. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Πολλοί λένε ότι αυτές οι προκλήσεις, ίσως επειδή είναι σε αυτή τη φάση, δεν θα έπρεπε να πάει ο Πρωθυπουργός, μήπως δημιουργήσει άλλα θέματα.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε ξανακάνει μαζί αυτή τη συζήτηση την περίοδο της επίσημης επίσκεψης του Τούρκου Προέδρου στην Αθήνα και σας είχα πει τότε – αν θυμάμαι καλά – κ. Παναγιωτόπουλε ότι οι συναντήσεις μεταξύ των ηγετών δεν γίνονται απλώς και μόνο για να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις οι ηγέτες. Δεν γίνονται μόνο όταν οι σχέσεις μεταξύ των κρατών είναι στο ζενίθ τους –αν θέλετε- ή στην καλύτερη φάση τους. Γίνονται και όταν υπάρχουν πραγματικά προβλήματα, ακριβώς για να μπορέσουν να επιλυθούν τα προβλήματα, διότι διαφορετικά αν δεν υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι, αν δεν υπάρχει επικοινωνία, αν δεν υπάρχει συζήτηση, αν δεν υπάρχουν σχέσεις εμπιστοσύνης, τότε θα είναι αδύνατον και για τις διμερείς σχέσεις να βελτιωθούν. Εγώ πιστεύω ότι έχουμε αυτή την στιγμή τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις να δημιουργήσουμε ένα κλίμα αποκλιμάκωσης μιας σχετικής έντασης που υπάρχει, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στη ΝΑ Μεσόγειο, και από εκεί και πέρα, να προσπαθήσουμε να βάλουμε ένα λιθαράκι για να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας σε όλα τα πεδία. Ξέρετε ότι έχουμε πάρα πολλά ανοιχτά ζητήματα στην ατζέντα και εκτιμώ ότι θα είναι μια κρίσιμη, σημαντική, αλλά και εποικοδομητική συνάντηση.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Οι γείτονες θέλουν, όμως, πραγματικά να λυθούν αυτά τα προβλήματα; Δηλαδή, μια μέρα πριν την επίσκεψη, ο εκπρόσωπος του Τούρκου Προέδρου λέει «δεν θα ανεχτούμε τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο», ξανά, βέβαια, και ανοίγει θέματα: «τουρκική μειονότητα», λέει, «νησιά, Αιγαίο». 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε, εδώ, εκφράζονται πάγιες θέσεις της τουρκικής πλευράς. Τις γνωρίζουμε πολύ καλά. Από εκεί και πέρα, η ελληνική πλευρά έχει τις δικές της πάγιες θέσεις και το ζητούμενο είναι να δούμε αν μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα στην κατεύθυνση επίλυσης κάποιων από τις διαφορές που έχουμε με τη γειτονική χώρα. Αυτό είναι το ζητούμενο σ’ αυτή την επίσκεψη και έχω την εντύπωση ότι γίνεται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη και σημαντική περίοδο, όπου εμείς θα πρέπει να προσανατολιζόμαστε διαρκώς στην κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης και της προσπάθειας να οικοδομούμε σχέσεις εμπιστοσύνης με τους γείτονες. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Μήπως ανοίγουμε, κ. Τζανακόπουλε, πολλά μέτωπα στα εθνικά μας; Πολλοί λένε, ότι λόγω της οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται η χώρα, στην κρίση που είχαμε, ένεκα και της Συμφωνίας των Πρεσπών…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η Συμφωνία των Πρεσπών ήρθε να κλείσει ένα μέτωπο, δεν ήρθε να ανοίξει ένα μέτωπο. Επομένως, θεωρώ ότι με δεδομένη την θετική κατάληξη που είχαν οι διαπραγματεύσεις με τη Βόρεια Μακεδονία, πλέον, και με δεδομένη την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, περνάμε σε μία νέα φάση στις σχέσεις μας με τους γείτονες, περνάμε σε μία νέα φάση στη Βαλκανική. Βρισκόμαστε σε μία νέα εποχή και, με αυτή την έννοια, έχουμε τη δυνατότητα σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική, να προσανατολιστούμε εκεί που υπάρχουν πραγματικά σημαντικά θέματα, δηλαδή στα ανατολικά μας σύνορα και στις σχέσεις μας με την Τουρκία. Άρα, λοιπόν, δεν συμφωνώ καθόλου με όσους λένε ότι ανοίγουμε πολλά εθνικά μέτωπα. Το αντίθετο κάνουμε. Κλείνουμε μέτωπα και προσανατολιζόμαστε εκεί που έχει σημασία να προσανατολιστούμε. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν θα έπρεπε να υπάρχει και μια εθνική γραμμή σε όλα αυτά; Σας κατηγορεί η αξιωματική αντιπολίτευση και για τη Συμφωνία των Πρεσπών και για το θέμα της πΓΔΜ ότι ουσιαστικά το κάνετε για να διχάσετε την αξιωματική αντιπολίτευση… ότι είναι επιζήμια η Συμφωνία αυτή.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Πρόκειται για μια κοντόφθαλμη αντιπολιτευτική επιλογή, η οποία αμφισβητεί την τήρηση της εθνικής γραμμής από τη μεριά της κυβέρνησης σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις με τη Βόρεια Μακεδονία. Νομίζω, αντιθέτως, ότι τηρήθηκαν όλες οι κόκκινες γραμμές. Δηλαδή, έχουμε μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, η οποία ισχύει erga omnes, έναντι όλων δηλαδή, και για όλες τις χρήσεις. Άρα, λοιπόν, έχω την εντύπωση ότι ουδείς σώφρων θα μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός ότι τηρήθηκε ακριβώς η εθνική γραμμή σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις με τους βόρειους γείτονές μας. Έχω την εκτίμηση, αντίθετα με τα όσα ισχυρίζεται η Ν.Δ., ότι η Συμφωνία, όχι απλώς δεν είναι επιζήμια, αλλά αντιθέτως, όπως σας έλεγα προηγουμένως, μας περνά σε ένα άλλο επίπεδο στις διμερείς σχέσεις, αλλά και στον ρόλο τον οποίο καλούμαστε να παίξουμε στη Βαλκανική, τον πρωταγωνιστικό ρόλο για να προωθηθούν σχέσεις συνεργασίας, φιλίας, αλληλεγγύης. Και προσέξτε, αυτό δεν είναι μόνον η δική μας εκτίμηση. Αυτό είναι η εκτίμηση του συνόλου, αν θέλετε, του διεθνούς Τύπου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Στο εσωτερικό, κοιτάτε κ. Υπουργέ, όμως; Δηλαδή τις αντιδράσεις του κόσμου… 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως, θα σας απαντήσω και γι’ αυτό. Διότι, αυτή τη στιγμή, προσέξτε, η Ν.Δ. είναι ίσως το μοναδικό πολιτικό κόμμα που ανήκει στο δημοκρατικό τόξο στην Ευρώπη, το οποίο αμφισβητεί την ωφέλεια, αλλά και τη σημασία της Συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν είναι υπάρχει άλλο τέτοιο. Δεν υπάρχει. Ούτε καν στο ΕΛΚ δεν έχουν διανοηθεί καν να αμφισβητήσουν τη σημασία και την ωφέλεια της Συμφωνίας των Πρεσπών. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σας λέει, όμως, ότι το 60% του ελληνικού λαού είναι αντίθετο.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Προσέξτε τώρα: Η Ν.Δ., σε σχέση με την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση και ιδεολογική αντιπαράθεση, η οποία έχει προκληθεί στην Ελλάδα σε σχέση με τη Συμφωνία των Πρεσπών, έχει τεράστια ευθύνη. Έχει τεράστια ευθύνη, γιατί επέλεξε μια γραμμή, η οποία δεν ήταν γραμμή μετριοπάθειας. Αντιθέτως, θέλησε για πολιτικούς λόγους και αστόχαστα μάλιστα, διότι, κατά τη γνώμη μου, υποτίμησε ο κ. Μητσοτάκης τη δυναμική που θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακροδεξιά πολιτικά μορφώματα και ακροδεξιές ιδεολογικές πρακτικές. Επέλεξε, λοιπόν, να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την ευαισθησία κάποιων τμημάτων του πληθυσμού και να υπερθεματίσει και με τον τρόπο αυτό νομίζω ότι μετατόπισε τη Ν.Δ. στο δεξιό άκρο του φάσματος. Αυτό, βεβαίως, δεν το έκανε μόνο εξαιτίας, αν θέλετε, ενός πολιτικού τακτικισμού. Το έκανε και διότι διαφορετικά, πιθανόν να αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό του κόμματός του, καθώς, όπως ξέρετε, είναι δεδομένη η αντίφαση που υπάρχει αυτή τη στιγμή στη Ν.Δ.. Από τη μια μεριά, υπάρχουν συγκεκριμένες φιλελεύθερες κεντροδεξιές δυνάμεις, οι οποίες δεν συμφωνούν με την τακτική την οποία υιοθετεί ο κ. Μητσοτάκης. Από την άλλη μεριά, υπάρχει ένας σκληρός ακροδεξιός πυρήνας ηγετικός, ο οποίος συγκροτείται γύρω από τον κ. Σαμαρά, τον κ. Βορίδη και τον κ. Γεωργιάδη και στον οποίο ακριβώς αυτόν πυρήνα, ο κ. Μητσοτάκης έχει εκχωρήσει την αρχηγία της Ν.Δ.. Ο κ. Μητσοτάκης, στην πραγματικότητα είναι ένας κατ΄ επίφαση μόνο αρχηγός. Την καθοδηγητική πολιτική και τις τακτικές της Ν.Δ. είναι δεδομένο και γνωστό σε όλους -σχολιάζεται παντού- σχεδιάζεται από την ομάδα Σαμαρά-Βορίδη-Γεωργιάδη.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Πάμε στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και τις παρενέργειες που έχει αυτή η Συμφωνία. Απαντούν, λοιπόν, από τη Ν.Δ. και λένε «μα, εσείς χάσατε τον κυβερνητικό σας εταίρο». Δηλαδή, ο κ. Καμμένος έφυγε και έχουμε όλες αυτές τις αντιδράσεις πια και ο κ. Καμμένος, ο πρώην κυβερνητικός εταίρος, σας καταγγέλλει για αυτή τη Συμφωνία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ποιες είναι οι αντιδράσεις; Εννοείτε στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος; Ο κ. Καμμένος διατηρεί τη δική του πολιτική θέση στο θέμα αυτό. Αλλά, από εκεί και πέρα, η ελληνική Βουλή, με πλειοψηφία, έτσι όπως ορίζεται από το Σύνταγμα, αποφάσισε…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: «Κουρελού» κυβέρνηση, σας λέει, με δεκανίκια από το χθες.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να απαντήσουμε ένα-ένα τα ερωτήματα; Με ρωτήσατε, λοιπόν, για τον κ. Καμμένο. Ο κ. Καμμένος, εδώ και ένα χρόνο και κάτι, είχε πει ότι η πολιτική του τοποθέτηση είναι απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών. Επέλεξε να αποχωρήσει από την κυβέρνηση και να αποσύρει την εμπιστοσύνη του. Από εκεί και πέρα, υπήρξαν αρκετοί βουλευτές και των ΑΝΕΛ, οι οποίοι δεν τον ακολούθησαν σε αυτή την πολιτική του απόφαση, διότι θεώρησαν ότι είναι κεντρικός πολιτικός στόχος να κυρωθεί η Συμφωνία των Πρεσπών και είναι επίσης, ένας  σημαντικός πολιτικός στόχος να ολοκληρώσει αυτή η κυβέρνηση, την οποία επί τέσσερα χρόνια στήριζαν, τη συνταγματική της θητεία και το έργο της. Εγώ δεν βλέπω τίποτα πολιτικά παράδοξο ούτε τίποτα πολιτικά παράλογο εδώ. Αυτό το οποίο βλέπω είναι μια ένταση, η οποία καλλιεργείται από τη μεριά της αντιπολίτευσης. Και για ποιο λίγο διατηρείται αυτή η ένταση; Διότι, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ουσιαστική αντιπολίτευση από τη μεριά τους. Δηλαδή, δεν υπάρχει αντιπολίτευση επί της ουσίας των πολιτικών θεμάτων. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ένταση με φωνές, με κραυγές, με διαρκείς καταγγελίες. Και ο λόγος ποιος είναι; Ο λόγος είναι ότι συγκεκριμένοι βουλευτές ακολουθούν τη φωνή της συνείδησής τους και τοποθετούνται πολιτικά και παίρνουν την ευθύνη γι’  αυτό στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Δηλαδή, τι πιο λογικό και τι πιο φυσιολογικό για μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Ελλάδα.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Ο κ. Καμμένος είχε κάνει ευθείς επιθέσεις πάντως, και στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού και tweet βλέπουμε, σχεδόν καθημερινώς. Θέλω να πω, ότι η ένταση αυτή δεν δημιουργείται μόνο από την αντιπολίτευση.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο κ. Καμμένος πλέον είναι στην αντιπολίτευση.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Σωστό. Αλλά ήταν και ο πρώην κυβερνητικός εταίρος.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως. Και εγώ έχω πει, επίσης, αρκετές φορές ότι εμείς κρατάμε τα τέσσερα χρόνια της συνεργασίας μας, η οποία οδήγησε τη χώρα έξω από τα μνημόνια, οδήγησε τη χώρα στην οικονομική ανασυγκρότηση, οδήγησε τη χώρα να κάνει τα πρώτα βήματα έξω από την οικονομική κρίση. Και από εκεί και πέρα, ο κ. Καμμένος μπορεί, αν θέλει, να αντιπολιτεύεται πλέον την κυβέρνηση με τον τρόπο που επιλέγει. Εμείς δεν πρόκειται να ακολουθήσουμε.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Λέει, όμως, ότι δεν ήταν έντιμη αυτή η συνεργασία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:  Ήταν εντιμότατη η συνεργασία. Και εδώ πρέπει να απαντήσω ευθέως στον κ. Καμμένο ότι οι βουλευτές όλοι τοποθετήθηκαν με βάση τη συνείδησή τους, με βάση το εθνικό τους καθήκον, έτσι όπως εκείνοι το αντιλαμβάνονταν. Και γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο νομίζω ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργήσαμε κοινοβουλευτικά, είναι τρόπος απόλυτης θεσμικής…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Και όχι συναλλαγής για τις καρέκλες, κύριε Υπουργέ;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μα, τι μου λέτε τώρα; Ωστόσο, ξέρετε κάτι; Βγήκαν και κατήγγειλαν επίσης, ότι ο Πρωθυπουργός έκανε ταξίδι στις Μαλδίβες. Το να κάνει κανείς…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Το έκανε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Είμαστε σοβαροί; Το να κάνει κανείς μια καταγγελία…

ΑΛΕΞΑΚΗ: Το θέμα δεν είναι αν το έκανε, ότι στήθηκε επιχείρηση για να γυρίσει.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ, αυτό το οποίο θέλω να σας πω είναι το εξής: Ο καθένας μπορεί να καταγγέλλει ό,τι θέλει ή μάλλον και παίρνει την ευθύνη γι αυτό το οποίο λέει. Ωστόσο, όταν πετάμε λάσπη στον ανεμιστήρα, όταν αρχίζουμε καταγγελίες, οι οποίες είναι αστήριχτες, είναι ατεκμηρίωτες, δεν έχουν κανένα έρεισμα στην πραγματικότητα και στα γεγονότα, μην ζητάτε από μας να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Διότι, αυτός ο τρόπος είναι επί της ουσίας, αυτός ο τρόπος πολιτικού διαλόγου και πολιτικής αντιπαράθεσης είναι που οδηγεί τελικά στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος, στον ευτελισμό, στην αδυναμία να υπάρξει ουσιαστικός πολιτικός διάλογος. Εμείς, σε αυτού του τύπου τη συζήτηση, ας πούμε, των αλληλοκαταγγελιών, δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε, ούτε πρόκειται να ακολουθήσουμε. Διότι, θεωρούμε ότι βλάπτει επί της ουσίας το πολιτικό σύστημα. Και τι κάνει σε τελευταία ανάλυση; Ενισχύει αντιπολιτικές, δηλαδή ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Και αυτό, η Ν.Δ., αλλά και όσοι ακολουθούν τέτοιου τύπου αντιπολίτευση, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Διότι, αυτοί είναι που στην πραγματικότητα προκαλούν ζημιά στο πολιτικό σύστημα και στους όρους διεξαγωγής του δημοκρατικού διαλόγου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Υπουργέ, δεν είναι παράδοξο, παράλογο, δεν ξέρω, δεν βάζω χαρακτηρισμό, το να υπάρχουν έξι βουλευτές, οι δύο εκ των οποίων να ανήκουν σε άλλη Κ.Ο. και να στέλνουν μια επιστολή και να λένε ότι εμείς στηρίζουμε…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω το εξής: Ο κ. Παπαχριστόπουλος, κατ΄ αρχάς, έχει δηλώσει ότι θα παραιτηθεί, αφού ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες που σχετίζονται με την κύρωση του Πρωτοκόλλου Εισδοχής της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Ο κ. Ζουράρις είναι ανεξάρτητος βουλευτής, συνεργαζόμενος με την Κ.Ο. των ΑΝΕΛ. Όμως, υπάρχει μια πολιτική διαφορά εδώ. Η πολιτική διαφορά είναι ότι και οι δύο αυτοί βουλευτές στήριξαν την κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της ψήφους εμπιστοσύνης. Για ποιο λόγο το έκαναν αυτό; Με συγκεκριμένο πολιτικό σκεπτικό, ανεξαρτήτως της πολιτικής τους τοποθέτησης για τη Συμφωνία των Πρεσπών, και οι δύο είπαν ότι αυτή η κυβέρνηση οφείλει να ολοκληρώσει το έργο της. Πώς θα ολοκληρώσει το έργο της; Τι, δηλαδή, αντιφατικό βρίσκετε στην ψήφο που έδωσαν υπέρ της εμπιστοσύνης της κυβέρνησης και στο γεγονός ότι λένε ότι προφανώς η αρχική τοποθέτηση, σε σχέση με τα νομοσχέδια, είναι ότι ψηφίζουμε υπέρ. Δηλαδή, τι γίνεται στην Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ; Η Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, αν θέλετε, by default, είναι θετική στα νομοσχέδια που προτείνει η κυβέρνηση. Από εκεί και πέρα, προφανώς, αυτό δεν αφαιρεί από τον οποιονδήποτε βουλευτή της συμπολίτευσης το δικαίωμά του να διαφωνήσει, να καταψηφίσει, να καταθέσει τις απόψεις του. Επομένως, δεν καταλαβαίνω πού συνίστανται ακριβώς, οι καταγγελίες περί παιχνιδιών συναλλαγής, περί κυβέρνησης «κουρελού», περί θεσμικής και συνταγματικής εκτροπής, που είναι καταγγελίες, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, αστόχαστα εκσφενδονίζονται από τη μεριά της Ν.Δ..

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σε σχέση με τους βουλευτές, αλλά και όλο αυτό το σενάριο που είχαμε τις τελευταίες ημέρες για την αλλαγή του Κανονισμού, όπου η αξιωματική αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι ο Πρωθυπουργός είναι εκβιαζόμενος…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Πάλι, πάλι καταγγέλλει θα πω. Γενικώς, η Ν.Δ., τις τελευταίες τρεις εβδομάδες δεν κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να καταγγέλλει.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Ο ρόλος της αντιπολίτευσης είναι αυτός, μεταξύ άλλων.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, ο ρόλος της αντιπολίτευσης δεν είναι να καταγγέλλει. Ο ρόλος της αντιπολίτευσης είναι να ασκεί πολιτική κριτική, να ελέγχει, να καταθέτει ερωτήσεις, αλλά όχι να υιοθετεί οποιοδήποτε συνωμοσιολογικό σενάριο κυκλοφορεί στον κίτρινο Τύπο, οποιαδήποτε –αν θέλετε- παραδοξολογία και οποιοδήποτε παραλογισμό κυκλοφορεί στη δημόσια σφαίρα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σε σχέση με τον εκβιασμό του Πρωθυπουργού για το θέμα της αλλαγής του Κανονισμού της Βουλής. Υπήρξε όλη αυτή η εικόνα. 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Πρωθυπουργός ζήτησε από τον κ. Βούτση, τον Πρόεδρο της Βουλής, να αλλάξει ο Κανονισμός;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να θέσουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση; Μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, πράγματι υπήρξε μια συνθήκη στο ελληνικό Κοινοβούλιο για την οποία η κυβέρνηση, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ έκριναν ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν με έναν δημοκρατικό τρόπο. Δηλαδή, να θέσουν στη συζήτηση στο Κοινοβούλιο το ζήτημα αυτό και να πουν, ότι εδώ υπάρχει μια Κ.Ο. η οποία έχει διαλυθεί, υπάρχουν άλλες Κ.Ο., οι οποίες βρίσκονται στο όριο. Επομένως, εξαιτίας ακριβώς μιας πολιτικής συνθήκης, που έχει προκύψει και ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης –για πρώτη φορά στο ελληνικό Κοινοβούλιο έχουμε οκτώ κόμματα, για πρώτη φορά από το 2012 έχουμε κυβερνήσεις συνεργασίας, για πρώτη φορά βλέπουμε αλλαγές πολιτικών τοποθετήσεων εξαιτίας της ρευστότητας του πολιτικού σκηνικού και της ρευστότητας των πολιτικών ταυτοτήτων κατά τη διάρκεια των κοινοβουλευτικών περιόδων- εμείς είπαμε ότι πρέπει να τεθεί ένα ζήτημα σε σχέση με την προστασία των δικαιωμάτων πολιτικών κομμάτων, τα οποία έχουν εισέλθει στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Αυτό φάνηκε από τη μεριά της μεν Ν.Δ. να διαβάζεται ως αποτέλεσμα του εκβιασμού του κ. Καμμένου προς τον Πρωθυπουργό και από τη μεριά των άλλων κοινοβουλευτικών κομμάτων, δηλαδή και του Ποταμιού και των ΑΝΕΛ, απορρίφτηκε αυτή η πρόταση. Επομένως, τι πιο φυσιολογικό από τη μεριά του Πρωθυπουργού να αποσύρει αυτή την πολιτική πρόταση από το τραπέζι και να πει ότι, ότι εφόσον δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση, εγώ δεν πρόκειται να δώσω τροφή στα ανόητα σενάρια που διακινεί η Ν.Δ., τελείωσε αυτό το κεφάλαιο, πηγαίνουμε παρακάτω. Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, πού ακριβώς είναι το παράδοξο, πού είναι το παράλογο, πού είναι το πολιτικό ζήτημα το οποίο θεωρούμε ότι έχει προκύψει.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Από εδώ και πέρα, σε σχέση με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η Ν.Δ. και η αντιπολίτευση σας λένε ότι είστε μειοψηφία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μας καταγγέλλουν ότι είμαστε μειοψηφία.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Είστε μειοψηφία. Μπορείτε να εξαντλήσετε τη θητεία με αυτούς τους όρους;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ωστόσο, δεν είμαστε. Σας είπα και προηγουμένως: η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, από τη στιγμή που έγινε δεκτή η ψήφος εμπιστοσύνης, μέτραγε 145 συν 6 βουλευτές.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ως Κοινοβουλευτική Ομάδα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν συγκροτείται μόνον από μια Κ.Ο.. Συγκροτείται από τους 145 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ συν τους 6 , εκ των οποίων, σας θυμίζω, ότι οι 3 είναι υπουργοί της κυβέρνησης. Άρα, λοιπόν, νομίζω ότι θα ήταν παράλογο υπουργοί της κυβέρνησης επί της αρχής να διάκεινται αρνητικά απέναντι στα νομοσχέδια, τα οποία καταθέτει και προτείνει η κυβέρνηση.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Γιατί υπήρξε η ανάγκη να αποσταλεί αυτή η επιστολή;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Διότι, η Ν.Δ. επέλεξε, επί σειρά ημερών, να αμφισβητεί ακριβώς την κυβερνητική πλειοψηφία. Πλέον, το τοπίο έχει ξεκαθαριστεί. Πλέον, τα πράγματα κοινοβουλευτικά είναι πάρα πολύ καθαρά, είναι τακτοποιημένα και η Ν.Δ., ακριβώς, επειδή βρίσκεται για άλλη μια φορά σε ένα σημείο όπου διαψεύδεται και καταρρέουν όλες οι ατεκμηρίωτες, αστόχαστες και ανόητες αντιρρήσεις τις οποίες συνήθως προβάλλει, διότι περί αυτού πρόκειται, συνεχίζει –αν θέλετε- με βάση τη δύναμη της αδράνειας, να επαναλαμβάνει το αφήγημα των προηγούμενων ημερών, μέχρι να ανακαλύψει ένα καινούργιο. Αυτή είναι η κατάσταση.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Επειδή λέτε για κατηγορίες, τώρα πάω σε άλλο θέμα. Πριν πάμε στην οικονομία, πάμε σε ένα άλλο θέμα που σας κατηγορεί η αντιπολίτευση: Βενεζουέλα. Θέλω να μας πείτε λίγο, υπάρχουν συναλλαγές με τον Μαδούρο της κυβέρνησης; Επίσης, το άλλο για το οποίο σας κατηγορούν είναι ότι είμαστε σε μια περίοδο πολύ καλών σχέσεων με τις ΗΠΑ. Εναντιωνόμαστε; Κατ΄ αρχάς, είμαστε οι μόνοι στην Ε.Ε, που έχουμε άλλη θέση;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, δεν είμαστε.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω το εξής: Ακόμα και εσείς οι ίδιοι, που προφανώς κάνετε τη δουλειά σας και οφείλετε να ρωτάτε με βάση και αυτά που κάθε φορά υποστηρίζει η αξιωματική αντιπολίτευση, γελάτε με αυτές τις ερωτήσεις. Διότι, συναλλαγή με τους βουλευτές, συναλλαγή με τον Καμμένο, συναλλαγή με τον Μαδούρο, συναλλαγή από εδώ, συναλλαγή από εκεί. Δηλαδή, πρόκειται τώρα για μια κατάσταση πλήρους εξευτελισμού της Ν.Δ. και του επιπέδου του πολιτικού της λόγου. Η Ν.Δ. δεν ήταν αυτό το πολιτικό κόμμα. Ήταν ένα σοβαρό κεντροδεξιό, φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό κόμμα, το οποίο συνήθιζε να κάνει πολιτική κριτική ενός άλφα επιπέδου. Αυτή τη στιγμή, πλέον, έχουμε περάσει σε ένα επίπεδο που πλέον αδυνατεί κανείς να απαντήσει. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βάλει τα γέλια με αυτά που ακούγονται από τη μεριά της Ν.Δ.

Επί της ουσίας τώρα, σε σχέση με τη Βενεζουέλα. Από τη μεριά της Ελλάδας έχει γίνει απολύτως ξεκάθαρο –και βεβαίως δεν είμαστε μόνοι μας, είναι και άλλες χώρες της Ε.Ε., οι οποίες υποστηρίζουν αυτή την πολιτική γραμμή- ότι θα πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί η όξυνση της αντιπαράθεσης στη Βενεζουέλα. Και αυτό, μπορεί να γίνει μόνο μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών, τις οποίες καλέσαμε και βεβαίως, η Ε.Ε. δέχτηκε να πάρει στη Βενεζουέλα, έτσι ώστε οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις να μπορέσουν να εκκινήσουν έναν διάλογο και βεβαίως, να οδηγηθούμε τελικά σε νέες προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές. Για ποιο λόγο; Για να αρθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση σε σχέση με το ποιος έχει τον αποτελεσματικό, αν θέλετε, και δημοκρατικά εγγυημένο έλεγχο στη Βενεζουέλα. Αυτή είναι η πολιτική τοποθέτηση της ελληνικής κυβέρνησης. Και δε νομίζω ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε οποιαδήποτε άλλη θέση, με δεδομένο το γεγονός ότι είμαστε μια κυβέρνηση που πάντοτε στις διεθνείς σχέσεις θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και φυσικά τον κανόνα να μην παρεμβαίνουμε στα εσωτερικά τρίτου κράτους.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Και επειδή έχουμε δύο λεπτά, κύριε Υπουργέ, οι κλασικές ερωτήσεις: Ανασχηματισμός, εκλογές.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω, ότι στις κλασικές ερωτήσεις είναι λογικό να περιμένετε και κλασικές απαντήσεις. Ο ανασχηματισμός δεν προαναγγέλλεται και οι εκλογές, όπως έχουμε πει πάρα πολλές φορές, θα γίνουν τον Οκτώβριο του 2019, καθώς πολιτικός στόχος της κυβέρνησης είναι να εξαντλήσει τη συνταγματική της θητεία.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Πάντως, λείπουν θέσεις στο Υπουργικό Συμβούλιο λόγω της αποχώρησης κάποιων…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν λείπει κάποιος υπουργός, από εκεί και πέρα…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Αντικαταστάθηκε ο κ.Καμμένος

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτά είναι ζητήματα, τα οποία ο μοναδικός που έχει το δικαίωμα να εκφράζεται γι’  αυτά είναι ο Πρωθυπουργός.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Υπουργέ, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ σας ευχαριστώ. Να είστε καλά.

Συνέντευξη στην ε/φ «Η ΕΠΟΧΗ» και τους δημοσιογράφους Ι. Δρόσου και Π. Κλαυδιανό

Πέρασε ο σκόπελος της κύρωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών και μένει η εφαρμογή της. Τι πρωτοβουλίες (πολιτικές, πολιτιστικές, κινηματικές, θεσμικές) χρειάζεται να παρθούν ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα που δημιουργήθηκε από τα τριάντα χρόνια που εκκρεμούσε το μακεδονικό; 

 Πράγματι, μετά και την κύρωση της Συμφωνίας, μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο για τις σχέσεις των δύο κρατών. Οι διαδικαστικές ενέργειες για την τήρηση της συμφωνίας είναι προδιαγεγραμμένες, όμως το κομβικό ζήτημα είναι οι πρωτοβουλίες συνεργασίας που θα ληφθούν σε βάθος χρόνου μεταξύ των δύο χωρών. 

Η Ελλάδα το προηγούμενο διάστημα προσπάθησε να παίξει έναν κεντρικό ρόλο στα Βαλκάνια μέσω των πολυμερών σχημάτων συνεργασίας που έχει αναπτύξει με Σερβία, Ρουμανία και Βουλγαρία, εκεί όπου δημιουργήθηκαν όροι εμβάθυνσης της συνεργασίας και των φιλικών σχέσεων των χωρών της βαλκανικής. 

Νομίζω όμως ότι το κρισιμότερο είναι η μάχη εναντίον του εθνικισμού. Η πρώτη ήττα του εθνικισμού ήρθε με την κύρωση της Συμφωνίας στην ελληνική βουλή και τη συνταγματική αναθεώρηση στη Βόρεια Μακεδονία. Η μάχη αυτή πρέπει να συνεχιστεί και δεν πρέπει να είναι πολιτική και μόνο. Αλλά πρέπει να πάρει χαρακτηριστικά μιας συνολικής αντιπαράθεσης με τα εθνικιστικά ιδεώδη αλλά και τα ιδεολογικά αφηγήματα της άκρας δεξιάς. Και σε αυτόν τον συνολικό αγώνα πρέπει να συστρατευτούν όλοι: τα κοινωνικά κινήματα, ο κόσμος της εκπαίδευσης, θεσμικοί φορείς, πολιτικά κόμματα και οργανώσεις που αντιλαμβάνονται ότι ο κίνδυνος μιας ακροδεξιάς στροφής και στην ελληνική κοινωνία είναι υπαρκτός. Πάντοτε εξάλλου η Αριστερά τόνιζε ότι ένας από τους κυριότερους εχθρούς στον μεγάλο αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση είναι ο εθνικισμός. 

Η επίλυση του Μακεδονικού, κατά τη γνώμη σου, θα μπορούσε να γίνει από άλλη κυβέρνηση, πέρα από μια κυβέρνηση της Αριστεράς; Και ύστερα, επειδή λοιδορήθηκε στην Ευρώπη η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, θεωρείς ότι αναβαθμίζεται πια το κύρος της Αριστεράς; 

Είναι αυτονόητο ότι δεν υπήρχε περίπτωση καμία άλλη κυβέρνηση, είτε από το χώρο της Κεντροαριστεράς, είτε –πολύ περισσότερο- από το χώρο της Κεντροδεξιάς να πάρει την πολιτική πρωτοβουλία. Οι διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει πολλές φορές στο παρελθόν και κάποια στιγμή υπήρχε υποχώρηση ή μετάθεση για το μέλλον, διότι καμία πολιτική δύναμη δεν είχε τα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κορμός της κυβέρνησης, για να επιλυθεί στα πλαίσια της εθνικής γραμμής και με όρους σεβασμού στην ιστορία,  το Μακεδονικό. 

Από εκεί και πέρα, είναι προφανές ότι αρκετοί σε ολόκληρη την Ευρώπη, που παλιότερα κατηγορούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Έλληνα πρωθυπουργό για ακραίο λαϊκισμό, βρέθηκαν μπροστά σε μία ανεξήγητη –εκ πρώτης όψεως- αντίφαση· Πώς είναι δυνατόν ένας δήθεν λαϊκιστής πρωθυπουργός να παίρνει μια πολιτική πρωτοβουλία, η οποία στην πραγματικότητα φέρει μαζί της ένα μεγάλο πολιτικό κόστος, εξαιτίας όσων έχουν συμβεί τα τελευταία τριάντα χρόνια στην Ελλάδα, και να καταφέρνει να οδηγήσει την διαδικασία στην ολοκλήρωση. Διότι ξέρετε στην δική τους αντίληψη και στο δικό τους λεξιλόγιο λαϊκισμός σημαίνει να διακηρύσσεις και να πράττεις πολιτικά αποκλειστικά και μόνο στη βάση της δημοφιλίας μιας πολιτικής. Σε αυτή την περίπτωση λοιπόν ο λαϊκιστής ήταν ο κύριος Μητσοτάκης και αυτή ξαναλέω είναι μια αντίφαση που σιγά σιγά παράγει τα αποτελέσματα της στην Ευρώπη. 

Ανοίγει, λοιπόν, μια συζήτηση για το βλέμμα των Ευρωπαίων προς τον ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο προέβαλε στον ΣΥΡΙΖΑ συγκεκριμένα στερεότυπα και προκαταλήψεις που είχαν για το τι είναι αυτό το πολιτικό ρεύμα, τα οποία στην πραγματικότητα κατασκεύαζαν την εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να ταιριάζει με τις χοντροκομμένες εννοιολογήσεις που ούτως ή άλλως δομούν τη σκέψη της ευρωπαϊκής ελίτ.

Το σίγουρο είναι ότι ελάχιστοι είχαν κατανοήσει – και αυτό εξακολουθεί να ισχύει πιθανόν – τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς αυτός προέρχεται από μια παράδοση που δεν γνωρίζουν. 

Δεν ξέρουν από πού προέρχεται ο ΣΥΡΙΖΑ, ποιες είναι οι καταβολές του, ποια η ιδεολογική του διαδρομή, ποια τα πολιτικά του χαρακτηριστικά. Επειδή συγκρούστηκε, και συνεχίζει να συγκρούεται, με τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής ελίτ, χαρακτηρίστηκε ως λαϊκίστικο ρεύμα. Οι αντιφάσεις αυτές μπορεί λοιπόν να οδηγήσουν σε μια αναθεώρηση της εικόνας που είχε κατασκευαστεί άλλοτε σκόπιμα άλλοτε όχι για την σημερινή κυβέρνηση αλλά και για τη χώρα. 

ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Γράφεται και λέγεται ότι η Συμφωνία των Πρεσπών προκάλεσε τριγμούς στο κομματικό σύστημα. Πιστεύεις ότι αυτή ήταν η αφορμή ή η αιτία; 

Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η κρίση αντιπροσώπευσης έφτασε στο ζενίθ της. Παραδοσιακά κόμματα  κατέρρευσαν και δημιουργήθηκε μια φυγόκεντρη δυναμική που δημιούργησε μια νέα πολιτική συνθήκη στη χώρα. Για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση, οχτώ κόμματα μπήκαν στη βουλή, εκ των οποίων τα τρία δημιουργήθηκαν μεταξύ 2011-2013, και γι’ αυτό δεν είχαν βαθιές κοινωνικές και πολιτικές ρίζες. Όσο η χώρα απομακρύνεται από την οικονομική κρίση και αμβλύνεται η κρίση αντιπροσώπευσης, είναι απολύτως δεδομένο ότι οδηγούμαστε σε έναν νέο πολιτικό διπολισμό. Η Συμφωνία των Πρεσπών έρχεται πάνω σε αυτό το έδαφος και λειτουργεί ως καταλύτης, επιταχύνοντας μια προδιαγεγραμμένη κατά τη γνώμη μου διαδικασία. 

Το Κίνημα Αλλαγής κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι προσπαθεί να σφετεριστεί το χώρο του Κέντρου. Ισχύει; 

Είδαμε το παράδοξο, όσον αφορά το ΚΙΝΑΛ, που έχει μια συγκεκριμένη πολιτική καταγωγή και αυτοτοποθετείται στο χώρο της Κεντροαριστεράς, προκειμένου να μην στηρίξει μια πολιτική πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ, να φτάνει στο σημείο να ταυτιστεί πολιτικά, σε επίπεδο ηγεσίας, με τις πιο ακραίες απόψεις της Νέας Δημοκρατίας. Το ΚΙΝΑΛ, λοιπόν, αρνούμενο τις πολιτικές του παραδόσεις και την ιδεολογία μιας φιλελεύθερης κεντροαριστερής δύναμης και χρησιμοποιώντας το οπλοστάσιο των επιχειρημάτων της ακροδεξιάς πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας, οδηγήθηκε στη σημερινή του κρίση. Αν λοιπόν θα έπρεπε να κατηγορεί κάποιον το ΚΙΝΑΛ για τις σημερινές εξελίξεις και για την αδυναμία του να εκφράσει τον προοδευτικό χώρο είναι τον ίδιο του τον εαυτό. 

Γιατί έχει επιλέξει ως στρατηγικό στόχο την ιδεολογική και πολιτική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ; 

Το ΚΙΝΑΛ, και ιδιαίτερα το πολιτικό προσωπικό που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ, διακρίνεται από πολιτική αλαζονεία και θεωρεί ότι ο φιλελεύθερος κεντροαριστερός χώρος, του ανήκει δικαιωματικά και κανείς άλλος δεν μπορεί να τον εκφράσει. Όποτε αποδεικνύεται ότι αυτός ο χώρος εκφράζεται και από άλλες δυνάμεις, το ΚΙΝΑΛ θεωρεί ότι κάποιος του κλέβει, κάτι που είναι στην απόλυτη και αδιαμφισβήτητη κυριότητά του. Επιπλέον, είναι προφανές ότι το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα από το 2000 και μετά, μετατρέπεται σε βαθιά συστημικό κόμμα, με ισχυρούς δεσμούς με οικονομικά κέντρα εξουσίας, ενώ απορροφάται από το ίδιο το κράτος. Έτσι, δεν βλέπει την πολιτική ανατροπή του 2012 ως στρατηγική ήττα αυτής της πολιτικής που ακολούθησε ιδιαίτερα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, γι’ αυτό και δεν μπορεί ποτέ να δει τον ΣΥΡΙΖΑ ως έναν όμορο χώρο, με τον οποίο θα έπρεπε να επιδιώξει συγκλίσεις και συνεργασίες. Η πολιτική ηγεσία του ΚΙΝΑΛ ανήκει στο παλιό κομματικό σύστημα και γι’ αυτό επιδιώκει την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.  

Ασκείται κριτική και στη στάση του ΚΚΕ ότι αντιβαίνει τις αρχές και τις αξίες του ιστορικού ΚΚΕ. Ποια η γνώμη σου; 

Ας μην ωραιοποιούμε την ιστορία της Αριστεράς. Τα ρεύματα εντός της Αριστεράς είχαν και έχουν διαφορετικές τοποθετήσεις, γι’ αυτό πάντα υπάρχει ιδεολογικός και θεωρητικός αγώνας εντός της Αριστεράς.  

Υπήρχαν και υπάρχουν ρεύματα στην Αριστερά που δεν έθεταν τη μάχη εναντίον του εθνικισμού και την ακροδεξιά ως πρώτη προτεραιότητα εντός της συνολικότερη μάχης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Έτσι καταλήγουν σε μια πολιτική ίσων αποστάσεων και σε παράδοξες τοποθετήσεις όπως για παράδειγμα το λεγόμενο διεθνιστικό όχι που είναι κατά τη γνώμη μου μια αντίφαση εν τοις όροις. 

Με το ΚΚΕ τα πράγματα είναι ακόμη πιο σύνθετα. Θα ήταν λογικό – αν και πάλι θα διαφωνούσαμε, αλλά σε άλλη βάση – για το ΚΚΕ να πει ότι επειδή η Συμφωνία είναι συνδεδεμένη με τη βούληση των γειτόνων μας να μπουν στο ΝΑΤΟ και επειδή δεν μπορεί να στηρίξει οποιαδήποτε ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση, την καταψηφίζει. Το πρόβλημα με τη στάση του ΚΚΕ είναι ότι έκανε ένα βήμα παραπέρα, σε σχέση με αυτή την άποψη. Άρχισε να υιοθετεί επιχειρήματα που παρήχθησαν στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος· το επιχείρημα του αλυτρωτισμού και αυτό της εκχώρησης ταυτότητας και γλώσσας. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι το ΚΚΕ ξεπέρασε τα όρια σε αυτή την αντιπαράθεση και νομίζω ότι θα πρέπει να προβληματιστεί σε αυτό. 

Από εκεί και πέρα, τίθεται ένα πρακτικό πολιτικό ερώτημα τόσο για το ΚΚΕ όσο και για τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς εκείνες ειδικά που πήραν τη θέση του λεγόμενου διεθνιστικού – αντιιμπεριαλιστικού όχι. Πώς θεωρούν αυτές οι πολιτικές δυνάμεις ότι θα πρέπει το ελληνικό κράτος να αναγνωρίσει τους γείτονές μας; Προτείνουν κάτι; Αν δεν μπορούν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, τότε οι δυνάμεις αυτές θα παραμείνουν σε επίπεδο παρεμβάσεων θεωρητικού και ιδεολογικού χαρακτήρα, που δεν έχουν επαφή με την πολιτική πραγματικότητα. 

ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΙΓΜΑ

Η πρόταση για μια συμμαχία προοδευτικών δυνάμεων είναι και πάλι στο τραπέζι. Αρκεί η Συμφωνία των Πρεσπών ως έδαφος για μια τέτοια προσπάθεια; 

Η Συμφωνία είναι καταλύτης για την έναρξη ενός αναγκαίου πολιτικού διαλόγου, που μπορεί να οδηγήσει και σε ευρύτερες συγκλίσεις. Αν και αναγκαία, όμως, δεν είναι ικανή συνθήκη για να φτιαχτεί ένα τέτοιο μέτωπο. Πρέπει να προστεθούν και άλλα ζητήματα στην ημερήσια διάταξη αυτού του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου, όπως τα ζητήματα του νέου κοινωνικού κράτους, της αναπτυξιακής πολιτικής, της αναδιανομής του εισοδήματος, της επαναρύθμισης της αγοράς εργασίας, του ύψους του μισθού, του νέου παραγωγικού μοντέλου, του ρόλου και της φύσης του κράτους. Αυτά πρέπει να τεθούν με σαφήνεια, διότι βεβαίως είναι αναγκαίες οι ευρύτερες συγκλίσεις της κεντροαριστεράς με την αριστερά, αλλά αυτές πρέπει να έχουν συγκεκριμένο πολιτικό στίγμα. Δεν μπορούν να είναι απλώς συνθήματα. 

Αυτή την ώρα δεν υπάρχουν κόμματα για να γίνει αυτός ο διάλογος… 

Υπάρχουν κινήσεις και προσωπικότητες. Πώς, άλλωστε, ξεκίνησε ο Χώρος Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς; Νομίζω ότι έχουμε την τεχνογνωσία για το πώς μπορεί να οργανωθεί μια τέτοια κίνηση, αλλά επαναλαμβάνω το μείζον είναι να προσδιοριστεί το πολιτικό στίγμα και η στρατηγική κατεύθυνση. 

Οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι πολύ κοντά. Η προσπάθεια αυτή μπορεί να αποτυπωθεί και στα ψηφοδέλτια; 

Ο πρόεδρος του κόμματος έχει πει ότι θα επιδιώξουμε τέτοια ανοίγματα και στα ψηφοδέλτιά μας. Άλλωστε, τα ψηφοδέλτια δεν απαρτίζονταν αποκλειστικά από μέλη του ΣΥΡΙΖΑ ούτε το 2015, ούτε το 2012. Η λογική των συμμαχιών και των διευρύνσεων είναι εγγεγραμμένη στο DNA του ΣΥΡΙΖΑ. 

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Την περασμένη εβδομάδα επικυρώθηκε η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού και η αύξηση του κατώτατου μισθού. Σε ποια κατεύθυνση αποφασίστηκε να γίνει αυτό; 

Είναι μια κορυφαία στιγμή αυτής της κυβέρνησης, αντίστοιχα σημαντική με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η κίνηση αυτή αποκαλύπτει τον πυρήνα της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ. Θα ήταν πολιτική ήττα αν αυτή η τετραετία παρερχόταν χωρίς την αύξηση του κατώτατου μισθού. 

Ασκείται κριτική ότι η εφαρμογή της μείωσης του αφορολόγητου θα εξαφανίσει την αύξηση αυτή, ενώ συνδικαλιστικές οργανώσεις που δηλώνουν πως δεν μπορούν οι εργοδότες να την απορροφήσουν και πως έτσι θα αυξηθεί η μερική απασχόληση και η μαύρη εργασία. Είναι έτσι; 

Επί ενάμιση χρόνο μας έλεγαν ότι θα περικοπούν οι συντάξεις. Απαντούσαμε ότι δεν υπάρχει κανένας δημοσιονομικός λόγος για να εφαρμοστεί το μέτρο. Το ίδιο ακριβώς απαντάμε και τώρα. Αν δεν είναι αυτή η κυβέρνηση στο τιμόνι της χώρας, μετά τις εκλογές του 2020, τότε πράγματι το αφορολόγητο θα εφαρμοστεί, όπως έχει δηλώσει ο κ. Μητσοτάκης. 

Όσον αφορά τα υπόλοιπα επιχειρήματα, να θυμίσω ότι οι εργοδότες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου προβάλουν αυτά τα επιχειρήματα. Με αυτή την έννοια, δεν θα έπρεπε ποτέ να παίρνεται μια τέτοια απόφαση. Επί της ουσίας, όμως, η μαύρη εργασία δεν συνδέεται με την αύξηση του μισθού. Όταν αναλάβαμε το 2015, η μαύρη εργασία ήταν στο 20% στους τομείς υψηλής παραβατικότητας. Αυτή τη στιγμή έχει μειωθεί κατά 9%. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση της αγοράς εργασίας; Όχι. Συνέβη γιατί αναβαθμίσαμε το Σώμα Επιθεώρησης της Εργασίας και δείξαμε αποφασιστικότητα στην καταπολέμηση του φαινομένου. επομένως, αν κάποιος εργοδότης επιλέξει την αδήλωτη και την υποδηλωμένη εργασία, θα πρέπει να ξέρει ότι θα αντιμετωπιστεί με τη μεγαλύτερη δυνατή αυστηρότητα από τους κρατικούς μηχανισμούς και από τη Δικαιοσύνη. Όσον αφορά το επιχείρημα της αύξησης της μερικής απασχόλησης, να πω ότι στην ελληνική οικονομία η μειωμένη παραγωγικότητα δεν είναι δομική, αλλά σχετίζεται με τη μειωμένη ζήτηση. Δηλαδή, όσο μειώνεται η ζήτηση, τόσο μειώνεται η παραγωγικότητα γιατί δεν υπάρχει που θα οδηγούσε στην αύξηση της προσφοράς. Επομένως, αυξάνοντας την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, στην πραγματικότητα δεν μειώνεται η παραγωγικότητα αλλά αναμένουμε να συμβεί το αντίθετο. 

Αυτό που πάντως έχει αξία να παρατηρήσουμε εδώ είναι το πόσο γρήγορα διαδόθηκαν τα επιχειρήματα εναντίον της αύξησης του κατώτατου μισθού κυρίως  στον τύπο και πώς αποτελούν συνήθως την ενστικτώδη αντίδραση όσων εμπλέκονται στη συζήτηση. Αυτή είναι μια έκφανση της κυριάρχης ιδεολογίας, της ιδεολογίας δηλαδή των ελίτ, και απαιτείται σκληρός αγώνας για να αντιστραφεί αυτή η τάση

Ποια είναι τα επόμενα βήματα που να αναμένουμε από την κυβέρνηση, από τη στιγμή που έχουν αρθεί πολλές από τις ασφυκτικές δεσμεύσεις του μνημονίου; 

Μέχρι στιγμής έχουμε την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τον πρώτο –ύστερα από μία δεκαετία- δημοσιονομικά επεκτατικό προϋπολογισμό, την αύξηση του κατώτατου μισθού. Μπροστά μας έχουμε μια σειρά από πολιτικές πρωτοβουλίες, με πρώτη και κυριότερη την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία έχει ένα ιδιαίτερο μεταρρυθμιστικό βάρος. Ακόμα θα δούμε σειρά πολιτικών ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, στο ΕΣΥ, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στη στήριξη των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, στην προστασία της πρώτης κατοικίας. Όλα όσα θα ακολουθήσουν έχουν χαρακτηριστικά παρέμβασης για την επαναρύθμιση της αγοράς εργασίας, τη βελτίωση των κοινωνικών υπηρεσιών του κράτους και θα αφήσουν το στίγμα τους.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΕΙΣ 

Το σενάριο των πρόωρων εκλογών είναι πάντα στην επικαιρότητα…

Ο στόχος της κυβέρνησης είναι να ολοκληρωθεί η συνταγματική θητεία της. Όσο απομακρυνόμαστε από την περίοδο του μνημονίου, τόσο τα πράγματα θα πηγαίνουν καλύτερα. 

Όσο απομακρυνόμαστε και από τις Πρέσπες; 

Δεν έχουμε κανένα λόγο να θέλουμε να ξεχαστεί η Συμφωνία των Πρεσπών. Την υποστηρίξαμε, την υποστηρίζουμε και είναι μια Συμφωνία, για την οποία είμαστε περήφανοι. 

Υπάρχουν ενδιάμεσα αυτοδιοικητικές εκλογές και ευρωεκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να τις υπερβεί, ώστε να μην θιγεί η σταθερότητα της κυβέρνησης. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα λόγο να ανησυχεί επ’ αυτού. Έχουμε περάσει σε μια νέα πολιτική φάση. Η σταθερότητα της κυβέρνησης είναι δεδομένη έως τον Οκτώβριο του 2019 και επομένως το κόμμα θα πρέπει να προσηλωθεί στον αγώνα για τις αυτοδιοικητικές και τις ευρωεκλογές. Έχουμε τη δυνατότητα να επιτύχουμε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές, αρκεί να θέσουμε τα σωστά πολιτικά ερωτήματα, διότι η μάχη αυτή θα είναι εμβληματική σε όλη την Ευρώπη. θα είναι μια μάχη ενάντια στην της ακροδεξιά και των εθνικιστικών ρευμάτων. Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι κρίνεται ο βηματισμός και το μέλλον της ίδιας της ηπείρου. 

Η μάχη όμως εναντίον της ακροδεξιάς δεν είναι μόνο μια μάχη ιδεών, αλλά αφορά και την ίδια την οικονομία. Όσο συνεχίζει η Ευρώπη να λειτουργεί με όρους ακραίου νεοφιλελευθερισμού και λιτότητας και να κλείνει τα μάτια στην κοινωνική δυσαρέσκεια, τόσο θα ενδυναμώνεται η ακροδεξιά. Το μεγάλο ερώτημα εδώ είναι ποιος θα καταφέρει να εκφράσει την κοινωνική δυσαρέσκεια, και αν θα έχει αριστερό ή ακροδεξιό πρόσημο

. Όσον αφορά τις αυτοδιοικητικές εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ ρίχνεται στη μάχη με πλατιά ψηφοδέλτια, επισημαίνοντας την ανάγκη για συγκλίσεις, αλλά και αναδεικνύοντας και τα ζητήματα της κάθε περιοχής και περιφέρειας. 

Καταγράφεται μια δημοσκοπική μείωση της διαφοράς μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτή γίνεται με αργούς ρυθμούς. Ποιες οι σκέψεις πάνω σε τέτοιου είδους στοιχεία; 

Η κυβέρνηση αυτή πέρασε μεταξύ σφύρας και άκμονος με το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Παρόλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να διατηρήσει την δυναμική του. Περνώντας σε μια νέα πολιτική φάση και με δεδομένες τις πολιτικές πρωτοβουλίες, που θα αρχίσουν να καταγράφονται στην πραγματική οικονομία θα υπάρξει και αντιστοιχη αντανάκλαση στον πολιτικό συσχετισμό. ο οποίος –κατά τη γνώμη μου-  πάντως δεν είναι τόσο αρνητικός –  όσο παρουσιάζεται από δημοσκοπικές εταιρείες. Νομίζω ότι θα είναι μια σκληρή μάχη, αλλά έχουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις για να την κερδίσουμε.  

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΜΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΛΥΣΗ ΣΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

Η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν βρεθεί ξανά στο στόχαστρο της αντιπολίτευσης, για τη στάση τους αναφορικά με τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα. Ποιο είναι το σχόλιο σας πάνω σε αυτό;

Αρχικά, να πω ότι η θέση μας είναι ξεκάθαρη από την πρώτη στιγμή. Προτεραιότητα είναι η εξεύρεση δημοκρατικής λύσης, η οποία θα αποτρέψει τον κίνδυνο ενός περαιτέρω αιματηρού διχασμού στη Βενεζουέλα. Γι’ αυτό υποστηρίζουμε μια λύση με βάση τον πολιτικό διάλογο μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πολιτικών δυνάμεων, έτσι ώστε να βρεθεί μία κοινά αποδεκτή λύση για να οδηγηθεί η Βενεζουέλα σε εκλογές και το αποτέλεσμα αυτών να γίνει σεβαστό απ’ όλους. Αυτή την πρωτοβουλία έχουμε πάρει και τις τελευταίες μέρες και μαζί με τη Σουηδία πρωτοστατήσαμε, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα contact group, το οποίο θα αναλάβει να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο. Η κριτική μας, από τη σκοπιά της Αριστεράς, στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας, είναι δεδομένη και έγκαιρα διατυπωμένη εδώ και πολύ καιρό. Διαφωνούμε όμως κάθετα με ενέργειες δίχως δημοκρατική νομιμοποίηση, όπως η αυτοανακήρυξη του ηγέτη της αντιπολίτευσης σε Πρόεδρο της χώρας. Η ΝΔ και ο μηχανισμός προπαγάνδας που τη στηρίζει και σε αυτό το ζήτημα παραδίδουν μαθήματα τυχοδιωκτισμού. Αφού έχει συντριβεί κάθε πτυχή της πολιτικής τους στρατηγικής, με την εφαρμογή του κόφτη, το 4ο μνημόνιο, την περικοπή των συντάξεων, την αδυναμία εξόδου στις αγορές και όλα τα συναφή που έμειναν τελικά στη σφαίρα της φαντασίας, επιλέγει πλέον το στρίβειν δια της Βενεζουέλας. Εκτιμώ ότι οι πολίτες ακόμα και οι πιο δύσπιστοι έναντι της κυβέρνησης, κατανοούν πλέον ότι η ΝΔ δεν ενδιαφέρεται ούτε για την κοινωνική συνοχή στην Ελλάδα, ούτε για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια, ούτε για τη δημοκρατία στη Λατινική Αμερική. Ενδιαφέρεται μονάχα για την παλινόρθωση μιας πολιτικής και οικονομικής ελίτ που οδήγησε τη χώρα στα μνημόνια και τη χρεοκοπία. Γι’ αυτό και στις επόμενες εθνικές εκλογές, αυτός ο φανατισμός και η τυφλή αντιπολιτευτική στρατηγική της ΝΔ, οι πολίτες θα χαρίσουν στη ΝΔ ακόμα τέσσερα χρόνια στην αντιπολίτευση.   

«Η ανάγκη σύγκλισης των προοδευτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Ευρώπη»



 
Ομιλίες κατά την Εκδήλωση της Πρωτοβουλίας Πολιτών Ηρακλείου για την Ενότητα των Προοδευτικών Δυνάμεων με θέμα: «Η ανάγκη σύγκλισης των προοδευτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Ευρώπη» με συνομιλητές τους Σπύρο Δανέλλη και Γιάννη Ραγκούση:



Όσο αφήνουμε πίσω μας την αντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο αρχίζει να γίνεται σαφές ότι είναι αναγκαίο να ξαναδούμε μια σειρά από κεντρικά ζητήματα της πολιτικής και της οικονομίας ώστε να μπορέσουν να δημιουργηθούν οι συμμαχίες, οι κοινοί βηματισμοί και οι συγκλίσεις της νέας πια εποχής.

Το προοδευτικό μέτωπο υπεράσπισης της Συμφωνίας των Πρεσπών δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα μέτωπο ενάντια στον εθνικισμό και την αλλοπρόσαλλη ακροδεξιά αλλά πρέπει να θέσει και άλλα ζητήματα στην ημερήσια διάταξη όπως η επαναρύθμιση της αγοράς εργασίας, οι μισθοί, το κοινωνικό κράτος, ο θεσμικός εκδημοκρατισμός. Για να το κάνουμε αυτό πρέπει να δούμε την εικόνα της Ευρώπης και τη θέση της χώρας μας μέσα σε αυτήν.

Στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή έχουμε μια έντονη πολιτική ρευστοποίηση παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας και μια έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια που οδηγεί σε μια κρίση αντιπροσώπευσης. Πρόκειται για μια πολιτική συνθήκη που η Ελλάδα έζησε λίγα χρόνια πριν δηλαδή για την αδυναμία που έχουν οι πολίτες να στεγαστούν πολιτικά σε συγκεκριμένα παραδοσιακά κόμματα τα οποία πλέον δεν τους εκφράζουν.

Μέχρις στιγμής κυρίως στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη αυτό μεταφράζεται σε μια διαρκή άνοδο της ακροδεξιάς. Ενώ έχουμε και το παράδειγμα δεξιών πολιτικών οι οποίοι παρά το γεγονός ότι ανήκουν στην οικογένεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος επιλέγουν στην πραγματικότητα να ασκούν μια εναλλακτική πολιτική, αυτό ακριβώς που λέμε alt-right, μια εναλλακτική δεξιά. Δηλαδή μια πάρα πολύ σκληρή, εθνικιστική και μισαλλόδοξη δεξιά η οποία χρεώνει το σύνολο των κακοδαιμονιών της σύγχρονης Ευρώπης στους πρόσφυγες, στους αποκλεισμένους και σε όλους όσους δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Έχουμε λοιπόν μια ακροδεξιά η οποία καταφέρνει να εκφράσει αυτήν την έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια που προκαλείται από τον νεοφιλελευθερισμό, τις πολιτικές της λιτότητας, από τον κοινωνικό αποκλεισμό, από το γεγονός ότι το κοινωνικό κράτος και το κοινωνικό συμβόλαιο, που στην πραγματικότητα δόμησε στην Ευρώπη τον πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό καθόλη τη διάρκεια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέρρευσε με πάταγο την περίοδο της κρίσης.

Και στη Νότια Ευρώπη βεβαίως η ακροδεξιά αναπτύσσεται όμως από την άλλη μεριά φαίνεται ότι ευρύτερα αριστερά & σοσιαλδημοκρατικά μέτωπα καταφέρνουν να δημιουργήσουν μια τάση αντιστροφής της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού και καταφέρνουν να οικοδομούν μια νέα σχέση με τους πολίτες που ανήκουν στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.

Στην Ελλάδα σήμερα έχουμε τη δυνατότητα σιγά σιγά να δούμε αυτοκριτικά την προηγούμενη περίοδο και να βάλουμε στο τραπέζι του διαλόγου μια σειρά από ζητήματα που θα μας επιτρέψουν να δημιουργήσουμε εκείνο το πολιτικό μέτωπο που θα καταφέρει να δώσει νικηφόρες μάχες ενάντια στην ακροδεξιά και τη δεξιά. Να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε κοινούς τόπους ώστε να εκφράσουμε τους ανθρώπους εκείνους που σήκωσαν δυσανάλογα το βάρος της κρίσης.
 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΑΠΕ-ΜΠΕ


 
Το κάλεσμα της εκδήλωσης: «Τον τελευταίο καιρό γίνεται όλο και περισσότερο απαιτητό να προχωρήσει η σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Ευρώπη, αποτελώντας ανάχωμα στην αυξανόμενη άνοδο της νεοφιλελεύθερης ακροδεξιάς και ενίσχυσης ακραίως εθνικιστικών θέσεων».
 

Επίσημη επίσκεψη στην Κρήτη

Η χώρα μας περνά σε μία νέα εποχή στην οποία η Κρήτη θα πρέπει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο  αναδεικνύοντας τις αναπτυξιακές της δυνατότητες. Η Κρήτη αποτελεί μεγάλη προτεραιότητα για την κυβέρνηση.

Αυτό είναι το μήνυμα από τη σημερινή επίσκεψη στο Ηράκλειο και τις γόνιμες επαφές που είχαμε για τις μεγάλες προκλήσεις της Κρήτης συνοδευόμενοι από τους βουλευτές Ηρακλείου του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκο Ηγουμενίδη και Σωκράτη Βαρδάκη, καθώς επίσης και το γραμματέα της Νομαρχιακής Επιτροπής Ηρακλείου του ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννη Παυλιδάκη:

Συνάντηση με την Συντονίστρια της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, κα Μαρία Κοζυράκη και σύσκεψη εργασίας με υπηρεσιακά στελέχη της Διεύθυνσης Υδάτων καθώς και του Γραφείου της Συντονίστριας 

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης η Συντονίστρια μάς ενημέρωσε για τις μεγάλες προκλήσεις για την Κρήτη ενώ συζητήσαμε καίρια ζητήματα που αφορούν στη λειτουργία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης ως συντονιστικού και εποπτικού κρατικού μηχανισμού σε περιφερειακό επίπεδο. Εξήγησε ότι η συνεργασία τόσο με την Περιφέρεια όσο και με τους Δήμους είναι υποδειγματική και σημείωσε ότι χρειάζεται περαιτέρω αποκέντρωση υπηρεσιών.

Στο πλαίσιο αυτό εκτέθηκαν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν σε επίκαιρους τομείς όπως η διαχείριση των στερεών αποβλήτων, μέτρα και έργα προστασίας και διαχείρισης του υδατικού δυναμικού, κοστολόγηση και τιμολόγηση του νερού, επείγοντα θέματα υποδομών και ανάπτυξης, κινητικότητα υπαλλήλων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά και τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής.

Συνάντηση με τον Περιφερειάρχη Κρήτης, Σταύρο Αρναουτάκη 

Αφού μεταφέραμε τους χαιρετισμούς του Πρωθυπουργού στον Περιφερειάρχη, αναφεθήκαμε στα μεγάλα έργα του νησιού που για παρά πολλά χρόνια είχαν μείνει στα συρτάρια και τώρα βρίσκονται σε τροχιά υλοποίησης. Περίπου 3 δισ. είναι ο προϋπολογισμός των έργων που προωθούνται και είμαστε αυτή τη στιγμή στην ευχάριστη θέση να υπάρχει μεγάλη κινητικότητα και επιτάχυνση στην υλοποίησή τους.

Ύστερα και από αναλυτική συζήτηση με τον υπουργό Υποδομών που προηγήθηκε, ενημερώσαμε ότι 3 μεγάλα έργα του νησιού βρίσκονται πολύ κοντά άλλα στην ολοκλήρωση και άλλα στην έναρξη των εργασιών τους. Συγκεκριμένα, οι διαγωνισμοί που σχετίζονται με τον ΒΟΑΚ επιταχύνονται. Παρά πολύ σύντομα, ακόμη και εντός του 2019, είναι πιθανό το έργο να ανατεθεί στους αναδόχους και να εκκινήσει η υλοποίησή του. Το έργο που αφορά στον δρόμο της Μεσσαράς θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι τέλη Μαρτίου ενώ και σε ό,τι αφορά στο Καστέλι οι διαδικασίες επίσης επιταχύνονται και σύντομα ο φάκελος θα διαβιβαστεί στη Βουλή.

Ο κος Αρναουτάκης έθεσε από την πλευρά του το θέμα των προβλημάτων που έχουν προκύψει με τους εκπαιδευτές οδήγησης και τις αντιδράσεις στο σχετικό σχέδιο νόμου. Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Η ρύθμιση που προτείνει το Υπουργείο Υποδομών είναι καταρχάς στην ορθή κατεύθυνση. Ωστόσο αυτή η κυβέρνηση είναι πάντα ανοιχτή και διατεθειμένη να συζητήσει και να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια του διαλόγου.

Συνάντηση με τον Πρύτανη του ΤΕΙ Κρήτης, κ. Νίκο Κατσαράκη 

Κατά τη συνάντηση διαβεβαιώσαμε τον Πρύτανη πως η εκπαίδευση αποτελεί κυρίαρχο και πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεγάλη προσπάθεια για την ανασυγκρότηση της οικονομίας και την αναβάθμιση της πολιτιστικής και κοινωνικής αντίληψης των πολιτών σε όλη τη χώρα. Η στήριξη της κυβέρνησης στην εκπαιδευτική κοινότητα είναι δεδομένη. 

Όλο το προηγούμενο διάστημα έχουμε προχωρήσει σε μια σειρά από παρεμβάσεις υποστήριξης της εκπαίδευσης στη χώρα, αναβάθμισης του λυκείου και στήριξης της ανώτατης εκπαίδευσης. Κενά του διδακτικού και επιστημονικού προσωπικού στα πανεπιστήμια και ΤΕΙ της χώρας άρχισαν να καλύπτονται ενώ παρόλες τις γνωστές δυσκολίες προσπαθούμε να τα υποστηρίζουμε και σε υλικοτεχνική υποδομή. Το ίδιο όμως ισχύει και για τα προγράμματα έρευνας τα οποία για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια έχουν αρχίσει να χρηματοδοτούνται με μεγαλύτερα κονδύλια από το υπουργείο Παιδείας: H χρηματοδότηση της έρευνας ξεπέρασε το 1 δισ. ευρώ και στοχεύουμε να φτάσουμε στον μέσο όρο της ΕΕ τα επόμενα χρόνια.

Πέρα από τις κυβερνητικές προσπάθειες στήριξης της εκπαίδευσης και την ενισχυμένη χρηματοδότηση για την έρευνα, με τον Πρύτανη αναφερθήκαμε ακόμη στις εξελίξεις σχετικά με την ενοποίηση του χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης. Ο κ. Κατσαράκης με ενημέρωσε ότι η αρμόδια επιτροπή που συστάθηκε για τη διερεύνηση των προοπτικών του ΤΕΙ Κρήτης κατέθεσε χθες το πόρισμά της στον υπουργό Παιδείας, Κώστα Γαβρόγλου και περιμένει σύντομα την αποδοχή του πορίσματος για την ανωτατοποίηση του Ιδρύματος. Νομίζω είναι μία συμβολική περίοδος αυτή στην οποία έτυχε να επισκεφθώ το Ηράκλειο γιατί τόσο οι δικοί σας αγώνες όσο και οι απόψεις ανθρώπων που αγωνίστηκαν για αρκετό καιρό για τη λεγόμενη ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση δικαιώνονται, αποκρίθηκα. Αυτό που θα γίνει στο ΤΕΙ Κρήτης αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της αναβάθμισης του κύρους του με ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο σπουδών που ούτως ή άλλως παρέχει.

Συνέντευξη τύπου με τοπικά μέσα ενημέρωσης στην αίθουσα του Περιφερειακού Συμβουλίου 

 

Στη σύντομη εισαγωγική τοποθέτηση σημείωσα στους εκπροσώπους του τύπου ότι η κεντρική πολιτική της χώρας καθορίζεται πια από την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και πως η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία της Ελλάδας έχουν αποκατασταθεί. Εμβληματικές ενέργειες της κυβέρνησης επιβεβαιώνουν αυτήν την νέα περίοδο: Η αύξηση του κατώτατου μισθού που λαμβάνει χώρα από σήμερα αποτελεί μια νέα πραγματικότητα για τον κόσμο της εργασίας ο οποίος θα δει τον μισθό του να αυξάνεται ύστερα από μια δεκαετία. Πρόκειται για μια κοινωνικά ευεργετική και οικονομικά αποτελεσματική κίνηση όπως και η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων. Παράλληλα, ο πρώτος επεκτατικός δημοσιονομικός προϋπολογισμός που κατατέθηκε πριν από καποιους μήνες αυξάνει τις δαπάνες και μειώνει τους φόρους ύστερα από δέκα χρόνια σκληρής λιτότητας.

Στη συνέχεια απάντησα στις ερωτήσεις των εκπροσώπων του τύπου:

Η σχέση της κυβέρνηση με τους θεσμούς είναι εντελώς διαφορετική ύστερα από την έξοδο από το πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής. Οι θεσμοί παρακολουθούν με διαφορετικό μάτι την πορεία της οικονομίας. Στα ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά και μόνο την ελληνική κυβέρνηση, οι θεσμοί έχουν φυσικά τη δυνατότητα να εκφράζουν την άποψή τους, ωστόσο η άποψη αυτή δεν έχει τον χαρακτήρα της σύμφωνης γνώμης δηλαδή δεν δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα, δεν χρειαζόμαστε τη σύμφωνη γνώμη τους για την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Για τη μείωση του αφορολόγητου ισχύει ό,τι ισχύει και για τις συντάξεις. Πριν από ενάμιση χρόνο εξηγούσαμε ότι το μέτρο της περικοπής των συντάξεων δεν είναι αναγκαίο για να επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Με την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2019 δείξαμε ότι όχι μόνο δεν εφαρμόστηκε το μέτρο των συντάξεων για να πιάσουμε τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος αλλά είχαμε τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε και ένα δισ. από τον δημοσιονομικό χώρο για να προχωρήσουμε σε μέτρα ελάφρυνσης όπως η επιδότηση ενοικίου και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Θα αποδείξουμε ότι ούτε και για την εφαρμογή του μέτρου της μείωσης του αφορολόγητου υφίσταται κανένας λόγος, όπως ακριβώς κάνουν και όλες οι χώρες της Ευρωζώνης. Μία πιθανότητα υπάρχει να μειωθεί το αφορολόγητο. Μόνον, ο μη γένοιτο, ο κ. Μητσοτάκης κερδίσει τις εκλογές καθώς ο ίδιος το έχει συμπεριλάβει στο πολιτικό του πρόγραμμα. Εφόσον καταφέρει η κυβέρνηση να ανανεώσει τη θητεία της, οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανέναν λόγο να ανησυχούν.

Υπάρχουν δύο πολιτικές οικογένειες. Αυτή του νεοφιλελευθερισμού στην οποία ανήκει ο κος Μητσοτάκης και εφάρμοσε στο παρελθόν η Μάργκαρετ Θάτσερ. Πρόκειται για ένα μοντέλο πολιτικής με ακραία λιτότητα το οποίο απέτυχε. Εμείς ανήκουμε σε μια πολιτική οικογένεια η οποία θεωρεί δίκαιη ανάπτυξη την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των πολλών. Για παράδειγμα, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα αποβεί ευεργετική στην οικονομία και η χώρα θα κερδίσει σε ανταγωνιστικότητα. Κόντρα στην αντίληψη του φιλελευθερισμού που θέλει την ανάπτυξη να στηρίζεται στη συντριβή της εργασίας με μειώσεις του μισθολογικού κόστους, εμείς υποστηρίζουμε ότι για να μπορέσεις να έχεις βιώσιμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη θα πρέπει να την στηρίξεις πάνω στην ενίσχυση του εισοδήματος των πολλών.

Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί σπουδαίο πολιτικό επίτευγμα. Λειτούργησε ως καταλύτης για την αναδιαμόρφωση των πολιτικών συμμαχιών και συγκλίσεων και έδωσε το έναυσμα για πρωτοβουλίες διαλόγου με τις προοδευτικές δυνάμεις. Όμως το προοδευτικό αυτό μέτωπο δεν μπορεί να έχει μονοθεματικο χαρακτήρα.

Η διεύρυνση του προοδευτικού χώρου είναι αναγκαία για τη δημιουργία ενός μετώπου με σαφή πολιτικό προσανατολισμό ώστε να μπορέσει να εκφράσει τις προσδοκίες και τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε αντιπαράθεση με πολιτικούς χώρους που εκφράζουν εθνικιστική ρητορική και έχουν επιδοθεί το τελευταίο χρονικό διάστημα σε ένα εμπόριο μίσους και μισαλλοδοξίας. Επομένως, αν είναι να συζητήσουμε για ευρύτερες πολιτικές συγκλίσεις που υπερβαίνουν το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, πρέπει να τεθούν στο τραπέζι του διαλόγου και αλλά ζητήματα, όπως τα εργασιακά, της επαναρύθμισης της αγοράς εργασίας, ζητήματα που θα σχετίζονται με την για πρώτη φορά οικοδόμηση ενός στέρεου και καθολικού κοινωνικού κράτους, ζητήματα που αφορούν την αντιστροφή των όρων της λιτότητας της οποίας οι συνέπειες λειτουργούν και ως πεδίο για να καλλιεργηθούν εθνικιστικές απόψεις μέσα σε μια κοινωνία ή και να δημιουργηθούν ακροδεξιά πολιτικά ρεύματα.

Ο κος Ραγκούσης με τη Συμφωνία των Πρεσπών πήρε μια πολύ καθαρή τοποθέτηση η οποία ήταν σε πολύ μεγάλη απόσταση από αυτήν που πήρε το ΚΙΝΑΛ. Αυτό δημιουργεί ένα έδαφος πολιτικού διαλόγου. Το ότι συζητάμε, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα ταυτιστούμε και με απόψεις. Ο καθένας από εμάς έχει τη δίκη του πολιτική ιστορία και τις δικές του καταβολές. Μπορεί ο κ. Ραγκούσης να υπήρξε πράγματι πολιτικό στέλεχος και να υπηρέτησε τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ από θέσεις ευθύνης. Όμως από εκεί και πέρα οι πολιτικές επιλογές που κάνει κάποιος δεν έχουν τον χαρακτήρα του προπατορικού αμαρτήματος. Ο καθένας, με το πέρασμα του καιρού, μπορεί να αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον τρόπο με τον οποίο οφείλει να λειτουργήσει στο πολιτικό πεδίο. Ο κάθε πολιτικός ή μη πολιτικός που τοποθετείται στη δημόσια σφαίρα πρέπει να κρίνεται την κάθε φορά. Εμείς αυτό που επιδιώκουμε είναι να ανοίξουμε ένα διάλογο. Θα ήταν πολιτική τύφλωση από τη μεριά μας να μην αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει ένα πολιτικό ρεύμα στην Ευρώπη που εκβάλλει και στα ελληνικά πράγματα και το οποίο στέκεται αυτοκριτικά στο παρελθόν του.  

Για το θέμα των υποψηφιοτήτων που θα στηρίξει ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Μαΐου και ειδικά για την Περιφέρεια εξήγησα στους εκπροσώπους του τύπου πως ο γραμματέας μας, ο κ. Παυλιδακης, είναι σε αυτοδιοικητικά ζητήματα αρμοδιότερος εμού. Από την ενημέρωση που έχω πάντως, σε επίπεδο Κρήτης οι επαφές που γίνονται είναι σε καλό δρόμο.

Η αποδέσμευση της ΕΡΤ από τη Digea είναι ένα παρά πολύ σημαντικό βήμα. Η ΕΡΤ περνάει σε μια νέα αποχή, αποδεσμεύεται από ιδιωτικά συμφέροντα και νομίζω ότι αυτή η εξέλιξη εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας και από το αρμόδιο υπουργείο αλλά και τη νέα διοίκηση της ΕΡΤ για να δημιουργηθεί ένα κανάλι που πραγματικά θα μπορεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες για αντικειμενική ενημέρωση και ποιοτική ψυχαγωγία.

Συνέντευξη στον ρ/σ «ΕΡΑ Κρήτης» και τους δημοσιογράφους Δ. Καρυωτάκη και Σ. Κατσουλάκη

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ:  Έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε τηλεφωνικά στον σταθμό μας, τον Υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, τον κ. Δημήτρη Τζανακόπουλο. Κύριε Υπουργέ, καλημέρα.

ΚΑΤΣΟΥΛΑΚΗ: Καλημέρα σας.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καλή σας ημέρα. Καλό μήνα.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Καλώς ήρθατε στο νησί μας. Καλό μήνα. Νομίζω, πρώτη επίσκεψη με την ιδιότητα του Υπουργού Επικρατείας.  

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Με την ιδιότητα αυτή, ναι, από ό,τι θυμάμαι. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Λοιπόν. Η επίσκεψή σας, βεβαίως, έχει φόντο τη βραδινή εκδήλωση. Έτσι; 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Μια εκδήλωση που γίνεται…

ΚΑΤΣΟΥΛΑΚΗ: …από την «Πρωτοβουλία Πολιτών Ηρακλείου για την Ενότητα των Προοδευτικών Δυνάμεων» και, ουσιαστικά, αυτό είναι και το θέμα. Δηλαδή, η ανάγκη σύγκλισης των προοδευτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Ευρώπη. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Μια πρώτη εκδήλωση σε επίπεδο Κρήτης, τουλάχιστον, μετά τις Πρέσπες. Μία εκδήλωση που παίρνει χαρακτηριστικά, θα λέγαμε, συζήτησης για το σκηνικό το πολιτικό, το οποίο διαμορφώνεται.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω, ότι παίρνει χαρακτηριστικά μιας συζήτησης για το αύριο του προοδευτικού χώρου και της αριστεράς, η οποία οφείλω να πω ότι, με καταλύτη την Συμφωνία των Πρεσπών, έχει ανοίξει σε ολόκληρη την Ελλάδα και φιλοδοξούμε να πάει και αρκετά ακόμα παραπέρα. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Τι μηνύματα παίρνετε, κ. Υπουργέ, γι αυτή την κουβέντα; Δηλαδή, το γεγονός ότι άνοιξαν οι «ασκοί του Αιόλου» σε σχέση με το παρόν και το μέλλον των προοδευτικών δυνάμεων…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Οι «ασκοί του Αιόλου» νομίζω ότι έχουν ανοίξει στην Ευρώπη, αλλά όχι εξαιτίας των προοδευτικών δυνάμεων της αριστεράς. Έχουν ανοίξει εξαιτίας της έντονης λαϊκής δυσαρέσκειας, η οποία βρίσκει πολιτική έκφραση σε αρκετές χώρες, κυρίως της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, στην ακροδεξιά. Και βλέπουμε ότι και εδώ, στην χώρα μας, υπάρχουν τέτοια πολιτικά ρεύματα και νομίζω ότι είναι αναγκαία μια συμπόρευση, είναι αναγκαίες οι πολιτικές συγκλίσεις, είναι αναγκαίος ο πολιτικός διάλογος μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων, της αριστεράς, της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, της φιλελεύθερης κεντροαριστεράς, για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα του καιρού μας, ένα από τα οποία, το κεντρικό ίσως, είναι με ποιο πολιτικό πρόγραμμα, με ποια πολιτικά προτάγματα πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά για να μπορέσουμε να γίνουμε εμείς, ο χώρος ο προοδευτικός και ο αριστερός, εκφραστές της λαϊκής δυσαρέσκειας από τη μία μεριά, αλλά και των λαϊκών προσδοκιών από την άλλη, για μια καλύτερη ζωή, για μία βελτίωση της καθημερινότητας και του επιπέδου ζωής. Νομίζω αυτά είναι τα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα του καιρού μας και σε αυτά θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε το απόγευμα.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, την ίδια ώρα, όμως, από το ΚΙΝΑΛ κατηγορούν, ας πούμε, τον ΣΥΡΙΖΑ ότι προσπαθεί να καπηλευθεί το χώρο αυτό, προσπαθεί να λεηλατήσει –μάλλον- το χώρο αυτό… 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εντάξει, ναι. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: …και δεν γίνεται με όρους, ας πούμε, μιας προγραμματικής συμφωνίας ή μιας συζήτησης, αλλά γίνεται με όρους είτε μεταγραφολογίας είτε μιας κουβέντας, που δεν είναι πολιτικά ορθή, θα έλεγε κανείς. 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν θα μπορούσε να είναι αυτή η επισήμανση πιο μακριά από την πραγματικότητα. Νομίζω ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Αν το ΚΙΝΑΛ έχει να κατηγορεί κάποιον για το γεγονός ότι προοδευτικός κόσμος, κόσμος, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, εντασσόταν ή καταγωγικά προερχόταν από τον χώρο της κεντροαριστεράς, σιγά – σιγά μετατοπίζεται και βλέπει ότι ο πολιτικός φορέας που μπορεί να εκφράσει τις πολιτικές του ανησυχίες, τις πολιτικές του θέσεις, δεν βρίσκεται στο ΚΙΝΑΛ, αλλά βρίσκεται στην ευρύτερη προοδευτική σύγκλιση με τον ΣΥΡΙΖΑ και την αριστερά. Αν, λοιπόν, κάποιον θα είχε να κατηγορεί το ΚΙΝΑΛ, θα ήταν τον εαυτό του. Και θα σας πω γιατί. Το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, φυσικά, ήταν καταλύτης, και νομίζω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι πρόκειται για ένα κορυφαίο προγραμματικό ζήτημα, στη βάση του οποίου εκκίνησε αυτός ο διάλογος, εκκίνησε αυτή η συζήτηση, εκκίνησαν όλες αυτές οι πρωτοβουλίες σύγκλισης. Άρα, λοιπόν, καμία σχέση με μεταγραφολογία δεν έχει όλη αυτή η πολιτική κινητικότητα, αν θέλετε, αντιθέτως, εκκινεί από πραγματικές πολιτικές ανάγκες και από κοινές απαντήσεις που δίδονται σε ένα πολιτικό ερώτημα, που είναι υψηλότατης σημασίας και υψηλότατης καταγραφής στη δημόσια συζήτηση, της Συμφωνίας των Πρεσπών. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, εκεί που σας λένε, εκεί που σας κατηγορούν ότι η ιστορία με τις Πρέσπες, ήταν αιτία ή αφορμή σε σχέση με την αναδιάταξη του προοδευτικού χώρου, δηλαδή ήταν ας πούμε…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε. Θα σας πω. Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν καταλύτης και θα σας εξηγήσω ακριβώς, τι εννοώ. Το ΚΙΝΑΛ στη Συμφωνία των Πρεσπών αποφάσισε να βάλει σφραγίδα, και να θέσει ένα πολύ σαφές πολιτικό στίγμα μέσω της ταύτισής του, όχι μόνο με την πολιτική τοποθέτηση της ΝΔ, της ακραίας πια ΝΔ, η οποία αρνήθηκε να υποστηρίξει τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και μέσω της επιχειρηματολογίας την οποία ανέδειξε και η πολιτική του ηγεσία και πολλοί από τους βουλευτές του μέσα στο Κοινοβούλιο. Απομακρύνθηκε από την πολιτική του παράδοση, απομακρύνθηκε από μία στάση κεντροαριστερής η σοσιαλδημοκρατικής μετριοπάθειας και, ακριβώς, για αυτό τον λόγο, νομίζω, ότι το ίδιο πυροδότησε τη διαδικασία αποσύνθεσής του. Το Ποτάμι σας θυμίζω ότι έφυγε από το ΚΙΝΑΛ με αφορμή, μάλλον όχι με αφορμή, με αιτία τη Συμφωνία των Πρεσπών, η ΔΗΜΑΡ αποχωρεί από το ΚΙΝΑΛ, επίσης με αιτία τη Συμφωνία των Πρεσπών και την τοποθέτηση του ΚΙΝΑΛ σε σχέση με αυτό το ζήτημα, και, από εκεί και πέρα, νομίζω ότι με τον τρόπο αυτό, πλέον, το ΚΙΝΑΛ απέδειξε με τον πιο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, ότι η σύγκλισή του με τη ΝΔ έχει φτάσει στο επίπεδο της ταύτισης πια. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, με αφορμή την αποψινή κουβέντα για τη σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων, θα ήθελα να σας ρωτήσω, θα έχουμε έκφραση στις ευρωεκλογές; Αυτό το πρόσημο, δηλαδή, της σύγκλισης, θα έχει χαρακτήρα  συμμετοχής;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό που μπορώ εγώ να σας πω για τον ΣΥΡΙΖΑ και για τον τρόπο που θα πορευτεί η Αριστερά, είναι συγκεκριμένο. Δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει στο κόμμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Ως πολιτική δύναμη, κεντρική μέσα στο κόμμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς, μιλήσαμε από την πρώτη στιγμή για μια ανάγκη ευρύτερης συμπαράταξης, αν θέλετε, στο επίπεδο της Ευρώπης όλων των δυνάμεων, από τη Σοσιαλδημοκρατία μέχρι τους Πράσινους. Αυτό δεν έγινε εφικτό. Άνοιξε, όμως, ένας πολιτικός διάλογος. Και στη βάση αυτού του πολιτικού διαλόγου και στη βάση του στόχου να αποκρουστεί η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη συνολικά, είναι προφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Και θα το κάνει αυτό, με έναν τρόπο ανοιχτό, αναζητώντας πολιτικές συγκλίσεις με πρόσωπα, με πολιτικούς φορείς, με οργανώσεις, με κινήματα.

Τώρα, ο τρόπος έκφρασης στην εκλογική μάχη είναι κάτι το οποίο νομίζω, ότι δεν είναι της στιγμής αυτής. Έχουμε καιρό ακόμη μέχρι τις εκλογές. Αλλά, παρ΄  όλα αυτά, είναι δεδομένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κινηθεί με μια ανοιχτή ματιά και προσπαθώντας να συσπειρώσει όσο το δυνατόν πιο πλατιές δυνάμεις σε αυτή τη μάχη.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ:  Η μάχη της 26ης Μαΐου, θα είναι μάχη μόνο για τις ευρωεκλογές; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε, είδε, τέλος πάντων ή προέβλεψε ότι μπορεί να είναι μάχη και για τις εθνικές εκλογές.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο στόχος της κυβέρνησης έχει πολλάκις διακηρυχθεί και είναι η ολοκλήρωση της συνταγματικής θητείας της κυβέρνησης. Έχουμε πάρα πολλά πράγματα να κάνουμε ακόμα. Έχουμε να ολοκληρώσουμε τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Έχουμε να ολοκληρώσουμε τον διάλογο με την Εκκλησία. Έχουμε ακόμα πάρα πολλές νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες σκοπεύουν να λύσουν μικρά και μεγάλα προβλήματα, να ενισχύσουν το κοινωνικό κράτος, να αναδιαμορφώσουν και να ανασυγκροτήσουν τους διοικητικούς θεσμούς, να ελαφρύνουν τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Επομένως, το πολιτικό έργο της κυβέρνησης έχει ορίζοντα τη λήξη της τετραετίας.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Άρα, λοιπόν, λέτε ότι δεν μπορεί να περιοριστεί μέχρι τις 26 Μαΐου, δεν προλαβαίνετε να αναπτύξετε το αφήγημά σας.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι. Δεν είναι ζήτημα αφηγήματος απλά. Το αφήγημά μας αναπτύσσεται καθημερινά, εδώ και αρκετό καιρό. Είναι ζήτημα συγκεκριμένων πολιτικών πρωτοβουλιών, αλλά είναι και ζήτημα που αφορά την ίδια την πολιτική σταθερότητα. Δηλαδή, εμείς αυτό το οποίο θέλουμε να δώσουμε, είναι ένα σήμα ότι για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια ολοκληρώνεται, μετά από μια 15ετία θα έλεγε κανείς, ολοκληρώνεται η τετραετία. Περνάμε σε μια φάση πολιτικής ομαλότητας και πολιτικής σταθεροποίησης. Και νομίζω ότι αυτό είναι ένα μήνυμα, το οποίο έχει ανάγκη να το ακούσει ολόκληρος ο κόσμος. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Θα σας πουν, βέβαια, πολλοί κύριε Υπουργέ, θα αντέξετε; 

ΚΑΤΣΟΥΛΑΚΗ: Δεν είναι εύθραυστο αυτό το οποίο ζούμε;

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Αυτό το 146, αυτό το 145 συν…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν είναι 145. Είναι 151, καθώς, όπως ξέρετε, μας έλεγαν ότι δεν θα αντέξουμε εάν δεν πάμε σε ψήφο εμπιστοσύνης. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως της εκτίμησης που μπορεί να είχε κανείς γι΄ αυτό, εμείς προχωρήσαμε, ζητήσαμε την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής. Έχουμε την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής. Το ζήτημα της κυβερνητικής σταθερότητας έχει κριθεί. Από εκεί και πέρα, έχουμε κερδίσει τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες από την ημέρα της ψήφισης της εμπιστοσύνης. Έχουμε κερδίσει δύο νομοσχέδια κομβικά με ονομαστικές ψηφοφορίες και φυσικά έχουμε καταφέρει να κυρώσουμε τη Συμφωνία των Πρεσπών με μια πλειοψηφία, η οποία ήταν ευρύτερη ακόμα και από την πλειοψηφία που συγκεντρώσαμε στην ψήφο εμπιστοσύνης. Επομένως, για μένα και για την κυβέρνηση δεν τίθεται κανένα ζήτημα κυβερνητικής σταθερότητας. Το αντίθετο ισχύει. Η κυβέρνηση είναι απολύτως σταθερή και δεν έχει κανένα πρόβλημα να ολοκληρώσει το νομοθετικό της έργο. Και αυτό μπορεί ο καθένας να το διαπιστώσει, κοιτώντας, κατ΄ αρχήν, τις ονομαστικές ψηφοφορίες. Και να σας πω και κάτι ακόμα; Εμείς είμαστε έτοιμοι να πηγαίνουμε σε ονομαστικές ψηφοφορίες μέχρι τον Οκτώβριο. Κανένα πρόβλημα δεν έχουμε με αυτό. Ο μόνος που θα έχει πρόβλημα είναι ο κύριος Μητσοτάκης. Ούτως ή άλλως, θεωρούμε ότι με τον τρόπο αυτό, πιθανόν, ενδεχόμενα, να αναβαθμίζεται και ο ρόλος του βουλευτή μέσα στο Κοινοβούλιο, που είναι να συζητά, να καταθέτει απόψεις και φυσικά να ψηφίζει πάντοτε με βάση τη συνείδησή του.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Τζανακόπουλε, λένε ότι η ιστορία με τη νομοθετική ρύθμιση, την οποία προωθείτε για τη διατήρηση των κοινοβουλευτικών ομάδων είναι ουσιαστικά ένα δωράκι…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν υπάρχει καμία τέτοια νομοθετική ρύθμιση. Δεν υφίσταται τέτοια νομοθετική ρύθμιση. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Δεν θα…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εμείς αυτό που είπαμε χθες, ήταν ότι έχει δημιουργηθεί μια συνθήκη στο ελληνικό Κοινοβούλιο επί της οποίας θα πρέπει να τοποθετηθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Σκεφτείτε το εξής. Εξαιτίας της διαμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού κατά την περίοδο της κρίσης, έχουν προκύψει μια σειρά από ζητήματα με κυριότερο το εξής: πολιτικά κόμματα, τα οποία έχουν λάβει το 3% στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, έχουν λάβει πάνω από 3%, είτε έχουν βρεθεί χωρίς Κ.Ο, όπως είναι «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ», είτε κινδυνεύουν, ενδεχομένως, να βρεθούν χωρίς Κ.Ο, με δεδομένες δηλώσεις οι οποίες  έχουν γίνει. Εμείς τι λέμε; Λέμε, ότι πρέπει να ανοίξει ένας πολιτικός διάλογος, να τοποθετηθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις σε σχέση με τον τρόπο που θεωρούν ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα. Εμείς δεν θεωρούμε ορθό πολιτικά να διαλύονται κοινοβουλευτικές ομάδες ή, εν πάση περιπτώσει, να αποστερούνται τα πολιτικά κόμματα των δικαιωμάτων…

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Και των προνομίων που έχουν.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν είναι ζήτημα προνομίων. Είναι ζήτημα δικαιωμάτων, κατά τη γνώμη μου, που έχουν από τον Κανονισμό της Βουλής, εξαιτίας αποχωρήσεων βουλευτών. Επομένως, εδώ είναι μια πολιτική συνθήκη, η οποία και ενόψει απλής αναλογικής θα πρέπει να συζητηθεί και να συζητηθεί με μια σοβαρότητα…

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, διάλογο θα ανοίξετε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: …μακριά από τους τακτικισμούς των εκλογικών επιτελείων, αν θέλετε, ιδιαίτερα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εμείς θέλουμε έναν πολιτικό διάλογο, να τοποθετηθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας καθαρά και με σαφήνεια, για το πώς θα πρέπει το ελληνικό Κοινοβούλιο να αντιμετωπίσει το θέμα αυτό, εφόσον, και όταν προκύψει.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Και κάτι τελευταίο, για να κλείσουμε. Έχετε συνάντηση με τον κ. Αρναουτάκη σε λίγο. Τοπικά, δεν έχουμε ακόμα επίσημη ανακοίνωση, από τα κεντρικά, τι θα κάνετε βεβαίως, σε επίπεδο Περιφέρειας. Προφανώς, θα στηρίξετε τον Σταύρο Αρναουτάκη, αλλά επίσημη υποψηφιότητα δεν έχουμε ακόμα. Όπως, δεν έχουμε και για τον Δήμο Ηρακλείου, βέβαια, για παράδειγμα…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εννοείτε για το χρίσμα; 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Ναι, για το χρίσμα, για τη στήριξη.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εμείς δεν συνηθίζουμε να λειτουργούμε με αυτόν τον τρόπο. Οι δηλώσεις που έχει κάνει και ο ίδιος ο Πρόεδρος του κόμματος, είναι υπέρ αυτής της πολιτικής σύγκλισης, μιας προσπάθειας να υποστηριχθούν δυνάμεις προοδευτικές. Και νομίζω ότι ο κ. Αρναουτάκης πρέπει να παίξει κεντρικό ρόλο σε αυτή την μεγάλη προσπάθεια. Τώρα, από εκεί και πέρα, χρίσματα από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ, κατά τον τρόπο με τον οποίο δίνονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις και ιδιαίτερα από τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, δεν θα δείτε.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, σας ευχαριστούμε πολύ για την κουβέντα που είχαμε. Καλή συνέχεια. Καλή εξέλιξη της παρουσίας σας σήμερα στο Ηράκλειο. Να είστε καλά.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να είστε καλά.

Ενημέρωση των διαπιστευμένων πολιτικών συντακτών και ανταποκριτών ξένου τύπου

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ

ΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

• Η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών σηματοδοτεί το τέλος μιας διένεξης 27 ετών. Αποτελεί ιστορικό ορόσημο για την ειρήνη, συνεργασία & σταθερότητα. Αποκαθιστά τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ελλάδας στα Βαλκάνια της συνανάπτυξης και της φιλίας των λαών.

• Η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών είναι ιστορικής σημασίας και διότι συμβολοποιεί τη νίκη του πολιτικού θάρρους και του σεβασμού στην ιστορία του τόπου απέναντι στον τυχοδιωκτισμό, τον εθνικισμό, την πατριδοκαπηλία και το εμπόριο μίσους.

• Εντός των επόμενων ημερών θα κυρωθεί από τη Βουλή το πρωτόκολλο εισδοχής της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ & θα αποσταλεί ρηματική διακοίνωση από το ΥΠΕΞ σε αυτό της γείτονος θέτοντας αυτομάτως σε ισχύ τις τροποποιήσεις του Συντάγματος & την αλλαγή του ονόματός της σε Βόρεια Μακεδονία.

ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ & ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ

• Από αύριο 1η Φεβρουαρίου:
– Ο κατώτατος μισθός αυξάνεται κατά 11% (από 586,08 στα 650 ευρώ το μήνα)
– Ο υποκατώτατος μισθός καταργείται (εργαζόμενοι έως 25 ετών που αμείβονταν με 511 πλέον θα λαμβάνουν 650 ευρώ, μια αύξηση δλδ 27%)

• Οι εργαζόμενοι που θα δουν από αύριο κιόλας αύξηση στο διαθέσιμο εισόδημά τους ανέρχονται στις 880.000. Με βάση την αύξηση του κατώτατου μισθού:
– Αναπροσαρμόζονται αναλογικά οι διαμορφωμένες 3ετίες
– Αυξάνεται το επίδομα ανεργίας από τα 360 στα 400 ευρώ
– Συμπαρασύρονται προς τα πάνω συνολικά 24 επιδόματα που συνδέονται με τον κατώτατο μισθό

• O τρόπος με τον οποίο τοποθετούνται για την αύξηση του κατώτατου μισθού τα κόμματα που συνυπέγραψαν το 2012 τη μείωσή του κατά 22% και την καθιέρωση του υποκατώτατου με μείωση 32% είναι φαιδρός και προσβλητικός απέναντι στους εργαζόμενους και τους νέους της χαμηλότερης μισθολογικής βαθμίδας.

• Δείχνει το ποιόν και το αξιακό φορτίο των ανθρώπων που έβαλαν τη χώρα στα μνημόνια και γονάτισαν έναν ολόκληρο λαό. Δείχνει τον απόλυτο κυνισμό ενός πολιτικού προσωπικού που συμπεριφέρθηκε στους χαμηλόμισθους και τη νέα γενιά σαν να ήταν πλεονάζον προσωπικό σε επιχείρηση υπό εκκαθάριση.

• Για την ελληνική κυβέρνηση, η προσήλωση στη μάχη για την ανάκτηση της εργασίας και την αποκατάσταση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή, είναι διαρκής, όπως αποδεικνύουν τα πεπραγμένα της:
– 380.000 νέες θέσεις εργασίας στην 4ετία
– 8,5% μείωση της ανεργίας από το 2014
– Καταπολέμηση αδήλωτης & υποδηλωμένης εργασίας από το 20% στο 9%
– Επαναφορά βασικών αρχών συλλογικών διαπραγματεύσεων
– Αύξηση του κατώτατου μισθού
– Κατάργηση του υποκατώτατου

ΕΞΟΔΟΣ ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ

• Η έξοδος στις αγορές επιβεβαίωσε με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι η χώρα όχι μόνο έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών αλλά πλέον είναι και πόλος έλξης για το επενδυτικό κοινό το οποίο διαβλέπει τη μεγάλη αναπτυξιακή δυναμική της Ελλάδας.

• Η έκδοση 5ετούς ομολόγου του ελληνικού δημοσίου οδήγησε στην άντληση 2,5 δις ευρώ με τις προσφορές να υπερβαίνουν τα 10 δις ευρώ. H ποιότητα του βιβλίου προσφορών αποδεικνύει ότι η Ελλάδα πλέον προσελκύει το ενδιαφέρον και πραγματικών επενδυτών & όχι μόνο των hedge funds.

• Μεμψιμοιρούν αυτοί που υπερηφανεύονται για την έξοδο στις αγορές το 2014 με επιτόκιο 4,95% και που λίγους μήνες μετά όταν αποπειράθηκαν να το κάνουν και πάλι βρήκαν τοίχο. Αυτοί που μας κατηγόρησαν το 2017 όταν επιτύχαμε επιτόκιο χαμηλότερο από του 2014, για σκηνοθετημένη έξοδο η οποία δεν πρόκειται να επαναληφθεί καθώς έρχονταν το 4ομνημόνιο και όλα τα συναφή καταστροφολογικά σενάρια. Αυτοί που συνεχίζουν την πολεμική τους με άρρητα ρήματα ακόμη και τώρα που το κουπόνι ανήλθε στο 3,45% και η απόδοση του ομολόγου στο 3,6%, με τη χώρα εκτός μνημονίων να βρίσκει ξανά σταθερή πρόσβαση στις αγορές.

• Προειδοποιήσαμε εγκαίρως. Η ύβρις της καταστροφολογίας έχει συνέπεια τη νέμεση του αυτοεξευτελισμού. Η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης, έκαναν τις επιλογές τους και σήμερα η πραγματικότητα τους το ξεπληρώνει.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

• Ο ΠΘ, μετά τη σχετική πρόσκληση του Τούρκου Προέδρου, θα επισκεφθεί την Τουρκία στις 5 και 6 Φεβρουαρίου.

• Η συνάντηση του ΠΘ με τον Τούρκο Πρόεδρο θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 5 Φεβρουαρίου στην Άγκυρα ενώ μετά την συνάντηση θα ακολουθήσει συνέντευξη τύπου και δείπνο που θα παραθέσει ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας.

• Στις 6 Φεβρουαρίου ο ΠΘ θα επισκεφθεί την Κωνστνατινούπολη όπου θα έχει και συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη κύριο Βαρθολομαίο.

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ

Κυρίες και κύριοι,

Η 25ηΙανουαρίου του 2019, θα αποτελεί στο εξής ιστορικό ορόσημο για την ειρήνη, τη συνεργασία και τη σταθερότητα στα Βαλκάνια.

Η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και από την Ελληνική Βουλή σηματοδοτεί το τέλος μιας διένεξης 27 ετών στην οποία η Ελλάδα δεν έχασε μονάχα πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο.

Από το 1992 μέχρι και σήμερα εξαιτίας της διαφοράς για το όνομα ανατράφηκε στο εσωτερικό της χώρας το τέρας του ψέματος, του εθνικισμού και του ακραίου ιστορικού αναθεωρητισμού.

Για το λόγο αυτό λοιπόν, η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών που αποκαθιστά τον πρωταγωνιστικό ρόλο της χώρας στα Βαλκάνια της συνανάπτυξης , της φιλίας των λαών αλλά και της συνεργασίας είναι ιστορικής σημασίας.

Διότι πρόκειται για ένα γεγονός που συμβολοποιεί τη νίκη του πολιτικού θάρρους και του σεβασμού στην ιστορία του τόπου, απέναντι στον τυχοδιωκτισμό, τον εθνικισμό, την πατριδοκαπηλία και το εμπόριο μίσους.

Απομένει πλέον η κύρωση, εντός των επόμενων ημερών, από την Ελληνική Βουλή του πρωτοκόλλου εισδοχής της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και ακολούθως,  θα αποσταλεί ρηματική διακοίνωση από το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας στο Υπουργείο Εξωτερικών της Βόρειας Μακεδονίας θέτοντας έτσι αυτομάτως σε ισχύ τις τροποποιήσεις του  Συντάγματος και φυσικά την αλλαγή του ονόματος.

Η Ελλάδα όμως, τη στιγμή που κάνει το αποφασιστικό βήμα για την αναβάθμιση του ρόλου και του κύρους της στο διεθνές στερέωμα, παράλληλα συνεχίζει τη μεγάλη προσπάθεια για την αποκατάσταση των συνεπειών της πολυετούς κρίσης και των μνημονίων.

Από αύριο λοιπόν, 1ηΦεβρουαρίου τίθεται σε εφαρμογή η αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού για τους νέους.

Συγκεκριμένα:

Ο κατώτατος μισθός αυξάνεται κατά 11%, από τα 586,08 ευρώ το μήνα, στα 650 ευρώ.

Ο υποκατώτατος μισθός  καταργείται. Επομένως, διαμορφώνεται μια αύξηση της τάξης του 27% για όσους νέους και νέες μέχρι 25 ετών αμείβονταν με τα 511 ευρώ που όριζε αυτή η απαράδεκτη διάταξη και πλέον θα λαμβάνουν το ποσό που προβλέπει ο κατώτατος μισθός, δηλαδή 650 ευρώ το μήνα επίσης.

Επιπλέον,

Με βάση την αύξηση του κατώτατου μισθού, αναπροσαρμόζονται αναλογικά και οι διαμορφωμένες τριετίες.

Το επίδομα ανεργίας επίσης, αυξάνεται από τα 360 ευρώ στα 400 ευρώ.

Ενώ η αύξηση αυτή, συμπαρασύρει προς τα πάνω συνολικά 24 επιδόματα που συνδέονται με τον κατώτατο μισθό.

Οι εργαζόμενοι που θα δουν άμεσα από αύριο κιόλας, αύξηση στο διαθέσιμο εισόδημα τους, ανέρχονται στις 880.000.

Δεν είναι λοιπόν απλά φαιδρός, αλλά και εξόφθαλμα προσβλητικός, ο τρόπος με τον οποίο τοποθετούνται για την αύξηση του κατώτατου μισθού τα κόμματα που συνυπέγραψαν το 2012 την μείωση του κατά 22% και την καθιέρωση του υποκατώτατου μισθού για τους νέους με μείωση 32% στις αποδοχές τους.

Είναι προσβλητικός απέναντι στους εργαζόμενους αυτής της χώρας και κυρίως τους νέους και τις νέες που βρίσκονται στη χαμηλότερη μισθολογική βαθμίδα.

Αναδεικνύει το δίχως άλλο, το μίσος για τον κόσμο της εργασίας του πολιτικού προσωπικού που έβαλε τη χώρα στα μνημόνια και γονάτισε έναν ολόκληρο λαό. Αναδεικνύει την απόλυτη αδιαφορία και τον φανατισμό του παλιού πολιτικού συστήματος που συμπεριφέρθηκε στους χαμηλόμισθους και τη νέα γενιά, σαν να ήταν πλεονάζον προσωπικό σε επιχείρηση υπό εκκαθάριση.

Για την ελληνική κυβέρνηση, η προσήλωση στη μάχη για την ανάκτηση της εργασίας και την αποκατάσταση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή, είναι διαρκής, όπως αναδεικνύουν εξάλλου και τα πεπραγμένα της.

-380.000 νέες θέσεις εργασίας στην τετραετία

-8,5% μείωση της ανεργίας από το 2014

-Καταπολέμηση της αδήλωτης και υποδηλωμένης εργασίας, από το 20% στο 9% στους τομείς υψηλής παραβατικότητας

-Επαναφορά των βασικών αρχών των συλλογικών διαπραγματεύσεων

Και θέλω σε αυτό το σημείο να αναφερθώ σε ένα ακόμη ζήτημα το οποίο αποδεικνύει ότι η Ελλάδα έχει γυρίσει σελίδα και έχει εισέλθει σε μια νέα εποχή σταθερότητας και ανάπτυξης.

Αναφέρομαι στην έξοδο της χώρας στις αγορές.

Η έκδοση 5ετούς ομολόγου του ελληνικού δημοσίου, οδήγησε στην άντληση 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Οι προσφορές υπερέβησαν τα 10 δις ευρώ και μάλιστα η ποιότητα του βιβλίου προσφορών αποδεικνύει μια ουσιαστική στροφή.

Η Ελλάδα πλέον προσελκύει το ενδιαφέρον και πραγματικών επενδυτών και όχι μόνο των hedge funds.

Η έξοδος στις αγορές επιβεβαίωσε λοιπόν με τον πιο εμφατικό τρόπο λοιπόν ότι η χώρα όχι μόνο έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη των αγορών, αλλά πλέον είναι και πόλος έλξης για το επενδυτικό κοινό το οποίο διαβλέπει τη μεγάλη αναπτυξιακή δυναμική της Ελλάδας.

Και πάλι όμως, κάποιοι στο εσωτερικό μεμψιμοιρούν.

Είναι αυτοί που υπερηφανεύονται για την έξοδο στις αγορές το 2014 με επιτόκιο στο 4,95% και που λίγους μήνες μετά όταν αποπειράθηκαν να κάνουν νέα έκδοση ομολόγου, βρήκαν τοίχο.

Είναι αυτοί που μας κατηγόρησαν το 2017 όταν επιτύχαμε επιτόκιο χαμηλότερο από του 2014, για σκηνοθετημένη έξοδο η οποία δεν πρόκειται να επαναληφθεί καθώς υποτίθεται ότι θα  έρχονταν το 4ομνημόνιο και όλα τα συναφή καταστροφολογικά σενάρια.

Και τώρα που το κουπόνι ανήλθε στο 3,45% ενώ η απόδοση του ομολόγου στο 3,6%, με τη χώρα εκτός μνημονίων, να βρίσκει ξανά σταθερή πρόσβαση στις αγορές, συνεχίζουν την πολεμική τους με άρρητα ρήματα.

Προειδοποιήσαμε εγκαίρως.

Η ύβρις της καταστροφολογίας έχει συνέπεια τη νέμεση του αυτοεξευτελισμού.

Η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης, έκαναν τις επιλογές τους και σήμερα η πραγματικότητα τους το ξεπληρώνει.

Θέλω να κλείσω  αυτή τη σύντομη εισαγωγή ενημερώνοντας ότι ο Πρωθυπουργός μετά τη σχετική πρόσκληση του Τούρκου Προέδρου θα επισκεφθεί στις  5 και 6 Φεβρουαρίου την Τουρκία. Η συνάντηση του ΠΘ με τον Τούρκο Πρόεδρο θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 5 Φεβρουαρίου στην Άγκυρα ενώ μετά την συνάντηση θα ακολουθήσει συνέντευξη τύπου και δείπνο που θα παραθέσει ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας. Την επομένη ο Πρωθυπουργός θα επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη όπου θα έχει και συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Παρακαλώ για τις ερωτήσεις σας

 

Απαντήσεις στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων

ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ:Κύριε Εκπρόσωπε, παρακολουθήσαμε όσα είπατε για τα όσα έκανε η κυβέρνηση τις τελευταίες ημέρες για την αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του υποκατώτατου. Ακούσαμε και στην εισαγωγή σας την κριτική προς άλλα κόμματα. Η Ν.Δ., πάντως, εξακολουθεί να σας καταλογίζει ότι έχετε ήδη καθυστερήσει πολύ, καθυστερήσατε δύο χρόνια. Και η ΓΣΕΕ, από την πλευρά της, σας κατηγορεί γιατί δεν μπορέσατε να επαναφέρετε τον κατώτατο μισθό στα 751 ευρώ, γιατί είχατε μιλήσει τότε για επαναφορά του κατώτατου μισθού. Θεωρείτε ότι αυτή η κριτική δεν έχει βάση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Θεωρώ ότι δεν έχει καμία απολύτως βάση. Τη θεωρώ απίστευτα υποκριτική, καθώς ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι η ΝΔ οποτεδήποτε ρωτήθηκε όλα αυτά τα χρόνια, σε σχέση με το ζήτημα της αύξησης του κατώτατου μισθού, το οποίο αποτελούσε μία από τις κεντρικές προτεραιότητες της κυβέρνησης, διακηρυγμένη μάλιστα προτεραιότητα εδώ και πάρα πολύ καιρό, περίπου ενάμιση χρόνο πριν είχαμε δηλώσει και είχαμε διακηρύξει ότι είναι πολιτικός στόχος της κυβέρνησης η αύξηση του κατώτατου μισθού αμέσως μετά την έξοδο από τα μνημόνια, οποτεδήποτε λοιπόν η ΝΔ ρωτήθηκε για το συγκεκριμένο θέμα απέφυγε να πάρει θέση. Μάλιστα ο κ. Μητσοτάκης, σε σχετικές δηλώσεις του πριν από έναν χρόνο, είχε πει ότι δεν θεωρεί πως η ελληνική οικονομία έχει αυτή τη στιγμή τη δυνατότητα να υποστηρίξει ακόμη και μια μικρή αύξηση του κατώτατου μισθού και διαρκώς μετέθετε το συγκεκριμένο ζήτημα στο απώτερο μέλλον, αφού πρώτα θα είχε σημειώσει η χώρα πολύ μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης. Κοιτάξτε να δείτε. Εδώ έρχονται και συγκρούονται δύο εντελώς διαφορετικά πολιτικά σχέδια και δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας. Από τη μία μεριά, η ΝΔ, ο κ. Μητσοτάκης, ως κλασικός νεοφιλελεύθερος, θεωρεί ότι προϋπόθεση για τη δυναμική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας είναι η συντριβή της εργασίας. Είναι η μείωση του μεροκάματου, είναι η μείωση του ημερομισθίου, είναι η μείωση του κατώτατου μισθού, διότι έτσι υποτίθεται ότι θα δημιουργηθούν επενδυτικά κίνητρα, καθώς μια μείωση του μισθού, σύμφωνα με αυτή τη λογική, αυτό το οποίο κάνει είναι να τονώνει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, να δημιουργεί κίνητρα για επενδύσεις. Είναι οι γνωστές συνταγές του θατσερισμού, οι οποίες οποτεδήποτε έχουν δοκιμαστεί στο παρελθόν -και δοκιμάστηκαν και στην Ελλάδα κατά την περίοδο των μνημονίων- οδήγησαν σε ακόμη χειρότερα, ακόμη καταστροφικότερα, οικονομικά αποτελέσματα.

Δείτε για παράδειγμα τι έγινε την περίοδο του 2012, όταν η τότε κυβέρνηση Παπαδήμου επέλεξε τη μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22% και 32% για τους νέους. Την επόμενη χρονιά, το 2013, παρά αυτή την κίνηση, η οποία εντασσόταν στο σχέδιο της εσωτερικής υποτίμησης, που ήταν ο βασικός άξονας των δύο πρώτων προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, χτύπησε το ζενίθ της, έφτασε στο 28,5%. Άρα, λοιπόν, δεν υπάρχει σύνδεση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά η ύφεση συνέχισε να σημειώνεται στην ελληνική οικονομία. Άρα, δεν υπήρξε καμία ευθεία συσχέτιση, αν θέλετε, το αντίθετο έγινε, αντιστρόφως ανάλογη ήταν η κίνηση. Δηλαδή, όσο περισσότερο μειωνόταν ο κατώτατος μισθός τόσο βαθύτερα βυθιζόταν η ελληνική οικονομία στη δίνη της ύφεσης.

Άρα, λοιπόν, από τη δική μας μεριά, έχουμε μια εντελώς διαφορετική πολιτική και οικονομική αντίληψη. Λέμε ότι για να μπορέσει η ελληνική οικονομία να πατήσει σταθερά στα πόδια της, για να μπορέσει να τονωθεί και να ενισχυθεί έτι περαιτέρω η ανάπτυξη, αυτό το οποίο χρειάζεται είναι και ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης, πράγμα το οποίο επιτυγχάνεται μέσω της αύξησης του κατώτατου μισθού. Άρα, λοιπόν, εδώ μιλάμε για δύο εντελώς διαφορετικά, δύο εντελώς αντιπαρατιθέμενα, απολύτως αντιπαρατιθέμενα, πολιτικά σχέδια. Από τη μία μεριά, το κλασικό σχέδιο του νεοφιλελευθερισμού, που έχει αποτύχει οπουδήποτε στον κόσμο κι αν έχει εφαρμοστεί και έχει οδηγήσει σε οικονομικές καταστροφές και κρίσεις. Και από την άλλη μεριά, μια πολιτική στήριξης και του εισοδήματος, αλλά και της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων, που αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, την προϋπόθεση για ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη στη χώρα.

ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ:Κύριε Εκπρόσωπε, ήθελα να ρωτήσω το εξής: ότι ανάμεσα στα αντιφατικά που ακούμε για αυτή την αύξηση -για άλλους είναι μικρή, για άλλους είναι μεγάλη- ήθελα να ρωτήσω τι απαντάτε στην κριτική, όσον αφορά το γεγονός ότι και αυτή η αύξηση θα απορροφηθεί ή θα εξανεμιστεί από τη μείωση του αφορολογήτου, που, ειρήσθω εν παρόδω, θα γίνει 01/01/2020. Δηλαδή, μπορεί να μην είστε και κυβέρνηση.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έτσι πιστεύετε;

ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ:Άσχετα εγώ τι πιστεύω. Τι απαντάτε πάνω σε αυτό το θέμα; Θα το παλέψετε τώρα ή θα ζήσουμε το θρίλερ των συντάξεων;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Θα σας πω, κ. Στρατάκη. Η ελληνική κυβέρνηση αντιμετώπισε τέτοιου τύπου κατηγορίες, τέτοιου τύπου καταστροφολογικά αντιπολιτευτικά αφηγήματα για παραπάνω από δύο χρόνια. Θυμάστε ότι, ήδη από το καλοκαίρι του 2017, η αξιωματική αντιπολίτευση στήριζε τη ρητορική της για το επερχόμενο τέταρτο μνημόνιο στην υποτιθέμενη, βέβαιη εφαρμογή του μέτρου της περικοπής των συντάξεων. Εμείς, κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών, μετά την έξοδο από το μνημόνιο, επιχειρηματολογήσαμε με τεκμηριωμένες θέσεις ότι το μέτρο αυτό ήταν αχρείαστο απολύτως για την επίτευξη του στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του 2019. Παλέψαμε για αυτή τη θέση. Εξηγήσαμε στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στους εταίρους μας ότι πρόκειται για ένα μέτρο το οποίο όχι μόνο δεν χρειάζεται, αλλά θα δημιουργήσει μεγάλες πιέσεις στην αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας και καταφέραμε να το κερδίσουμε. Άρα, λοιπόν, εκεί κάπου κατέρρευσε το αφήγημα της ΝΔ περί ενός υποτιθέμενου τετάρτου μνημονίου, καθώς θα ίσχυαν προνομοθετημένα μέτρα μετά την έξοδο από την περίοδο της μνημονιακής επιτροπείας.

Τώρα, μετά την, κατά τη γνώμη μου, εμβληματική πρωτοβουλία της κυβέρνησης να αυξήσει τον κατώτατο μισθό, η ΝΔ φαίνεται ότι ανακαλύπτει έναν νέο δράκο. Μας λέει ότι το 2020, την 01/01/2020, θα εφαρμοστεί το μέτρο του αφορολόγητου και άρα θα απορροφηθεί ένα τουλάχιστον μέρος από την αύξηση του κατώτατου μισθού. Θα σας πω γιατί πρόκειται για δράκο. Και θα σας πω και ποια είναι η μοναδική πιθανότητα κάτι τέτοιο να συμβεί.

Πρόκειται για δράκο, γιατί όπως επιχειρηματολογήσαμε για το αχρείαστον του μέτρου της περικοπής των συντάξεων, θα έχουμε τη δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουμε για το ότι δεν υπάρχει ανάγκη για την εφαρμογή οποιουδήποτε επιπρόσθετου μέτρου, ώστε η ελληνική οικονομία να επιτυγχάνει τους συμφωνημένους στόχους για πρωτογενές πλεόνασμα και το 2020, και το 2021, και το 2022. Αντίθετα, αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι η ελληνική οικονομία φαίνεται, με βάση τις προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών που μέχρι στιγμής δεν έχουν πέσει ποτέ έξω, τουλάχιστον τα τελευταία τέσσερα χρόνια, όσο αυτή η κυβέρνηση έχει την ευθύνη, φαίνεται, λοιπόν, ότι όχι απλώς επιτυγχάνεται ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος, αλλά δημιουργείται και δημοσιονομικός χώρος, ο οποίος για το 2019 εκφράστηκε με τα συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία ενσωματώθηκαν στον προϋπολογισμό του 2019, τα μέτρα ελάφρυνσης και δημοσιονομικής επέκτασης.

Μία πιθανότητα υπάρχει να συμβεί το κακό αυτό σενάριο. Η πιθανότητα αυτή είναι, αν ο μη γένοιτο, στις εκλογές που μεσολαβούν ο κ. Μητσοτάκης αναδειχθεί σε πρωθυπουργό της χώρας. Διότι θέλω να σας θυμίσω ότι το μέτρο του αφορολόγητου έχει ενσωματωθεί και έχει υιοθετηθεί από τη ΝΔ στο πολιτικό της πρόγραμμα, το οποίο ο κ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε στη ΔΕΘ το προηγούμενο φθινόπωρο. Ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι θα μειώσει την εισαγωγική φορολογική κλίμακα, δηλαδή από 20% θα την πάει στο 9%. Αλλά δήλωσε κιόλας ότι αυτό θα συμβεί εξαιτίας της μείωσης του αφορολόγητου, το οποίο έχει ενσωματώσει στο πολιτικό του πρόγραμμα και στις οικονομικές του προβλέψεις. Άρα, λοιπόν, αυτή είναι η μοναδική πιθανότητα, η οποία δεν πιστεύω ότι έχει και ιδιαίτερη αξία να τη συζητάμε, καθώς αυτή η κυβέρνηση θα καταφέρει να κερδίσει και τις επόμενες εκλογές.

ΖΟΡΜΠΑ:Κύριε Εκπρόσωπε, θα επιμείνω λίγο στο θέμα της αύξησης του κατώτατου μισθού. Χαρακτηρίσατε υποκριτική τη στάση της αντιπολίτευσης γενικώς και της ΝΔ ειδικώς. Αναρωτιέμαι, θεωρείτε ότι είναι και υπερβολικός ο προβληματισμός που διατυπώνουν οι επιχειρήσεις; Αυτή η αύξηση του κατώτατου μισθού και η  κατάργηση του υποκατώτατου μπορεί να επιφέρει ζητήματα στην ανταγωνιστικότητα της χώρας; Ή να αυξήσει την αδήλωτη εργασία, ακόμη και τις απολύσεις;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Είναι κλασικά επιχειρήματα, τα οποία χρησιμοποιεί ένα τμήμα των επιχειρήσεων από καταβολής καπιταλισμού. Ότι οποτεδήποτε αυξάνεται ο κατώτατος ή οποιοσδήποτε άλλος μισθός τότε αυτό οδηγεί σε απώλεια ανταγωνιστικότητας, οδηγεί σε μείωση των θέσεων εργασίας. Σας είπα και προηγουμένως, στην απάντηση που έδωσα στον κ. Παντελάκη, ότι κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα εμπειρικά δεδομένα, αλλά και από την ίδια τη θεωρία. Δεν έχει συμβεί ποτέ. Θέλω, όμως, να δώσω και μερικά παραδείγματα για να το κάνουμε σαφές. Εάν ίσχυε ότι η ανταγωνιστικότητα είναι ευθέως συνδεδεμένη με το ύψος του μισθού, τότε οι χώρες της Αφρικής ή της Ανατολικής Ασίας θα ήταν στην κορυφή των χωρών που είναι οι πιο ανταγωνιστικές στον κόσμο. Θα ήταν στην κορυφή της λίστας ανταγωνιστικότητας. Κάτι τέτοιο, όπως έχετε δει, δεν συμβαίνει. Δεν είναι κορυφαία στην ανταγωνιστικότητα για παράδειγμα η Ινδία, που έχει πάρα πολύ χαμηλά μεροκάματα. Δεν είναι κορυφαίο στην ανταγωνιστικότητα το Πακιστάν, που έχει πάρα πολύ χαμηλά μεροκάματα. Αντιθέτως, στην κορυφή της λίστας ανταγωνιστικότητας βρίσκονται χώρες με πολύ υψηλούς μισθούς, όπως είναι η Σουηδία, όπως είναι η Νορβηγία, όπως είναι η Γερμανία, παρά το γεγονός ότι και στη Γερμανία υπάρχει κοινωνικό dumping, δηλαδή υπάρχει ένα πολύ μεγάλο τμήμα των εργαζομένων που διαβιούν με πολύ χαμηλούς μισθούς. Αλλά, παρόλα αυτά, αυτό το οποίο πρέπει να σας πω είναι ότι το ύψος του μισθού δεν συνδέεται ευθέως με την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας. Αυτό που έχει σημασία για την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας είναι η ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος, είναι η δυνατότητα η οικονομία αυτή να είναι εξωστρεφής, είναι η δυνατότητα να καταπολεμά τη γραφειοκρατία, τη διαφθορά, να έχει ένα καλό επίπεδο δημόσιων επενδύσεων, ένα καλό επίπεδο επενδυτικού κλίματος. Άρα, λοιπόν, υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί λόγοι, για τους οποίους αυτό το επιχείρημα, το οποίο προβάλλεται πολλές φορές από τις επιχειρήσεις ή από κάποιες επιχειρήσεις, δεν είναι ορθό. Ξέρετε, το πρώτο πράγμα που σκέφτεται μια επιχείρηση για να μπορέσει να αυξήσει την κερδοφορία της και το πιο εύκολο πράγμα που έχει να κάνει ή γι’ αυτό το οποίο θεωρεί ως το πιο εύκολο είναι να μειώσει τον μισθό. Αυτό, προσέξτε, είναι και ένα αντικίνητρο για την καινοτομία στις επιχειρήσεις. Για να μπορέσουν, δηλαδή, να δημιουργήσουν όρους μεγαλύτερης παραγωγικότητας της εργασίας και να μην προστρέχουν κάθε φορά στη μείωση του μισθού ως μέσου για την αύξηση της κερδοφορίας τους. Άρα, λοιπόν, εμείς αυτό το οποίο φτιάχνουμε εδώ, είναι ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, το οποίο δεν στηρίζεται στη συντριβή της εργασίας. Στηρίζεται στην εργασία, έχει επίκεντρο την εργασία, τα δικαιώματα των εργαζομένων, τους υψηλούς μισθούς που δημιουργούν ζήτηση, δημιουργούν όρους καινοτόμας οικονομίας και όχι μιας οικονομίας, η οποία, κατά κύριο λόγο, θα άρμοζε σε χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου ή του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού, αν θέλετε.

ΤΣΑΚΙΡΗΣ:Κύριε εκπρόσωπε, σε άλλο θέμα. Ήθελα να σας ρωτήσω, πόσο σας ικανοποιεί η εικόνα των τελευταίων ημερών στη Βουλή, αυτή η εικόνα της γκαζόζας με τον πρώην κυβερνητικό σας εταίρο….

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν ξέρω αν η γκαζόζα θεωρείτε ότι είναι ευθύνη καθ’ οιονδήποτε τρόπο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, κύριε Τσακίρη.

ΤΣΑΚΙΡΗΣ:Δεν λέω αυτό. Λέω πόσο σας ικανοποιεί η εικόνα που δίνεται στη Βουλή…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Δίνεται με έψιλον ή άλφα γιώτα;

ΤΣΑΚΙΡΗΣ:Επίσης, ήθελα να σας ρωτήσω αν θα απαντήσετε κάποια στιγμή σε αυτά που σας καταμαρτυρά ο πρώην κυβερνητικός σας εταίρος, δηλαδή αν όντως υπήρχε πρόταση από τον πρωθυπουργό προς εκείνον να μπει στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ και αυτός και τα στελέχη των Ανεξαρτήτων Ελλήνων και τι απαντάτε στις απειλές του ότι δεν θα κάνετε παρέλαση εάν διαλυθεί η κοινοβουλευτική του ομάδα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Από πού να ξεκινήσω, τώρα, κύριε Τσακίρη και πού να τελειώσω; Λοιπόν, θα σας πω το εξής: το θέμα της κυβερνητικής σταθερότητας κρίθηκε, νομίζω, κατά τη διαδικασία της ψήφου εμπιστοσύνης όπου και η κυβέρνηση κατάφερε να εξασφαλίσει τους 151 βουλευτές, δηλαδή, την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών στο ελληνικό κοινοβούλιο. Νομίζω, λοιπόν, ότι ως προς το ζήτημα της κυβερνητικής σταθερότητας δεν τίθεται κανένα απολύτως ζήτημα.

Από εκεί και πέρα σε ό,τι αφορά την ιδιότυπη κατάσταση, η οποία έχει διαμορφωθεί στο ελληνικό κοινοβούλιο, δηλαδή ότι έχουμε το τελευταίο διάστημα προχωρήσει σε ονομαστικές ψηφοφορίες, οφείλω να σας πω ότι, κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι αναβαθμίζει κιόλας τον ρόλο του κοινοβουλίου και κυρίως αναβαθμίζει τον ρόλο του βουλευτή, ο οποίος ρόλος του βουλευτή είναι να βρίσκεται, να είναι παρών και να είναι παρούσες και οι βουλευτίνες στη διαδικασία της Ολομέλειας, να καταθέτουν τις γνώμες τους, να καταθέτουν τις απόψεις τους και να ψηφίζουν. Εμείς είμαστε διατεθειμένοι να συνεχίσουμε τη διαδικασία των ονομαστικών ψηφοφοριών μέχρι και το τέλος της συνταγματικής θητείας αυτής της κυβέρνησης. Δεν έχουμε κανένα απολύτως πρόβλημα.

Καλούμε, λοιπόν, τον οποιονδήποτε αμφισβητεί την ύπαρξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας υπέρ της κυβέρνησης, να καταθέτει διαρκώς ονομαστικές ψηφοφορίες και τότε θα βλέπουμε ότι η κυβέρνηση δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα να συνεχίσει απερίσπαστη το νομοθετικό της έργο και ξέρετε ότι έχουμε πάρα πολλά μπροστά μας. Έχουμε μπροστά μας την αναθεώρηση του Συντάγματος, έχουμε μπροστά μας μία σειρά από νομοθετικές πρωτοβουλίες για την ελάφρυνση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, έχουμε νομοθετικές πρωτοβουλίες από πάρα πολλά υπουργεία. Επομένως, σας ξαναλέω, εμείς δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να συνεχίσουμε τη διαδικασία των ονομαστικών ψηφοφοριών εφόσον τίθεται το οποιοδήποτε ζήτημα αμφισβήτησης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από τον οποιονδήποτε. Μπορούμε να δοκιμαζόμαστε κάθε εβδομάδα εάν το θέλει η αξιωματική αντιπολίτευση και ο κ. Μητσοτάκης. Σας ξαναλέω, νομίζω ότι αυτός είναι και ένας τρόπος για να αναβαθμιστεί συνολικά η ίδια η λειτουργία του κοινοβουλίου.

Τώρα σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες του κ. Καμμένου, νομίζω ότι από τη δικιά μας μεριά ως κυβέρνηση κρατάμε την έντιμη, την ειλικρινή και την επιτυχημένη συνεργασία που είχαμε αυτήν την τετραετία. Μια συνεργασία η οποία κατάφερε να οδηγήσει τη χώρα έξω από την περιπέτεια των μνημονίων, να ανασυγκροτήσει την ελληνική οικονομία, να την περάσει σε μία περίοδο ανάπτυξης, σε μία περίοδο σταθερότητας και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης. Από εκεί και πέρα, δεν πρόκειται εγώ να σχολιάσω οτιδήποτε άλλο. Εξάλλου, νομίζω ότι ο πρωθυπουργός δεν είχε κανέναν λόγο να προχωρήσει σε προτάσεις οποιασδήποτε πολιτικής συναλλαγής με τον κ. Καμμένο ή με τον οποιονδήποτε άλλον. Είδατε ότι κατάφερε να εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής και να οδηγήσει την κυβέρνηση σε μία νέα περίοδο κοινοβουλευτικής και πολιτικής σταθερότητας. Επομένως, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος για κάτι τέτοιο.

ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ:Είπατε εσείς ότι δεν είχε κανέναν λόγο…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Δεν απάντησα, όμως, για τις απειλές, αν και το είπα εμμέσως περί του ότι δεν θα καταφέρουμε να κάνουμε παρέλαση. Από όσο ξέρω, οι κυβερνήσεις δεν κάνουν παρελάσεις, οι κυβερνήσεις κυβερνούν και αυτό σκοπεύουμε να κάνουμε μέχρι τη λήξη της συνταγματικής μας θητείας.

ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ:Είπατε πριν ότι δεν είχε κανέναν λόγο ο πρωθυπουργός να μπει σε μια διαδικασία πολιτικής συναλλαγής με τον κύριο Καμμένο.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Με τον οποιονδήποτε.

ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ:Ωστόσο, όμως, στην κυβέρνηση αυτό που λέτε δεν ισχύει, διότι έχουμε υπουργούς που υποτίθεται ήταν βουλευτές των ΑΝ.ΕΛ μέχρι πρότινος, οι οποίοι έμειναν στην κυβέρνηση.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Και γιατί αυτό είναι πολιτική συναλλαγή;

ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ:Σύμφωνα με τη λογική του κυρίου Καμμένου, αυτό έτσι είναι. Η ερώτηση που ήθελα να κάνω είναι η εξής πάντως: ο κύριος Καμμένος σας καταγγέλλει ότι μεθοδεύετε, εκτός των άλλων, και τη διάλυση της κοινοβουλευτικής του ομάδος, μέσα από διάφορες διαδικασίες παρασκηνίου, όπως λέει ο ίδιος από την πλευρά του. Σε αυτό, τι απαντάτε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Θα σας πω. Καταρχήν σε σχέση με τους υπουργούς, οι οποίοι προέρχονταν από την κοινοβουλευτική ομάδα ή από το κόμμα των ΑΝ.ΕΛΛ. πρέπει να σας πω ότι, στο πλαίσιο μιας πολιτικής συζήτησης και ενός ανοικτού πολιτικού διαλόγου, κανένας δεν μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα και το δικαίωμα του οποιουδήποτε να εκφράζεται με βάση τη συνείδησή του και την κάθε φορά άποψή του. Και υπήρξαν αρκετοί, και βουλευτές και υπουργοί, αλλά και πολιτικά στελέχη, που προέρχονταν από τον χώρο των ΑΝ.ΕΛΛ. και οι οποίοι θεώρησαν ότι δεν είναι ορθή η απόφαση του κυρίου Καμμένου να αποχωρήσει και να αποσύρει τη στήριξή του από την κυβέρνηση. Αντιθέτως, είπαν ότι αυτή η κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχαν, την οποία στήριξαν για μία ολόκληρη τετραετία, πρέπει να συνεχίσει το εξαιρετικά σημαντικό της έργο και να εξαντλήσει τη συνταγματική της θητεία. Εδώ δεν πρόκειται, σε καμία περίπτωση, για μία υπόθεση πολιτικής συναλλαγής. Πρόκειται για μία υπόθεση όπου κάθε ένας υπουργός, βουλευτής, πολιτικό στέλεχος παίρνει την ευθύνη της άποψής του, παίρνει την ευθύνη των όσων του επιτάσσει η συνείδησή του και προχωρά. Νομίζω ότι αυτό αναδείχθηκε με τον πλέον καθαρό τρόπο στη διαδικασία της ψήφισης εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Σε ό,τι αφορά τώρα τα ζητήματα των κοινοβουλευτικών ομάδων και αν η κυβέρνηση ή οποιοσδήποτε άλλος μεθοδεύει διάλυση της οποιαδήποτε κοινοβουλευτικής ομάδας, εγώ θα σας πω το εξής και νομίζω ότι πρέπει να το κρατήσετε.

Η πολιτική θέση της κυβέρνησης είναι ότι δεν είναι ούτε ηθικά, ούτε πολιτικά ορθό να διαλύονται κοινοβουλευτικές ομάδες κομμάτων, τα οποία στη διαδικασία των εθνικών εκλογών έχουν εξασφαλίσει την είσοδό τους στο εθνικό κοινοβούλιο. Δεν μιλώ μόνον για τους ΑΝ.ΕΛΛ., μιλώ και για το ΠΟΤΑΜΙ, μιλώ και για οποιοδήποτε άλλο κόμμα μπορεί να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της διάλυσης της κοινοβουλευτικής του ομάδας. Δεν είναι, λοιπόν, πολιτικά και ηθικά ορθό η διάλυση μιας κοινοβουλευτικής ομάδας κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής περιόδου, παρά το γεγονός ότι κάποιοι βουλευτές για λόγους συνείδησης, για λόγους άποψης, για λόγους πολιτικών τοποθετήσεων μπορεί να επιλέγουν να αφήνουν, να αποχωρούν από τις κοινοβουλευτικές αυτές ομάδες. Και αυτό είναι ένα ζήτημα πολιτικό, ηθικό, το οποίο κατά τη γνώμη μου πρέπει να συζητηθεί  πάρα πολύ σοβαρά στο πλαίσιο του πολιτικού μας συστήματος και στο πλαίσιο αναβάθμισης της ίδιας της δημοκρατίας.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ:Προτίθεται η κυβέρνηση, δηλαδή, να πάρει ή ο ΣΥΡΙΖΑ κάποια πρωτοβουλία κοινοβουλευτική ή να αλλάξει ο κανονισμός ή να ερμηνευθεί ο κανονισμός, προκειμένου τα κόμματα τα οποία σήμερα έχουν προβλήματα, το ΠΟΤΑΜΙ, οι ΑΝ.ΕΛΛ., να….

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Κυρία Καλογεροπούλου, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως το κόμμα με τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, όπως σας είπα και προηγουμένως, σκοπεύει να ανοίξει αυτή τη συζήτηση στο επίπεδο του δημοσίου διαλόγου, στο επίπεδο των πολιτικών δυνάμεων, αλλά από εκεί και πέρα, επιφυλάσσομαι για οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω πρωτοβουλία.

ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ:Επ’ αυτού, στα πλαίσια της συνταγματικής αλλαγής εννοείτε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Όχι, δεν χρειάζεται συνταγματική αλλαγή για να συζητήσουμε το συγκεκριμένο ζήτημα. Είναι ζήτημα πολιτικό, το οποίο τεχνικά και τυπικά αφορά τον κανονισμό της Βουλής. Όμως, το ζήτημα δεν είναι οι επιμέρους νομικές διατάξεις του κανονισμού της Βουλής. Είναι να απαντήσουμε σε ένα πολιτικό ερώτημα που τίθεται με πολύ μεγαλύτερη ένταση σήμερα από ό,τι ετίθετο στο παρελθόν καθώς, όπως ξέρετε, από το 2012 και μετά, όταν υπήρξε αυτή η μεγάλη αναδιαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού στη χώρα, δημιουργήθηκαν νέες ιδιότυπες συνθήκες στο ελληνικό κοινοβούλιο τις οποίες δεν είχε ζήσει η χώρα και το πολιτικό σύστημα καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι αυτά είναι ζητήματα τα οποία πρέπει να συζητώνται, πρέπει να συζητώνται ανοικτά, πρέπει να συζητώνται στη βάση του δημοκρατικού ήθους που, κατά τη γνώμη μου, χαρακτηρίζει τις περισσότερες από τις πολιτικές δυνάμεις του ελληνικού κοινοβουλίου. Δεν έχω να απαντήσω κάτι περισσότερο σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα.

ΑΝΤΖΟΛΕΤΟΣ:Αν εννοείτε ότι μπορεί να παρθεί για τώρα κάποια πρωτοβουλία, για την κοινοβουλευτική ομάδα των ΑΝ.ΕΛΛ.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Σας είπα. Σκοπεύουμε να ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση. Κάτι περισσότερο δεν έχω να σας πω.

ΡΩΣΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ:Κύριε Εκπρόσωπε, πώς σχολιάζετε ένα πρόβλημα στις θεμέλιες σχέσεις της Ελλάδας και της Ρωσίας, το αίτημα της επιστροφής στην πατρίδα του πολίτη της Ρωσίας Αλεξάντρ Βίνικ. Αυτός βρίσκεται εδώ ως πολιτικός όμηρος χωρίς δίκη, ποινή και κατηγορία. Βρίσκεται στην προφυλάκιση για περισσότερους από 18 μήνες με την κατηγορία ότι παραβιάζει το Σύνταγμα της Ελλάδας. Κάνει απεργία πείνας 67 ημέρες και σήμερα η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας υπέβαλε αίτημα επιστροφής στην πατρίδα του. Το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας δεν απαντά. Νομίζω ότι είναι υπόθεση του υπουργείου Δικαιοσύνης. Το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν απαντά ούτε κι αυτό.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Δεν γνωρίζω απολύτως όλες τις διοικητικές και δικαστικές λεπτομέρειες της υπόθεσης. Ωστόσο, πρέπει να σας πω ότι ζητήματα που σχετίζονται με την προσωρινή κράτηση αφορούν αποκλειστικά και μόνο την ελληνική Δικαιοσύνη. Από εκεί και πέρα, είμαι βέβαιος ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης θα απαντήσει αρμοδίως στη ρωσική κυβέρνηση για το συγκεκριμένο ζήτημα.

ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ: Θα ήθελα το σχόλιο σας για τη χθεσινή συμπεριφορά του αναπληρωτή υπουργού Υγείας, του κυρίου Πολάκη, για τα όσα είπε και κυρίως για τα όσα δεν είπε όταν ρωτήθηκε επιμόνως για τις αιτίες του θανάτου των δύο μικρών παιδιών. Το σχόλιό σας επ΄ αυτού.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Το σχόλιο μου είναι το εξής: Ο κ. Πολάκης, αλλά και το υπουργείο Υγείας, για τα ζητήματα τα οποία ρωτήθηκε με έναν τρόπο εξαιρετικά, κατά τη γνώμη μου, πιεστικό, έξω από μία πολύ σημαντική εκδήλωση που αναδείκνυε το έργο του υπουργείου Υγείας, είναι ζητήματα για τα οποία πρέπει να σας θυμίσω ότι έχει απαντήσει. Έχει απαντήσει και έχει απαντήσει αρκετές φορές. Και για το ζήτημα του διοικητή του νοσοκομείου, ο οποίος, με βάση το πόρισμα των ελεγκτικών σωμάτων, φέρεται να είχε πλαστά πτυχία. Πρέπει να σας θυμίσω ότι σε ό,τι αφορά αυτή την υπόθεση, τα πλαστά πτυχία δεν αφορούν την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Αφορούν τον ορισμό του σε διευθυντική θέση το 2013. Το 2013, επί συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ., ο συγκεκριμένος διορίστηκε σε διευθυντική θέση με πλαστό πτυχίο. Και πότε αναδείχτηκε αυτή η υπόθεση; Αυτή η υπόθεση αναδείχτηκε, με βάση το πόρισμα των ελεγκτικών σωμάτων, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Ο δε συγκεκριμένος κύριος είχε απομακρυνθεί με απόφαση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Υγείας για ένα διαφορετικό θέμα τον Δεκέμβριο του 2015, όταν δεν είχε καν υποπέσει στην αντίληψή μας η συγκεκριμένη υπόθεση, που –επαναλαμβάνω- αφορά την περίοδο της διακυβέρνησης Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ. Αφορούσε η απομάκρυνσή του, το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τη βούληση του υπουργείου Υγείας, ανανέωσε τη σύμβαση ενός κυλικείου νοσοκομείου για οκτώ έτη, πράγμα το οποίο ήταν απολύτως αντίθετο και στους νομικούς ορισμούς και περιορισμούς με τους οποίους πρέπει να κινείται ένας διοικητής, αλλά φυσικά και στην πολιτική βούληση του υπουργείου Υγείας. Εμείς δεν έχουμε κανέναν λόγο να συγκαλύπτουμε και δεν συγκαλύπτουμε ποτέ και είμαι βέβαιος ότι θα αποδεχτείτε όλοι, παρά τις διαφορετικές απόψεις που μπορεί να έχει ο καθένας από μας για τον κ. Πολάκη, ότι ο τελευταίος που μπορεί να κατηγορηθεί για συγκάλυψη ή για παρανομίες στο επίπεδο, ας πούμε, της διοικητικής διαδικασίας, είναι ο κ. Πολάκης, ο οποίος έχει δώσει μάχη αυτά τα τέσσερα χρόνια, με τον ιδιαίτερο δικό του τρόπο, απέναντι στη διαφθορά στον χώρο της Υγείας, απέναντι στην κομματοκρατία, απέναντι στις πελατειακές σχέσεις.

Τώρα, σε σχέση με το ζήτημα των δύο παιδιών, ο κ. Πολάκης, για τα οποία προφανέστατα το μόνο που μπορεί να πει η κυβέρνηση είναι ότι εκφράζει τη συντριβή της, αλλά μπορεί να κάνει πάρα πολλά. Και ο κ. Πολάκης και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας έχει ήδη προχωρήσει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες. Έχει δηλώσει ότι θα εξαντληθεί η αυστηρότητα και της ελληνικής διοίκησης και από εκεί και πέρα είναι θέμα της Δικαιοσύνης κιόλας να διαχειριστεί τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ωστόσο, από την πλευρά μας έχουμε κινήσει και τις διαδικασίες ένορκης διοικητικής εξέτασης και όλων των πειθαρχικών διαδικασιών, οι οποίες προβλέπονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Εξάλλου, ο κ. Πολάκης ήδη έχει δηλώσει ότι έχει επικοινωνήσει με τον πατέρα ενός εκ των δύο παιδιών και είναι ο άνθρωπος, ο οποίος είμαι απολύτως βέβαιος ότι θα πρωτοστατήσει στην προσπάθεια να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα δύο συγκεκριμένα αυτά περιστατικά.

ΜΠΑΡΜΠΑΤΣΗ: Η Ν.Δ. σας μέμφεται ότι δεν έχετε απαντήσει στις κατηγορίες της ότι η κ. Θάνου χειραγωγούσε τη Δικαιοσύνη κατ΄ εντολή του Πρωθυπουργού. Πώς το σχολιάζετε αυτό;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω το εξής, ότι είναι περίεργο το γεγονός ότι η Ν.Δ., εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, εδώ και αρκετά χρόνια, θα έλεγε κανείς, κατηγορεί τη σημερινή κυβέρνηση για δήθεν παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη. Ποιος το κάνει αυτό; Θα σας πω ποιος το κάνει. Το κάνει μια πολιτική δύναμη που, κατά τη διάρκεια της δικής της διακυβέρνησης, είναι πλέον πανθομολογούμενο και αποδεδειγμένο ότι προχωρούσε σε διαρκείς παρεμβάσεις για τη διαχείριση του φακέλου της Χρυσής Αυγής. Και μιλώ για τη συγκάλυψη, στην αρχή, του φακέλου, και στη συνέχεια, όταν δημιουργήθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, μετά και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, προχώρησε στην αποκάλυψη φακέλων, τους οποίους κρατούσε για αρκετό χρονικό διάστημα. Πράγμα το οποίο, νομίζω, ότι είναι μια αποδεδειγμένη προσπάθεια παρέμβασης στο έργο της Δικαιοσύνης.

Θέλετε να σας πω μερικά παραδείγματα ακόμα; Να σας πω για την κατά λάθος τροποποίηση του άρθρου 246 –αν δεν κάνω λάθος- του Ποινικού Κώδικα, με βάση την οποία τροποποίηση έπεσαν στα μαλακά συγκεκριμένοι άνθρωποι, οι οποίοι κατηγορούνταν για βαρύτατα κακουργήματα;

Θέλετε να σας πω για το γεγονός ότι ο κ. Αθανασίου, την περίοδο που ήταν υπουργός Δικαιοσύνης του κ. Σαμαρά, επέλεξε να αλλάξει το εκλογικό σύστημα για την εκλογή προϊσταμένων στις Εισαγγελίες της χώρας πέντε μόλις ημέρες πριν από τις εκλογές;

Θέλετε να σας πω για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε η Ν.Δ. την υπόθεση της Novartis, όταν, για παράδειγμα, είχαμε από τον κ. Σαμαρά, από τον κ. Γεωργιάδη μηνύσεις εναντίον εισαγγελικών λειτουργών, όταν είχαμε στοχοποίηση προστατευόμενων μαρτύρων, όταν κατηγορήθηκαν οι εισαγγελικές Αρχές της χώρας για υποτιθέμενη λειτουργία ως εκτελεστικού βραχίονα της ελληνικής κυβέρνησης;

Όλα αυτά δεν είναι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη; Είναι δυνατόν η Ν.Δ. να έχει δύο μέτρα και δύο σταθμά και να θεωρεί παρέμβαση στη Δικαιοσύνη το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας μετά την μεταπολίτευση η Δικαιοσύνη μπορεί να κάνει απερίσπαστη το έργο της, να προχωρήσει δικογραφίες, να αναδείξει υποθέσεις διαφθοράς και από εκεί και πέρα να πάρει τις αποφάσεις τις οποίες εκείνη γνωρίζει πώς θα τις πάρει και με ποιους όρους νόμιμους και συνταγματικούς;

Λοιπόν, όσο και να ψάξει η Ν.Δ., όσο και να σπεκουλάρει η Ν.Δ., όσο και να προσπαθεί να ανακαλύψει σκοτεινές διαδρομές και παρεμβάσεις της ελληνικής κυβέρνησης στη Δικαιοσύνη, δεν θα τα καταφέρει. Αυτή η κριτική εμάς μας αφήνει απολύτως αλώβητους. Και αυτό, προσέξτε να δείτε, δεν είναι απλώς και μόνο μια κουβέντα. Ο κόσμος ο ίδιος, οι πολίτες αυτής της χώρας γνωρίζουν ποιος λειτουργούσε παρεμβατικά στη Δικαιοσύνη και ποιος έχει ως βασική αξία του και βασική πολιτική του αρχή την απερίσπαστη λειτουργία της Δικαιοσύνης πέρα από οποιεσδήποτε πολιτικές ή οικονομικές πιέσεις.

ΑΝΤΖΟΛΕΤΟΣ: Θα ήθελα ένα σχόλιό σας, γιατί ο κ. Καμμένος σήμερα, μιλώντας στον ΣΚΑΙ, πήγε ένα βήμα παρακάτω και μίλησε για προφυλάκιση του κ. Κοτζιά για την ιστορία με τις βίζες και τον Τζορτζ Σόρος.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε πει πάρα πολλές φορές ότι ο κ. Κοτζιάς είναι ένας άνθρωπος που έχει παίξει κομβικό ρόλο στην αναβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας, έχει παίξει κομβικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις και στην τελική κατάληξη των διαπραγματεύσεων με τη Βόρεια Μακεδονία για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Είναι ένας υπουργός, ο οποίος λειτούργησε πάντοτε με μοναδικό του γνώμονα το εθνικό συμφέρον και τις πολιτικές του αξίες και αρχές.

Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, η οποιαδήποτε δυνατότητα από τον οποιονδήποτε να ρίξει σκιά στην ηθική ακεραιότητα του Νίκου Κοτζιά. Αυτό δεν μπορεί να γίνει ούτε αποδεκτό, ούτε ανεκτό από κανέναν, ο οποίος γνωρίζει την πολιτική του διαδρομή, γνωρίζει τις πολιτικές του αξίες, γνωρίζει τις ιδεολογικές του τοποθετήσεις, γνωρίζει την ποιότητά του ως πολίτη, ως ανθρώπου και ως πολιτικού.

ΠΕΡΔΙΚΑΡΗΣ: Επιτρέψτε μου να επανέλθω στο θέμα του κ. Πολάκη. Ο κ. Πολάκης, πάντως –και δεν άκουσα να το λέτε αυτό στην απάντησή σας- αναφέρθηκε με υβριστικούς χαρακτηρισμούς κατά των συγκεκριμένων δημοσιογράφων και κατ΄ επέκταση –αν θέλετε- όλων των δημοσιογράφων. Μήπως αισθάνεστε ότι ξεπέρασε κάποιο όριο με αυτούς τους χαρακτηρισμούς; Είστε σύμφωνος με αυτούς;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Με ποιον χαρακτηρισμό ακριβώς, εννοείτε;

ΠΕΡΔΙΚΑΡΗΣ: Μίλησε για διανοητικά καθυστερημένους, χρησιμοποίησε άλλες λέξεις, τις οποίες δεν θα ήθελα να επαναλάβω.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ακούστε να δείτε: Ο κ. Πολάκης κατηγόρησε ένα μιντιακό σύστημα, το οποίο κατ΄ εξακολούθηση θέλει να συγκαλύπτει ή να αποσιωπά θετικές πολιτικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης και επιλέγει, κάθε φορά, να στήνει ένα σκηνικό, το οποίο, κατά την εκτίμηση των εκδοτικών και τηλεοπτικών επιτελείων κάποιων, όχι όλων, μπορεί να βλάψει την κυβέρνηση. Αυτή είναι η πολιτική τοποθέτηση του κ. Πολάκη και νομίζω ότι και εσείς θα συμφωνούσατε ότι είναι πολλά τα εκδοτικά και τηλεοπτικά συγκροτήματα, τα οποία έχουν ως κύριο στόχο να πλήξουν την εικόνα της κυβέρνησης και λιγότερο να αναδείξουν την αλήθεια, να αναδείξουν την πραγματικότητα και να παρουσιάσουν με αντικειμενικό τρόπο το ρεπορτάζ. Δεν νομίζω ότι θα διαφωνούσε κανείς μέσα σε αυτήν εδώ την αίθουσα, είτε στο δημόσιο επίπεδο, είτε στο επίπεδο ιδιωτικών συνομιλιών, έτσι;

ΡΑΠΑΝΑΚΗΣ: Αναφερθήκατε και πριν στις καταγγελίες, στις κατηγορίες για ανταλλάγματα βουλευτών και υπουργών και τα λοιπά. Εγώ θα ήθελα και ένα περαιτέρω σχόλιο, διότι, ας πούμε, για το πρόσωπο της κυρίας Κουντουρά υπάρχει πολύ συγκεκριμένη καταγγελία από τον κ. Καμμένο και για άλλους βουλευτές βεβαίως. Και θα ήθελα και ένα επιπλέον σχόλιο, που σχετίζεται με όλη αυτή την ιστορία, που έχει να κάνει με τις αντισυγκεντρώσεις, με αποφάσεις δημοτικών συμβουλίων που απαγορεύουν την επίσκεψη του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως είδαμε χθες. Θα ήθελα ένα σχόλιο επ΄ αυτού.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ νομίζω ότι είναι δύο διαφορετικά ζητήματα αυτά. Εγώ θα σας πω για την κυρία Κουντουρά ότι πράγματι υπάρχει μια απόπειρα στοχοποίησής της, μια απόπειρα –αν θέλετε- να πληγεί η ηθική της ακεραιότητα. Και τούτο είναι απολύτως κατανοητό και θα σας εξηγήσω ακριβώς τους λόγους. Η κυρία Κουντουρά είναι μια σπουδαία υπουργός. Έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στο  υπουργείο Τουρισμού. Αποτελεί μια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις αυτής της κυβέρνησης και η εργασία της όλα αυτά τα χρόνια έχει συμβάλλει τα μέγιστα στη νέα εικόνα την οποία παρουσιάζει η  Ελλάδα και στο τοπίο του Τουρισμού, αλλά και συνολικότερα στο εξωτερικό. Ο ελληνικός Τουρισμός κάθε χρόνο πηγαίνει όλο και καλύτερα. Οι επιδόσεις του είναι αυτές που στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Και νομίζω ότι ακριβώς επειδή δεν μπορεί να βρεθεί καμία σκιά στο έργο και στην παρουσία και στις πολιτικές και κυβερνητικές επιδόσεις –αν θέλετε- της κυρίας Κουντουρά, υπάρχει μια επιχείρηση να πληγεί στο ηθικό επίπεδο. Νομίζω ότι κανένας δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Ο λόγος για τον οποίο γίνεται κάτι τέτοιο σχετίζεται φυσικά με το γεγονός ότι είχε την παρρησία και το σθένος να υποστηρίξει την άποψή της και να στηρίξει την Συμφωνία των Πρεσπών. Και να είστε βέβαιοι ότι κανένας κύριος Γεωργιάδης, ο οποίος είναι κεντρικός παράγοντας σε αυτή την απόπειρα στοχοποίησης και κανένα κίτρινο Μέσο δεν θα αφήσουμε να έχει τη δυνατότητα να συνεχίζει αυτού του τύπου τις συκοφαντικές επιθέσεις στο πρόσωπο της κυρίας Κουντουρά. Και είμαι βέβαιος, ότι και η κυβέρνηση θα κάνει αυτά που οφείλει να κάνει, αλλά και η κυρία Κουντουρά επιφυλάσσεται όλων των νόμιμων μέσων που έχει, για την προστασία της αξιοπρέπειας, της υπόληψης και της τιμής της.

Σε ό,τι αφορά τώρα τις επιθέσεις, νομίζω ότι είναι η άλλη όψη –αν θέλετε- αυτής της ακραίας επιχείρησης σπίλωσης της τιμής της κυρίας Κουντουρά, που γίνεται με λόγια, η προσπάθεια να εκβιαστούν, να απειληθούν, να προπηλακιστούν βουλευτές ή πολιτικά στελέχη για την άποψή τους για τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Εμείς δεν φοβόμαστε να αντιπαρατεθούμε με το τέρας του εθνικισμού, με το τέρας της ακροδεξιάς. Δεν το έχουμε φοβηθεί ποτέ στην πολιτική μας ιστορία. Δεν έχουμε κανένα λόγο να λυγίσουμε κάτω από το βάρος τέτοιων επιθέσεων απέναντί μας. Να έχουν όλοι αυτοί καλά στο μυαλό τους, όσοι επιλέγουν και όσοι συγκαλύπτουν –γιατί η Ν.Δ. συγκαλύπτει, υιοθετεί και αγκαλιάζει αυτού του τύπου τις πρακτικές- ότι για άλλη μια φορά σε αυτό τον τόπο η Δημοκρατία θα νικήσει.

ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ: Μας είπατε πριν λίγο και για τον κ. Κοτζιά και για την κ. Κουντουρά. Το συνδέσατε ότι δέχονται επιθέσεις από τα ΜΜΕ και από διάφορα άλλα  έντυπα. Αλλά, την ηθική ακεραιότητα, την έχει πλήξει για αυτά τα δύο πρόσωπα που υπερασπίζεστε, ο ίδιος ο κ. Καμμένος. Αυτό δεν είναι μια αντίφαση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ σας είπα ότι ουδείς έχει τη δυνατότητα να πλήξει την ηθική τους ακεραιότητα. Ο κ. Καμμένος νομίζω ότι μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση έχει οδηγηθεί σε δηλώσεις για τις οποίες και ο ίδιος γνωρίζει ότι είναι υπερβολικές και άδικες.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Θα πάω στο Μακεδονικό. Κύριε Υπουργέ, εσείς όταν αναφέρεστε στη γειτονική Δημοκρατία, αναφέρεστε με το καινούργιο όνομα «Βόρεια Μακεδονία». Δεν ισχύει το ίδιο και με τον κ. Ζάεφ. Ο κ. Ζάεφ, δηλαδή, επιμένει να μιλά για τη χώρα του με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Πριν από λίγη ώρα, ο κ. Ζάεφ αυτό το οποίο είπε είναι «σε λίγο καιρό Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και θα σας εξηγήσω το λόγο για τον οποίο υπάρχει αυτή η χρονική ασυμμετρία.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Και εγώ να τελειώσω την ερώτησή μου. Μήπως βιάζεται η κυβέρνηση να εφαρμόσει τη Συμφωνία; Και τελικά, μήπως η εφαρμογή της Συμφωνίας είναι πιο δύσκολη από την ψήφισή της;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, δεν το πιστεύω καθόλου. Θα σας πω: το ζήτημα είναι απολύτως τεχνικό. Έχει να κάνει με το γεγονός ότι η συνταγματική αλλαγή του ονόματος θα γίνει αμέσως μετά, αυτόματα δε, αυτοδίκαια, αυτόματα, με την κύρωση του Πρωτοκόλλου Εισδοχής στο ΝΑΤΟ. Επομένως, υπάρχει ακόμα μια διαδικαστική προϋπόθεση τυπικού χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να καλυφθεί για να ισχύσουν οι συνταγματικές αλλαγές στη γείτονα χώρα. Εξάλλου, πριν από λίγη ώρα, όπως σας είπα και προηγουμένως, ο κ. Ζάεφ είπε «η Δημοκρατία της Μακεδονίας, σε λίγο καιρό η Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Επομένως, πρόκειται για ένα τυπικό τεχνικό ζήτημα και νομίζω ότι, εάν μπορέσουμε να κάνουμε υπομονή λίγες ημέρες ακόμα, θα δούμε ότι η εφαρμογή της Συμφωνίας θα είναι απολύτως δεδομένη και από τις δύο πλευρές.

ΤΣΑΚΙΡΗΣ: Θέλω να σας ρωτήσω, επειδή χθες έγινε γνωστό από τα σκοπιανά Μέσα ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη να αλλάξει η ονομασία και στα κόμματα. Δηλαδή, ούτε το VMRΟ, ούτε το κόμμα του κ. Ζάεφ που έχουν το «Μ» είναι διατεθειμένα, όπως δήλωσαν, να αλλάξουν την ονομασία τους και να προσθέσουν το «Βόρειας Μακεδονίας».

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η Συμφωνία μιλά για κρατικά όργανα και κρατικές δομές, οι οποίες θα είναι υποχρεωμένες από την ίδια τη Συμφωνία να αλλάξουν τα ονόματά τους. Από εκεί και πέρα, τα ζητήματα του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού του καθενός, δεν είναι ζητήματα που μπορούν να τεθούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε μια διαπραγμάτευση που αφορά αναγνώριση κρατών. Είναι ζητήματα τα οποία έχουν να κάνουν με τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό συγκεκριμένων χώρων. Επομένως, σε κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να εισέλθει η Συμφωνία των Πρεσπών. Ωστόσο, επιφυλάσσομαι για την ορθή νομική ερμηνεία των σχετικών άρθρων και διατάξεων της Συμφωνίας.

ΤΣΑΚΙΡΗΣ: Λέω, επειδή προβλέπεται στη Συμφωνία, από ό,τι γνωρίζω, και των οργανισμών, που αμείβονται από το κράτος.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Γι΄ αυτό σας λέω, κύριε Τσακίρη, ότι επιφυλάσσομαι για την ορθή νομική ερμηνεία των συγκεκριμένων διατάξεων της Συμφωνίας. Νομίζω ότι είναι κάτι, το οποίο θα πρέπει να το εξετάσουν διεξοδικά οι νομικές υπηρεσίες, αλλά και οι διπλωματικές υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών.

ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ: Εάν έχω καταλάβει σωστά, με την αποστολή της ρηματικής διακοίνωσης μετά την κύρωση του Πρωτοκόλλου, αυτοδίκαια τίθεται σε ισχύ η Συμφωνία των Πρεσπών και η γειτονική μας χώρα θα…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι η Συμφωνία των Πρεσπών. Η συνταγματική αναθεώρηση.

ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ: Η συνταγματική αναθεώρηση που προβλέπει την αλλαγή του ονόματος.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ναι. Για το εσωτερικό της χώρας.

ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ: Θα ήθελα να ρωτήσω, αν οποιαδήποτε αναφορά στο ισχύον όνομα από αξιωματούχους της γειτονικής χώρας γίνει την επομένη ή και για το επόμενο διάστημα, για την ελληνική κυβέρνηση συνιστά παραβίαση της Συμφωνίας και ποια είναι η ελληνική αντίδραση σε αυτή την περίπτωση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω το εξής: Η ορθή πολιτική συμπεριφορά, η ορθή νομική συμπεριφορά είναι φυσικά οι αναφορές στο κράτος αυτό να γίνονται πλέον με το νέο όνομα, το όνομα Βόρειας Μακεδονίας. Αλλά, από εκεί και πέρα, σε υποθετικά σενάρια εγώ δεν μπορώ να απαντήσω αυτή τη στιγμή. Εφόσον κάτι τέτοιο προκύψει, θα δούμε πώς θα το αντιμετωπίσουμε.

ΡΙΣΤΟΦΣΚΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, η ελληνική κυβέρνηση έκανε μία καμπάνια πριν από δέκα μέρες περίπου για τη Συμφωνία των Πρεσπών, πριν πάει στην ελληνική Βουλή. Πήρε το πράσινο φως από τη Βουλή. Πιστεύετε ότι πήρε το πράσινο φως και από την ελληνική κοινωνία; Και για το Πρωτόκολλο, έχετε συγκεκριμένη ημερομηνία πότε θα έρθει;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, δεν έχω συγκεκριμένη ημερομηνία. Κοιτάξτε να δείτε, στην ελληνική κοινωνία υπήρξε μία πολύ μεγάλη συζήτηση, υπήρξε μία έντονη πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ, κατά τη γνώμη μου, δύο μεγάλων πολιτικών οικογενειών, δύο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων. Από τη μεριά του «ναι» βρέθηκε η πολιτική παράταξη εκείνη που πάντοτε ήταν υπέρ της προόδου, της δημοκρατίας, της φιλίας, της συνεργασίας των λαών, που αντιπαρατέθηκε με το τέρας του εθνικισμού τα τελευταία 30 χρόνια. Και νομίζω ότι ορθά έπραξε και τα τελευταία 30 χρόνια, αλλά και σε ό,τι αφορά τη Συμφωνία των Πρεσπών. Από την άλλη μεριά, από τη μεριά του «όχι», νομίζω ότι τη σφραγίδα και το πολιτικό tempo και το πολιτικό σήμα, αν θέλετε, το έδωσαν κατά κύριο λόγο ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Δυνάμεις του ακραίου εθνικισμού, χωρίς, βεβαίως, να ταυτίζω όλους όσους διαφωνούν με τη Συμφωνία με αυτόν τον πολιτικό χώρο. Πρέπει να σας πω, ότι τον πολιτικό ρυθμό τον έδωσε η παράταξη της άκρας Δεξιάς. Τα πολιτικά επιχειρήματα, τα περισσότερα από αυτά τα οποία ακούστηκαν, γεννήθηκαν στο ακροδεξιό άκρο του φάσματος και παρ’ όλα αυτά υιοθετήθηκαν από πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες θεωρούσαν τους εαυτούς τους ή αυτοτοποθετούνταν στην κεντροδεξιά, στον φιλελεύθερο χώρο ή στον δεξιό χώρο. Νομίζω ότι αυτό ήταν μια ήττα του ελληνικού φιλελεύθερου χώρου. Ήταν μια ήττα της ελληνικής Δεξιάς, η οποία για λόγους που είχαν να κάνουν με την πολιτική συνοχή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ και με το γεγονός ότι ο κύριος Μητσοτάκης έχει δώσει τα κλειδιά του κόμματός του σε ακροδεξιούς, όπως ο κύριος Σαμαράς, με το απίστευτο παραλήρημά του πριν από λίγες μέρες στο ελληνικό Κοινοβούλιο, όπως ο κύριος Βορίδης ή όπως ο κύριος Γεωργιάδης, έδωσαν τον τόνο στην αντιπολιτευτική ρητορική της ΝΔ. Και η ΝΔ, το προβληματικό σε αυτή την περίπτωση είναι, ότι όχι απλώς υιοθέτησε τις θέσεις και τον λόγο της άκρας Δεξιάς, ότι υιοθέτησε τον λόγο του εθνικιστικού μίσους, απομακρυνόμενη από τις πολιτικές αρχές τις οποίες είχε καταφέρει να προσδιορίσει ο Κώστας Καραμανλής, κατά την περίοδο της δεκαετίας του 2000. Δηλαδή, τις πολιτικές αρχές της κεντροδεξιάς. Το προβληματικό είναι, ότι έφτασε στο σημείο να υιοθετεί μέχρι και πρακτικές της άκρας δεξιάς. Να υιοθετεί και μεθόδους της άκρας δεξιάς. Δηλαδή, να υιοθετεί απειλές, εκβιασμούς, απόπειρες προπηλακισμού, εμπρησμούς σπιτιών βουλευτών, την προσπάθεια εισβολής στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Και νομίζω ότι αυτά τα πράγματα δεν ταιριάζουν σε αυτή την πολιτική παράταξη. Ο κύριος Μητσοτάκης μπορεί να μην το καταλαβαίνει. Ο κύριος Μητσοτάκης μπορεί να μην κατανοεί τι ζημιά έχει προξενήσει στο πολιτικό κεφάλαιο και το δικό του, αλλά και της ΝΔ και στο εσωτερικό της χώρας και στον φιλελεύθερο χώρο, αλλά και πολύ περισσότερο στο εξωτερικό, όπου πραγματικά μένουν άναυδοι τα μέλη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος από αυτή την πολιτική συμπεριφορά, από αυτή την πολιτική κατρακύλα του κυρίου Μητσοτάκη. Ωστόσο, υπάρχουν πολιτικά στελέχη στο εσωτερικό της ΝΔ, όπως ο κύριος Δένδιας, οι οποίοι διαβάζουν τη συγκυρία, διαβάζουν αυτές τις πολιτικές μετατοπίσεις και είμαι βέβαιος, ότι δεν θα επιτρέψουν περαιτέρω μετατοπίσεις προς την ακροδεξιά. Από εκεί και πέρα, βέβαια, αυτά είναι ζητήματα που αφορούν το εσωκομματικό περιβάλλον της ΝΔ, τις πολιτικές συμφωνίες του κυρίου Μητσοτάκη με τον κύριο Σαμαρά, τον κύριο Γεωργιάδη και τον κύριο Βορίδη. Αλλά, όμοιος ομοίω αεί πελάζει.

ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ: Να σας πάω λίγο στο εξωτερικό. Υπάρχει η άτυπη συνάντηση στο Βουκουρέστι. Ποια θα είναι η θέση της ελληνικής κυβέρνησης, όσον αφορά στη Βενεζουέλα και την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον Μαδούρο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Την έχουμε εκφράσει αρκετές φορές όλο το τελευταίο διάστημα, όταν κλιμακώθηκε η σχετική διεθνής, αλλά και εσωτερική κρίση στη Βενεζουέλα. Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης είναι σαφέστατη: Λέει ότι υποστηρίζει τον πολιτικό διάλογο μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πολιτικών δυνάμεων, έτσι ώστε να βρεθεί μία κοινά αποδεκτή λύση για να οδηγηθεί η Βενεζουέλα σε εκλογές. Αυτή την πρωτοβουλία έχουμε πάρει και τις τελευταίες μέρες και μαζί με τη Σουηδία χθες πρωτοστατήσαμε, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα contact group, το οποίο θα αναλάβει να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο, για να μπορέσουν οι διαβουλεύσεις να αποτρέψουν το ενδεχόμενο μιας αιματηρής σύγκρουσης, την οποία πιστεύω ότι δεν θέλει κανένας  στη διεθνή κοινότητα.

ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, σε σχέση με το Κυπριακό θέλω να ρωτήσω, γιατί είχε πει ο κύριος Τσίπρας την περασμένη εβδομάδα, μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, όταν βγήκε από τη Βουλή και μας έκανε δήλωση, αναφέρθηκε στο Κυπριακό, ότι θα το ανοίξει ξανά. Και υπάρχει και μία συνάντηση χθες με τον κύριο Αναστασιάδη, που αναφέρθηκαν στο Κυπριακό. Και υπάρχει και μία συνάντηση με τον κύριο Ερντογάν, που επίσης θα αναφερθούν. Υπάρχουν εξελίξεις σε αυτή την υπόθεση, σε σχέση με το Κυπριακό;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτή τη στιγμή ακόμα δεν υπάρχει καμία εξέλιξη. Όμως, είναι διακηρυγμένη η θέση της ελληνικής κυβέρνησης ότι πάντοτε θέλει να λειτουργεί εποικοδομητικά για μία επωφελή, εθνικά και αμοιβαία αποδεκτή λύση στο Κυπριακό πρόβλημα. Αυτό νομίζω ότι το έχουμε αποδείξει με τη στάση μας, κατά τη διάρκεια όλων των διαπραγματεύσεων που έχουν λάβει χώρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, μια που αναφέρθηκε ο συνάδελφος και αναφερθήκατε και εσείς στον πρόλογό σας για το ταξίδι του Πρωθυπουργού στην Τουρκία, θέλω να σας ρωτήσω αν υπάρχει ήδη ατζέντα των συνομιλιών, των θεμάτων, που θα συζητήσουν στην Τουρκία. Αν είναι διευρυμένη, δηλαδή, και περιλαμβάνει τις εξελίξεις στη Συρία, το Κυπριακό ή το ενεργειακό ή είναι συγκεκριμένη.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως, περιλαμβάνει όλα τα ζητήματα τα οποία συνήθως απασχολούν την ελληνική και την τουρκική κυβέρνηση σε τέτοιου τύπου συζητήσεις και συναντήσεις. Θα συζητήσουν για τα ζητήματα της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, δηλαδή το Κυπριακό. Θα συζητήσουν για τις περιφερειακές εξελίξεις, θα συζητήσουν για την οικονομική συνεργασία, θα συζητήσουν φυσικά για το προσφυγικό. Όλα δηλαδή τα γνωστά ζητήματα, τα οποία απασχολούν την ατζέντα των συναντήσεων Τουρκίας και Ελλάδας, που γίνονται σε αυτό το υψηλότατο πολιτικό επίπεδο ηγεσιών.

ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ: Όσον αφορά, κύριε Εκπρόσωπε, τη Συμφωνία των Πρεσπών, υπάρχει ένα ζήτημα με τα εμπορικά σήματα, γιατί είναι ελάχιστες, λίγες σχετικά οι ελληνικές εταιρείες που έχουν κατοχυρώσει τη λέξη Μακεδονία, Μακεδονικός, στην ονομασία στα προϊόντα τους.  Υπάρχει κάποια φιλοσοφία με την οποία θα «κατεβεί» η κυβέρνηση στη συζήτηση με την άλλη πλευρά για την κατοχύρωση των ελληνικών προϊόντων στην Ευρώπη και στον κόσμο; Και όσον αφορά την επίσκεψη στην Τουρκία, θα κομίσει κάποιες καινούργιες προτάσεις ο Έλληνας Πρωθυπουργός, όσον αφορά τα χρόνια ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, είτε αφορά το Αιγαίο, είτε θα θέσει πιο έντονα ζητήματα, όπως για τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και την παραβίαση από την Τουρκία της κυπριακής ΑΟΖ;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε σχέση με τα εμπορικά σήματα, νομίζω ότι η ελληνική κυβέρνηση θα προσέλθει σε αυτές τις διαπραγματεύσεις προσηλωμένη, ώστε να επιτύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για την ελληνική πλευρά και για τα ελληνικά μακεδονικά προϊόντα. Και νομίζω ότι έχουν ακουστεί σε αυτή τη συζήτηση απίστευτες ανακρίβειες και διαστρεβλώσεις, ότι δήθεν δεν θα έχουμε τη δυνατότητα να κατοχυρώσουμε νέα προϊόντα με την ονομασία «Μακεδονικά», λόγω της Συμφωνίας των Πρεσπών. Πρόκειται για ένα απολύτως αυθαίρετο νομικό συμπέρασμα. Δεν προκύπτει πουθενά από τη Συμφωνία αυτό. Επομένως, νομίζω ότι σε αυτή την επιτροπή, η οποία θα έχει πράγματι μια αρκετά δύσκολη δουλειά που θα κρατήσει και για αρκετό καιρό, θα επιτύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τα ελληνικά προϊόντα. Τώρα, σε σχέση με τις προτάσεις του Πρωθυπουργού, γνωρίζετε ότι είναι σαφής πάντοτε και προσηλωμένη η στάση της ελληνικής κυβέρνησης στην αποκλιμάκωση της έντασης στο Αιγαίο, η οποία θεωρούμε ότι δεν συμβάλλει ούτε στη βελτίωση των διμερών μας σχέσεων με την Τουρκία, ούτε φυσικά συμβάλλει στη βελτίωση των σχέσεων της Τουρκίας με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά, αντιθέτως, υπονομεύει, αν θέλετε, τις καλές σχέσεις. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι σε αυτή τη συζήτηση, η οποία θα είναι μια δύσκολη συζήτηση και οι δύο πλευρές θα προσέλθουν με θετικό τρόπο και θα έχουν μια εποικοδομητική διάθεση, για να μπορέσουμε να βρούμε λύσεις στα δύσκολα, πράγματι, προβλήματα που απασχολούν τις διμερείς μας σχέσεις.

ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ: Θα ήθελα να μου πείτε αν έχετε κάποια πληροφορία για τον επικείμενο ανασχηματισμό και αν εκτιμάτε και εσείς ότι θα αλλάξει η σύνθεση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Δηλαδή, αν θα αυξηθεί ο αριθμός των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μετρά 151 ψήφους μετά την πρόταση για ψήφο εμπιστοσύνης, οπότε δεν έχω κάτι περισσότερο να πω σε σχέση με αυτό. Σε ό,τι αφορά δε, τον επικείμενο ανασχηματισμό, θα σας πω ότι τη λέξη «επικείμενο» τη χρησιμοποιείτε εσείς, δεν τη χρησιμοποιώ εγώ. Ποτέ ένας ανασχηματισμός δεν είναι επικείμενος, καθώς μπορεί, ας πούμε, να αποκτήσει έναν τέτοιο χαρακτηρισμό ο ανασχηματισμός, μόνο αναδρομικά. Γιατί, όπως γνωρίζετε, είναι αποκλειστικό προνόμιο του Πρωθυπουργού να προχωρά σε ανασχηματισμό, αλλά και να κάνει σχετικά σχόλια.

ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ: Τις προηγούμενες μέρες , κύριε Εκπρόσωπε, η χώρα βγήκε στις αγορές, με την ανταπόκριση των επενδυτών να υπερκαλύπτει κατά πολύ την άντληση κεφαλαίων που επιδίωκε η κυβέρνηση, αλλά με ένα επιτόκιο το οποίο είναι υπερδιπλάσιο αυτού της Ιταλίας και επταπλάσιο αυτού της Πορτογαλίας. Πρώτον, σας ικανοποιεί το ύψος του επιτοκίου; Και δεύτερον, δεδομένου ότι το 10ετές ομόλογο της χώρας σήμερα κινείται κάτω από 3,9%, υπάρχει περίπτωση να δούμε το αμέσως επόμενο διάστημα μια δεύτερη έξοδο για 10ετές ομόλογο, που είναι και αυτό που λείπει τα τελευταία χρόνια από τη χώρα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ξεκινάω από τέλος. Αυτά είναι τεχνικές αποφάσεις, τις οποίες θα πάρει ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους σε συνεργασία με το υπουργείο Οικονομικών, στη βάση τεχνικών εισηγήσεων, οι οποίες δεν πρέπει να παίρνουν σε καμία περίπτωση πολιτικό ή επικοινωνιακό χαρακτήρα. Είναι, λοιπόν, ζητήματα τα οποία θα διαχειριστούν με τεχνικό τρόπο και με αρτιότητα και με συνέπεια και με σοβαρότητα οι ειδικοί. Όπως γνωρίζετε, ο ΟΔΔΗΧ έχει κάνει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και έχει πει ότι για το 2019 φιλοδοξεί να αντλήσει κεφάλαια, ύψους 9 δισ. ευρώ. Το πώς θα γίνει αυτό είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των ειδικών και όχι του Κυβερνητικού Εκπροσώπου ή των πολιτικών σχολιαστών. Τώρα, σε ό,τι αφορά την Πορτογαλία, είναι πάρα πολύ ενδιαφέροντα όλα όσα ακούγονται για το πορτογαλικό ομόλογο ή για το ιταλικό ομόλογο. Αυτό το οποίο πρέπει να καταλάβουν αυτοί που κάνουν αυτού του είδους τις ανόητες κριτικές, είναι ότι είναι σαν να συγκρίνουν μήλα με πορτοκάλια. Δεν είναι δυνατό να συγκρίνεις ένα 5ετές ομόλογο μιας χώρας η οποία έχει την στήριξη της ΕΚΤ μέσω του προγράμματος QE, το οποίο, όπως γνωρίζετε, έχει ολοκληρωθεί, αλλά, παρ’ όλα αυτά, έχει ολοκληρωθεί ως προς νέα χρήματα, δηλαδή τα 100 δισ., ας πούμε, που αφορούν για παράδειγμα την Πορτογαλία συνεχίζουν να υποστηρίζουν το πορτογαλικό ομόλογο. Ωστόσο, το QE έχει τελειώσει από τον Δεκέμβρη του 2018. Δεν πρόκειται να υπάρξουν νέα χρήματα. Άρα, λοιπόν, το ομόλογο της Πορτογαλίας ή της Ιταλίας ή της Γερμανίας ή οποιασδήποτε χώρας συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης είναι τεχνητά συμπιεσμένο. Δηλαδή, είναι συμπιεσμένο το επιτόκιό του, εξαιτίας του γεγονότος ότι η ΕΚΤ το υποστηρίζει με τα χρήματα της ποσοτικής χαλάρωσης. Επομένως, είναι τελείως λάθος να συγκρίνουμε το ελληνικό ομόλογο, το οποίο για συγκεκριμένους λόγους δεν είχε τη δυνατότητα μέχρι τον Δεκέμβρη του 2018 να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το οποίο ούτως ή άλλως, όπως σας είπα, τελείωσε τον Δεκέμβρη του 2018 και θα ήταν ορθότερο να το συγκρίνουμε με άλλα ομόλογα, τα οποία δεν έχουν αυτή την υποστήριξη της ΕΚΤ. Θα σας πω για παράδειγμα ότι το αμερικάνικο ομόλογο, αυτή τη στιγμή, το 5ετές διαπραγματεύεται στο περίπου 2,8 με 2,85%.  Θεωρείτε, λοιπόν, ότι η πορτογαλική οικονομία είναι ισχυρότερη, ας πούμε, από την οικονομία των ΗΠΑ; Να σας πω, επίσης, ότι το ελληνικό ομόλογο την περίοδο του 2007 ή του 2008 κυμαινόταν μεταξύ 3,8 και 4%, ακόμα δεν υπήρχε ούτε καν υποψία οικονομικής κρίσης στη χώρα. Άρα, λοιπόν, το επιτόκιο του 3,6% με δεδομένες τις συνθήκες, με δεδομένο το γεγονός ότι βρισκόμαστε στα πρώτα βήματα στη μεταμνημονιακή εποχή, αναδεικνύει ότι η χώρα έχει τη δυνατότητα να αλλάζει ακριβό χρέος του παρελθόντος. Σας θυμίζω ότι ο κύριος Σαμαράς, το είπα και στην εισαγωγική μου τοποθέτηση, πανηγύριζε για επιτόκιο 4,975% το 2014 και σήμερα μας κάνουν κριτική διάφοροι για το 3,6 ή το 3,45%, το οποίο ήδη στις σχετικές διαπραγματεύσεις μειώνεται το επιτόκιο, βρισκόμαστε στο 3,2 το 5ετές μας και το 4ετές είναι ήδη αρκετά κάτω από το 3%. Και όπως είπατε και εσείς το 10ετές βρίσκεται αρκετά κάτω πια από το 4%. Μας κάνουν, λοιπόν, κριτική για το γεγονός ότι ανταλλάξαμε ακριβό χρέος το οποίο είχε πάρει ο κύριος Σαμαράς, με φτηνό χρέος το οποίο καταφέρνει να επιτύχει η σημερινή ελληνική κυβέρνηση. Πρόκειται για επιχειρήματα, τα οποία αν δεν είναι σκόπιμα ανακριβή, τότε δηλώνουν μια βαθύτατη άγνοια για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι αγορές χρήματος.

ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, ήθελα να ρωτήσω εάν κρίνεται αναγκαία και αν υπάρχουν προς αυτή την κατεύθυνση συνεννοήσεις για μια συνάντηση του κυρίου Τσίπρα με τον κύριο Ζάεφ. Αν «ψήνεται», στη δημοσιογραφική αργκό.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, κύριε Στρατάκη.

ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ: Η ΓΣΕΕ,για το θέμα του κατώτατου μισθού, σας κατηγορεί ότι ναι μεν καλώς ελήφθη η απόφαση, αλλά θα έπρεπε να μην είναι υπουργική απόφαση, αλλά απόφαση των κοινωνικών εταίρων. Υπάρχει κυβερνητικός σχεδιασμός αυτό να αλλάξει για το 2020, για παράδειγμα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε κάνει μια σχετική συνταγματική πρόταση ότι πρέπει να περάσει στις ελεύθερες διαπραγματεύσεις των κοινωνικών εταίρων ο καθορισμός του κατώτατου μισθού. Ωστόσο, με κίνδυνο να κατηγορηθώ, επιτρέψτε μου την εκτίμηση ότι αν είχαμε αφήσει την αύξηση του κατώτατου μισθού στη ΓΣΕΕ, μάλλον δεν θα τη βλέπαμε ιδιαίτερα σύντομα.

ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ: Για ανασχηματισμό;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν υπάρχει περίπτωση, κύριε Κατσίγιαννη, να απαντήσω για ανασχηματισμό, το ξέρετε πολύ καλά.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αλλά για αντικατάσταση της κυρίας Νοτοπούλου και του κυρίου Ηλιόπουλου, θα υπάρξει;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα κριθούν στην ώρα τους. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Να είστε καλά.