Monthly Archives : February 2019

Συνέντευξη στην ΕΡΤ1 και τους δημοσιογράφους Ν. Παναγιωτόπουλο και Μ. Αλεξάκη

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Η συνάντηση που θα έχει σήμερα ο πρωθυπουργός με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκία είναι μία προαναγγελθείσα συνάντηση που εκτιμώ ότι έχει τους όρους και τις προϋποθέσεις να δημιουργήσει ένα θετικό κλίμα στις σχέσεις μας με την Τουρκία ιδιαιτέρως σε μία περίοδο που οι διμερείς σχέσεις αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες προκλήσεις.

Οι συναντήσεις μεταξύ των ηγετών δε γίνονται μόνο για να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις ούτε γίνονται όταν οι σχέσεις μεταξύ των κρατών είναι στο ζενίθ τους αλλά γίνονται και όταν υπάρχουν πραγματικά προβλήματα ώστε αυτά να μπορέσουν να επιλυθούν. Αν δεν υπάρχει επικοινωνία και συζήτηση και αν δεν υπάρχουν σχέσεις εμπιστοσύνης τότε θα είναι αδύνατο να βελτιωθούν οι διμερείς σχέσεις.

Θεωρώ πως υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να δημιουργήσουμε ένα κλίμα αποκλιμάκωσης μιας σχετικής έντασης που υπάρχει ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και να προσπαθήσουμε να βάλουμε ένα λιθαράκι για να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας σε όλα τα πεδία. Υπάρχουν πάρα πολλά ανοιχτά ζητήματα στην ατζέντα και εκτιμώ ότι θα είναι μια κρίσιμη, σημαντική αλλά και εποικοδομητική.

Η ελληνική και η τουρκική πλευρά έχουν πάγιες θέσεις. Το ζητούμενο είναι να δούμε αν μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα στην κατεύθυνση επίλυσης κάποιων από των διαφορών που έχουμε. Η συνάντηση γίνεται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη και σημαντική περίοδο που εμείς θα πρέπει να προσανατολιζόμαστε στην κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης και στην προσπάθεια να οικοδομούμε σχέσεις εμπιστοσύνης.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Με δεδομένη τη θετική κατάληξη των διαπραγματεύσεων και την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών περνάμε σε μια νέα φάση στις σχέσεις μας με τους γείτονες και τη Βαλκανική. Η Συμφωνία των Πρεσπών ήρθε για να κλείσει ένα μέτωπο και σε αυτή τη νέα εποχή προσανατολιζόμαστε εκεί που υπάρχουν πραγματικά σημαντικά θέματα δηλαδή στα ανατολικά μας σύνορα και τις σχέσεις μας με την Τουρκία.

Η στάση της ΝΔ να  αμφισβητεί την τήρηση της εθνικής γραμμής στο Μακεδονικό αποτελεί μια κοντόφθαλμη αντιπολιτευτική επιλογή καθώς η κυβέρνηση τήρησε όλες τις κόκκινες γραμμές. Η ΝΔ είναι αυτή τη στιγμή το μοναδικό πολιτικό κόμμα που ανήκει στο δημοκρατικό τόξο στην Ευρώπη το οποίο αμφισβητεί την ωφέλεια αλλά και τη σημασία της Συμφωνίας. Δεν υπάρχει άλλο τέτοιο ούτε καν στο ΕΛΚ.

ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ο κ. Μητσοτάκης έχει τεράστια ευθύνη για την αντιπαράθεση που προκλήθηκε στην Ελλάδα σε σχέση με τη Συμφωνία. Αστόχαστα, υποτίμησε τη δυναμική που θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακροδεξιά μορφώματα και πρακτικές και προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την ευαισθησία κάποιων τμημάτων του πληθυσμού και να υπερθεματίσει, μετατοπίζοντας τη ΝΔ στο δεξιό άκρο του φάσματος.

Αυτό δεν το έκανε μόνο για πολιτικό τακτικισμό αλλά το έκανε γιατί διαφορετικά πιθανόν να αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα στο κόμμα του. Από τη μία υπάρχουν συγκεκριμένες φιλελεύθερες, κεντροδεξιές δυνάμεις που δε συμφωνούν με τον κο Μητσοτάκη και από την άλλη υπάρχει ένας σκληρός, ηγετικός ακροδεξιός πυρήνας που συγκροτείται γύρω από τους κκ. Σαμαρά, Βορίδη, Γεωργιάδη. Εκεί έχει εκχωρήσει την αρχηγία της ΝΔ. Είναι κατ’ επίφαση αρχηγός καθώς η καθοδηγητική πολιτική και οι τακτικές της ΝΔ σχεδιάζονται από την ομάδα Σαμαρά – Βορίδη – Γεωργιάδη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΕΛ

Ο κ. Καμμένος διατηρεί τη δική του πολιτική θέση στο ονοματολογικό και επέλεξε να αποχωρήσει από την κυβέρνηση. Αλλά από εκεί και πέρα υπήρξαν αρκετοί βουλευτές και των ΑΝΕΛ οι οποίοι δεν τον ακολούθησαν καθώς θεώρησαν ότι αποτελεί κεντρικό πολιτικό στόχος να κυρωθεί η συμφωνία και να ολοκληρώσει η κυβέρνηση τη συνταγματική της θητεία. Δεν βλέπω τίποτα πολιτικά παράδοξο ή παράλογο σε αυτό. Η όποια ένταση καλλιεργείται από την πλευρά της αντιπολίτευσης καθώς δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ουσιαστική αντιπολίτευση επί των πολιτικών θεμάτων.

Η κυβέρνηση κρατά τα 4 χρόνια της συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ που οδήγησαν τη χώρα εκτός μνημονίων και στην οικονομική ανασυγκρότηση. Η συνεργασία ήταν εντιμότατη. Από εκεί και πέρα ο κ. Καμμένος μπορεί να αντιπολιτεύεται με τον τρόπο που επιλέγει. Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε. Όλοι οι βουλευτές τοποθετήθηκαν με βάση το εθνικό τους καθήκον έτσι όπως εκείνοι το αντιλαμβάνονται ενώ και κυβέρνηση λειτούργησε με απόλυτα θεσμικό τρόπο.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΕΣ «ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ»

Ο καθένας μπορεί να καταγγέλλει ό,τι θέλει αλλά παίρνει και την ευθύνη των όσων λέει. Τις τελευταίες τρεις εβδομάδες η ΝΔ υιοθετεί όποιο σενάριο και παραλογισμό κυκλοφορεί στον κίτρινο Τύπο. Ωστόσο όταν κάποιοι πετούν λάσπη στον ανεμιστήρα και καταγγελίες που δεν έχουν έρεισμα στην πραγματικότητα τότε να μη ζητάτε από μας να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Γατί αυτό οδηγεί στον ευτελισμό. Η κυβέρνηση δεν θα ακολουθήσει στον ευτελισμό της πολιτικής ζωής γιατί εκτός των άλλων αυτό σε τελική ανάλυση ενισχύει ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Καλώ τη ΝΔ και συνολικά την αντιπολίτευση να ξανασκεφτούν τον τρόπο που αντιπολιτεύονται.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Μετά τη συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε μια συνθήκη στο ελληνικό κοινοβούλιο την οποία η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ έκριναν ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουν με ένα δημοκρατικό τρόπο. Δηλαδή να θέσουν στο κοινοβούλιο το ζήτημα και να πουν ότι εδώ υπάρχει μια κοινοβουλευτική ομάδα η οποία έχει διαλυθεί ενώ υπάρχουν και άλλες οι οποίες βρίσκονται στο όριο εξαιτίας μιας συνθήκης που έχει προκύψει και ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης όπου για πρώτη φορά έχουμε 8 κόμματα στο Κοινοβούλιο από το 2012, έχουμε κυβερνήσεις συνεργασιών, έχουμε μια ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού. Και είπαμε ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των δικαιωμάτων των κομμάτων που έχουν εισέλθει στο ελληνικό κοινοβούλιο. 

Αυτό φάνηκε από τη μεριά της ΝΔ να διαβάζεται ως αποτέλεσμα του εκβιασμού του κ. Καμμένου προς τον Πρωθυπουργό και από τη μεριά των άλλων κοινοβουλευτικών κομμάτων απορρίφθηκε αυτή η πρόταση. Επομένως, τι πιο φυσιολογικό από την πλευρά του Πρωθυπουργού να αποσύρει αυτή την πολιτική πρόταση από το τραπέζι και να πει ότι εφόσον δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση εγώ δεν πρόκειται να δώσω τροφή στα ανόητα σενάρια που διακινεί η ΝΔ και ότι τελείωσε αυτό το κεφάλαιο και ότι πάμε παρακάτω.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ

Για τις επικρίσεις της ΝΔ περί κυβέρνησης μειοψηφίας θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν είμαστε μειοψηφία από τη στιγμή που η ψήφος εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση μετρά 145 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ συν τους 6, δηλαδή 151. Τόσο ο κος Παπαχριστόπουλος όσο και ο κος Ζουράρις έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση καθώς εκτίμησαν ότι πρέπει η κυβέρνηση να ολοκληρώσει το έργο της. Τι αντιφατικό βρίσκετε στην ψήφο εμπιστοσύνης που έδωσαν στην κυβέρνηση οι 6 και στο γεγονός ότι λένε μέσω της επιστολής τους ότι η αρχική τοποθέτηση σε σχέση με τα νομοσχέδια είναι ότι ψηφίζουμε υπέρ;

Από τους 6 βουλευτές οι 3 είναι υπουργοί της κυβέρνησης. Θα ήταν παράλογο εάν 3 υπουργοί διάκεινται αρνητικά επί της αρχής στα νομοσχέδια της κυβέρνησης. Η επιστολή των 6 βουλευτών είναι αποτέλεσμα της στάσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η ΝΔ επέλεξε επί σειρά ημερών να αμφισβητεί την κυβερνητική πλειοψηφία. Πλέον το τοπίο έχει ξεκαθαριστεί, πλέον τα πράγματα κοινοβουλευτικά είναι παρά πολύ καθαρά και τακτοποιημένα. Η ΝΔ ακριβώς επειδή βρίσκεται για άλλη μια φορά στην κατάσταση όπου διαψεύδονται και καταρρέουν όλες οι ανόητες και αστόχαστες αντιρρήσεις που προβάλλει, συνεχίζει με βάση τη δύναμη της αδράνειας να επαναλαμβάνει το αφήγημα των προηγούμενων ημερών μέχρι να ανακαλύψει κάτι καινούργιο.

ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

Οι επικρίσεις της ΝΔ περί συναλλαγής της κυβέρνησης με τον Νικόλας Μαδούρο δείχνουν μια κατάσταση πλήρους εξευτελισμού της ΝΔ και του πολιτικού της λόγου. Αδυνατεί κανείς να απαντήσει στην αξιωματική αντιπολίτευση χωρίς πρώτα να βάλει τα γέλια.

Στην ουσία τώρα. Από τη μεριά της Ελλάδας έχει γίνει ξεκάθαρο ότι θα πρέπει να αποφευχθεί η όξυνση της αντιπαράθεσης στη Βενεζουέλα και καλέσαμε την ΕΕ να πάρει διπλωματικές πρωτοβουλίες για να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές προεδρικές και βουλευτικές. Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να πάρει άλλη θέση, γιατί θέτει πάντα την όποια λύση στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και στη μη παρέμβαση στο εσωτερικό άλλης χώρας.

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε κοντά μας τον Υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, κ. Δημήτρη Τζανακόπουλο. Καλώς ήρθατε, καλή σας ημέρα. 

ΑΛΕΞΑΚΗ: Καλώς ήρθατε. 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καλώς σας βρήκα. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Τζανακόπουλε, γιατί αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή, η επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού στην Τουρκία, υπό το φόντο και το κλίμα αυτό των προκλήσεων της Τουρκίας και του κ. Ερντογάν;  

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε. Αυτή η επίσκεψη είχε προαναγγελθεί εδώ και αρκετό καιρό. Προετοιμάστηκε για αρκετό καιρό και νομίζω, ότι δεν έρχεται ως έκπληξη σε κανέναν. Εγώ θυμάμαι στις επίσημες ενημερώσεις των κυβερνητικών συντακτών ρωτούν συνέχεια για την ακριβή ημερομηνία, εδώ και περίπου δυόμιση – τρεις μήνες. Επομένως, νομίζω, ότι ήταν μια προαναγγελθείσα συνάντηση, η οποία εκτιμώ ότι έχει τους όρους και τις προϋποθέσεις να δημιουργήσει ένα θετικό κλίμα στις σχέσεις μας με την Τουρκία, ιδιαίτερα σε μία περίοδο, όπου πράγματι οι διμερείς σχέσεις αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες προκλήσεις. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Πολλοί λένε ότι αυτές οι προκλήσεις, ίσως επειδή είναι σε αυτή τη φάση, δεν θα έπρεπε να πάει ο Πρωθυπουργός, μήπως δημιουργήσει άλλα θέματα.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε ξανακάνει μαζί αυτή τη συζήτηση την περίοδο της επίσημης επίσκεψης του Τούρκου Προέδρου στην Αθήνα και σας είχα πει τότε – αν θυμάμαι καλά – κ. Παναγιωτόπουλε ότι οι συναντήσεις μεταξύ των ηγετών δεν γίνονται απλώς και μόνο για να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις οι ηγέτες. Δεν γίνονται μόνο όταν οι σχέσεις μεταξύ των κρατών είναι στο ζενίθ τους –αν θέλετε- ή στην καλύτερη φάση τους. Γίνονται και όταν υπάρχουν πραγματικά προβλήματα, ακριβώς για να μπορέσουν να επιλυθούν τα προβλήματα, διότι διαφορετικά αν δεν υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι, αν δεν υπάρχει επικοινωνία, αν δεν υπάρχει συζήτηση, αν δεν υπάρχουν σχέσεις εμπιστοσύνης, τότε θα είναι αδύνατον και για τις διμερείς σχέσεις να βελτιωθούν. Εγώ πιστεύω ότι έχουμε αυτή την στιγμή τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις να δημιουργήσουμε ένα κλίμα αποκλιμάκωσης μιας σχετικής έντασης που υπάρχει, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στη ΝΑ Μεσόγειο, και από εκεί και πέρα, να προσπαθήσουμε να βάλουμε ένα λιθαράκι για να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας σε όλα τα πεδία. Ξέρετε ότι έχουμε πάρα πολλά ανοιχτά ζητήματα στην ατζέντα και εκτιμώ ότι θα είναι μια κρίσιμη, σημαντική, αλλά και εποικοδομητική συνάντηση.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Οι γείτονες θέλουν, όμως, πραγματικά να λυθούν αυτά τα προβλήματα; Δηλαδή, μια μέρα πριν την επίσκεψη, ο εκπρόσωπος του Τούρκου Προέδρου λέει «δεν θα ανεχτούμε τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο», ξανά, βέβαια, και ανοίγει θέματα: «τουρκική μειονότητα», λέει, «νησιά, Αιγαίο». 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε, εδώ, εκφράζονται πάγιες θέσεις της τουρκικής πλευράς. Τις γνωρίζουμε πολύ καλά. Από εκεί και πέρα, η ελληνική πλευρά έχει τις δικές της πάγιες θέσεις και το ζητούμενο είναι να δούμε αν μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα στην κατεύθυνση επίλυσης κάποιων από τις διαφορές που έχουμε με τη γειτονική χώρα. Αυτό είναι το ζητούμενο σ’ αυτή την επίσκεψη και έχω την εντύπωση ότι γίνεται σε μία εξαιρετικά κρίσιμη και σημαντική περίοδο, όπου εμείς θα πρέπει να προσανατολιζόμαστε διαρκώς στην κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης και της προσπάθειας να οικοδομούμε σχέσεις εμπιστοσύνης με τους γείτονες. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Μήπως ανοίγουμε, κ. Τζανακόπουλε, πολλά μέτωπα στα εθνικά μας; Πολλοί λένε, ότι λόγω της οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται η χώρα, στην κρίση που είχαμε, ένεκα και της Συμφωνίας των Πρεσπών…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η Συμφωνία των Πρεσπών ήρθε να κλείσει ένα μέτωπο, δεν ήρθε να ανοίξει ένα μέτωπο. Επομένως, θεωρώ ότι με δεδομένη την θετική κατάληξη που είχαν οι διαπραγματεύσεις με τη Βόρεια Μακεδονία, πλέον, και με δεδομένη την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, περνάμε σε μία νέα φάση στις σχέσεις μας με τους γείτονες, περνάμε σε μία νέα φάση στη Βαλκανική. Βρισκόμαστε σε μία νέα εποχή και, με αυτή την έννοια, έχουμε τη δυνατότητα σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική, να προσανατολιστούμε εκεί που υπάρχουν πραγματικά σημαντικά θέματα, δηλαδή στα ανατολικά μας σύνορα και στις σχέσεις μας με την Τουρκία. Άρα, λοιπόν, δεν συμφωνώ καθόλου με όσους λένε ότι ανοίγουμε πολλά εθνικά μέτωπα. Το αντίθετο κάνουμε. Κλείνουμε μέτωπα και προσανατολιζόμαστε εκεί που έχει σημασία να προσανατολιστούμε. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν θα έπρεπε να υπάρχει και μια εθνική γραμμή σε όλα αυτά; Σας κατηγορεί η αξιωματική αντιπολίτευση και για τη Συμφωνία των Πρεσπών και για το θέμα της πΓΔΜ ότι ουσιαστικά το κάνετε για να διχάσετε την αξιωματική αντιπολίτευση… ότι είναι επιζήμια η Συμφωνία αυτή.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Πρόκειται για μια κοντόφθαλμη αντιπολιτευτική επιλογή, η οποία αμφισβητεί την τήρηση της εθνικής γραμμής από τη μεριά της κυβέρνησης σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις με τη Βόρεια Μακεδονία. Νομίζω, αντιθέτως, ότι τηρήθηκαν όλες οι κόκκινες γραμμές. Δηλαδή, έχουμε μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, η οποία ισχύει erga omnes, έναντι όλων δηλαδή, και για όλες τις χρήσεις. Άρα, λοιπόν, έχω την εντύπωση ότι ουδείς σώφρων θα μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός ότι τηρήθηκε ακριβώς η εθνική γραμμή σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις με τους βόρειους γείτονές μας. Έχω την εκτίμηση, αντίθετα με τα όσα ισχυρίζεται η Ν.Δ., ότι η Συμφωνία, όχι απλώς δεν είναι επιζήμια, αλλά αντιθέτως, όπως σας έλεγα προηγουμένως, μας περνά σε ένα άλλο επίπεδο στις διμερείς σχέσεις, αλλά και στον ρόλο τον οποίο καλούμαστε να παίξουμε στη Βαλκανική, τον πρωταγωνιστικό ρόλο για να προωθηθούν σχέσεις συνεργασίας, φιλίας, αλληλεγγύης. Και προσέξτε, αυτό δεν είναι μόνον η δική μας εκτίμηση. Αυτό είναι η εκτίμηση του συνόλου, αν θέλετε, του διεθνούς Τύπου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Στο εσωτερικό, κοιτάτε κ. Υπουργέ, όμως; Δηλαδή τις αντιδράσεις του κόσμου… 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως, θα σας απαντήσω και γι’ αυτό. Διότι, αυτή τη στιγμή, προσέξτε, η Ν.Δ. είναι ίσως το μοναδικό πολιτικό κόμμα που ανήκει στο δημοκρατικό τόξο στην Ευρώπη, το οποίο αμφισβητεί την ωφέλεια, αλλά και τη σημασία της Συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν είναι υπάρχει άλλο τέτοιο. Δεν υπάρχει. Ούτε καν στο ΕΛΚ δεν έχουν διανοηθεί καν να αμφισβητήσουν τη σημασία και την ωφέλεια της Συμφωνίας των Πρεσπών. 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σας λέει, όμως, ότι το 60% του ελληνικού λαού είναι αντίθετο.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Προσέξτε τώρα: Η Ν.Δ., σε σχέση με την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση και ιδεολογική αντιπαράθεση, η οποία έχει προκληθεί στην Ελλάδα σε σχέση με τη Συμφωνία των Πρεσπών, έχει τεράστια ευθύνη. Έχει τεράστια ευθύνη, γιατί επέλεξε μια γραμμή, η οποία δεν ήταν γραμμή μετριοπάθειας. Αντιθέτως, θέλησε για πολιτικούς λόγους και αστόχαστα μάλιστα, διότι, κατά τη γνώμη μου, υποτίμησε ο κ. Μητσοτάκης τη δυναμική που θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακροδεξιά πολιτικά μορφώματα και ακροδεξιές ιδεολογικές πρακτικές. Επέλεξε, λοιπόν, να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί την ευαισθησία κάποιων τμημάτων του πληθυσμού και να υπερθεματίσει και με τον τρόπο αυτό νομίζω ότι μετατόπισε τη Ν.Δ. στο δεξιό άκρο του φάσματος. Αυτό, βεβαίως, δεν το έκανε μόνο εξαιτίας, αν θέλετε, ενός πολιτικού τακτικισμού. Το έκανε και διότι διαφορετικά, πιθανόν να αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα στο εσωτερικό του κόμματός του, καθώς, όπως ξέρετε, είναι δεδομένη η αντίφαση που υπάρχει αυτή τη στιγμή στη Ν.Δ.. Από τη μια μεριά, υπάρχουν συγκεκριμένες φιλελεύθερες κεντροδεξιές δυνάμεις, οι οποίες δεν συμφωνούν με την τακτική την οποία υιοθετεί ο κ. Μητσοτάκης. Από την άλλη μεριά, υπάρχει ένας σκληρός ακροδεξιός πυρήνας ηγετικός, ο οποίος συγκροτείται γύρω από τον κ. Σαμαρά, τον κ. Βορίδη και τον κ. Γεωργιάδη και στον οποίο ακριβώς αυτόν πυρήνα, ο κ. Μητσοτάκης έχει εκχωρήσει την αρχηγία της Ν.Δ.. Ο κ. Μητσοτάκης, στην πραγματικότητα είναι ένας κατ΄ επίφαση μόνο αρχηγός. Την καθοδηγητική πολιτική και τις τακτικές της Ν.Δ. είναι δεδομένο και γνωστό σε όλους -σχολιάζεται παντού- σχεδιάζεται από την ομάδα Σαμαρά-Βορίδη-Γεωργιάδη.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Πάμε στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό και τις παρενέργειες που έχει αυτή η Συμφωνία. Απαντούν, λοιπόν, από τη Ν.Δ. και λένε «μα, εσείς χάσατε τον κυβερνητικό σας εταίρο». Δηλαδή, ο κ. Καμμένος έφυγε και έχουμε όλες αυτές τις αντιδράσεις πια και ο κ. Καμμένος, ο πρώην κυβερνητικός εταίρος, σας καταγγέλλει για αυτή τη Συμφωνία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ποιες είναι οι αντιδράσεις; Εννοείτε στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος; Ο κ. Καμμένος διατηρεί τη δική του πολιτική θέση στο θέμα αυτό. Αλλά, από εκεί και πέρα, η ελληνική Βουλή, με πλειοψηφία, έτσι όπως ορίζεται από το Σύνταγμα, αποφάσισε…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: «Κουρελού» κυβέρνηση, σας λέει, με δεκανίκια από το χθες.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να απαντήσουμε ένα-ένα τα ερωτήματα; Με ρωτήσατε, λοιπόν, για τον κ. Καμμένο. Ο κ. Καμμένος, εδώ και ένα χρόνο και κάτι, είχε πει ότι η πολιτική του τοποθέτηση είναι απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών. Επέλεξε να αποχωρήσει από την κυβέρνηση και να αποσύρει την εμπιστοσύνη του. Από εκεί και πέρα, υπήρξαν αρκετοί βουλευτές και των ΑΝΕΛ, οι οποίοι δεν τον ακολούθησαν σε αυτή την πολιτική του απόφαση, διότι θεώρησαν ότι είναι κεντρικός πολιτικός στόχος να κυρωθεί η Συμφωνία των Πρεσπών και είναι επίσης, ένας  σημαντικός πολιτικός στόχος να ολοκληρώσει αυτή η κυβέρνηση, την οποία επί τέσσερα χρόνια στήριζαν, τη συνταγματική της θητεία και το έργο της. Εγώ δεν βλέπω τίποτα πολιτικά παράδοξο ούτε τίποτα πολιτικά παράλογο εδώ. Αυτό το οποίο βλέπω είναι μια ένταση, η οποία καλλιεργείται από τη μεριά της αντιπολίτευσης. Και για ποιο λίγο διατηρείται αυτή η ένταση; Διότι, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ουσιαστική αντιπολίτευση από τη μεριά τους. Δηλαδή, δεν υπάρχει αντιπολίτευση επί της ουσίας των πολιτικών θεμάτων. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ένταση με φωνές, με κραυγές, με διαρκείς καταγγελίες. Και ο λόγος ποιος είναι; Ο λόγος είναι ότι συγκεκριμένοι βουλευτές ακολουθούν τη φωνή της συνείδησής τους και τοποθετούνται πολιτικά και παίρνουν την ευθύνη γι’  αυτό στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Δηλαδή, τι πιο λογικό και τι πιο φυσιολογικό για μια δημοκρατική χώρα, όπως είναι η Ελλάδα.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Ο κ. Καμμένος είχε κάνει ευθείς επιθέσεις πάντως, και στο πρόσωπο του Πρωθυπουργού και tweet βλέπουμε, σχεδόν καθημερινώς. Θέλω να πω, ότι η ένταση αυτή δεν δημιουργείται μόνο από την αντιπολίτευση.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο κ. Καμμένος πλέον είναι στην αντιπολίτευση.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Σωστό. Αλλά ήταν και ο πρώην κυβερνητικός εταίρος.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως. Και εγώ έχω πει, επίσης, αρκετές φορές ότι εμείς κρατάμε τα τέσσερα χρόνια της συνεργασίας μας, η οποία οδήγησε τη χώρα έξω από τα μνημόνια, οδήγησε τη χώρα στην οικονομική ανασυγκρότηση, οδήγησε τη χώρα να κάνει τα πρώτα βήματα έξω από την οικονομική κρίση. Και από εκεί και πέρα, ο κ. Καμμένος μπορεί, αν θέλει, να αντιπολιτεύεται πλέον την κυβέρνηση με τον τρόπο που επιλέγει. Εμείς δεν πρόκειται να ακολουθήσουμε.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Λέει, όμως, ότι δεν ήταν έντιμη αυτή η συνεργασία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:  Ήταν εντιμότατη η συνεργασία. Και εδώ πρέπει να απαντήσω ευθέως στον κ. Καμμένο ότι οι βουλευτές όλοι τοποθετήθηκαν με βάση τη συνείδησή τους, με βάση το εθνικό τους καθήκον, έτσι όπως εκείνοι το αντιλαμβάνονταν. Και γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο νομίζω ότι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργήσαμε κοινοβουλευτικά, είναι τρόπος απόλυτης θεσμικής…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Και όχι συναλλαγής για τις καρέκλες, κύριε Υπουργέ;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μα, τι μου λέτε τώρα; Ωστόσο, ξέρετε κάτι; Βγήκαν και κατήγγειλαν επίσης, ότι ο Πρωθυπουργός έκανε ταξίδι στις Μαλδίβες. Το να κάνει κανείς…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Το έκανε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Είμαστε σοβαροί; Το να κάνει κανείς μια καταγγελία…

ΑΛΕΞΑΚΗ: Το θέμα δεν είναι αν το έκανε, ότι στήθηκε επιχείρηση για να γυρίσει.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ, αυτό το οποίο θέλω να σας πω είναι το εξής: Ο καθένας μπορεί να καταγγέλλει ό,τι θέλει ή μάλλον και παίρνει την ευθύνη γι αυτό το οποίο λέει. Ωστόσο, όταν πετάμε λάσπη στον ανεμιστήρα, όταν αρχίζουμε καταγγελίες, οι οποίες είναι αστήριχτες, είναι ατεκμηρίωτες, δεν έχουν κανένα έρεισμα στην πραγματικότητα και στα γεγονότα, μην ζητάτε από μας να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες. Διότι, αυτός ο τρόπος είναι επί της ουσίας, αυτός ο τρόπος πολιτικού διαλόγου και πολιτικής αντιπαράθεσης είναι που οδηγεί τελικά στην απαξίωση του πολιτικού συστήματος, στον ευτελισμό, στην αδυναμία να υπάρξει ουσιαστικός πολιτικός διάλογος. Εμείς, σε αυτού του τύπου τη συζήτηση, ας πούμε, των αλληλοκαταγγελιών, δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε, ούτε πρόκειται να ακολουθήσουμε. Διότι, θεωρούμε ότι βλάπτει επί της ουσίας το πολιτικό σύστημα. Και τι κάνει σε τελευταία ανάλυση; Ενισχύει αντιπολιτικές, δηλαδή ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Και αυτό, η Ν.Δ., αλλά και όσοι ακολουθούν τέτοιου τύπου αντιπολίτευση, θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Διότι, αυτοί είναι που στην πραγματικότητα προκαλούν ζημιά στο πολιτικό σύστημα και στους όρους διεξαγωγής του δημοκρατικού διαλόγου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Υπουργέ, δεν είναι παράδοξο, παράλογο, δεν ξέρω, δεν βάζω χαρακτηρισμό, το να υπάρχουν έξι βουλευτές, οι δύο εκ των οποίων να ανήκουν σε άλλη Κ.Ο. και να στέλνουν μια επιστολή και να λένε ότι εμείς στηρίζουμε…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω το εξής: Ο κ. Παπαχριστόπουλος, κατ΄ αρχάς, έχει δηλώσει ότι θα παραιτηθεί, αφού ολοκληρωθούν όλες οι απαραίτητες διαδικασίες που σχετίζονται με την κύρωση του Πρωτοκόλλου Εισδοχής της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Ο κ. Ζουράρις είναι ανεξάρτητος βουλευτής, συνεργαζόμενος με την Κ.Ο. των ΑΝΕΛ. Όμως, υπάρχει μια πολιτική διαφορά εδώ. Η πολιτική διαφορά είναι ότι και οι δύο αυτοί βουλευτές στήριξαν την κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της ψήφους εμπιστοσύνης. Για ποιο λόγο το έκαναν αυτό; Με συγκεκριμένο πολιτικό σκεπτικό, ανεξαρτήτως της πολιτικής τους τοποθέτησης για τη Συμφωνία των Πρεσπών, και οι δύο είπαν ότι αυτή η κυβέρνηση οφείλει να ολοκληρώσει το έργο της. Πώς θα ολοκληρώσει το έργο της; Τι, δηλαδή, αντιφατικό βρίσκετε στην ψήφο που έδωσαν υπέρ της εμπιστοσύνης της κυβέρνησης και στο γεγονός ότι λένε ότι προφανώς η αρχική τοποθέτηση, σε σχέση με τα νομοσχέδια, είναι ότι ψηφίζουμε υπέρ. Δηλαδή, τι γίνεται στην Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ; Η Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, αν θέλετε, by default, είναι θετική στα νομοσχέδια που προτείνει η κυβέρνηση. Από εκεί και πέρα, προφανώς, αυτό δεν αφαιρεί από τον οποιονδήποτε βουλευτή της συμπολίτευσης το δικαίωμά του να διαφωνήσει, να καταψηφίσει, να καταθέσει τις απόψεις του. Επομένως, δεν καταλαβαίνω πού συνίστανται ακριβώς, οι καταγγελίες περί παιχνιδιών συναλλαγής, περί κυβέρνησης «κουρελού», περί θεσμικής και συνταγματικής εκτροπής, που είναι καταγγελίες, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, αστόχαστα εκσφενδονίζονται από τη μεριά της Ν.Δ..

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σε σχέση με τους βουλευτές, αλλά και όλο αυτό το σενάριο που είχαμε τις τελευταίες ημέρες για την αλλαγή του Κανονισμού, όπου η αξιωματική αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι ο Πρωθυπουργός είναι εκβιαζόμενος…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Πάλι, πάλι καταγγέλλει θα πω. Γενικώς, η Ν.Δ., τις τελευταίες τρεις εβδομάδες δεν κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να καταγγέλλει.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Ο ρόλος της αντιπολίτευσης είναι αυτός, μεταξύ άλλων.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, ο ρόλος της αντιπολίτευσης δεν είναι να καταγγέλλει. Ο ρόλος της αντιπολίτευσης είναι να ασκεί πολιτική κριτική, να ελέγχει, να καταθέτει ερωτήσεις, αλλά όχι να υιοθετεί οποιοδήποτε συνωμοσιολογικό σενάριο κυκλοφορεί στον κίτρινο Τύπο, οποιαδήποτε –αν θέλετε- παραδοξολογία και οποιοδήποτε παραλογισμό κυκλοφορεί στη δημόσια σφαίρα.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Σε σχέση με τον εκβιασμό του Πρωθυπουργού για το θέμα της αλλαγής του Κανονισμού της Βουλής. Υπήρξε όλη αυτή η εικόνα. 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Πρωθυπουργός ζήτησε από τον κ. Βούτση, τον Πρόεδρο της Βουλής, να αλλάξει ο Κανονισμός;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να θέσουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση; Μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, πράγματι υπήρξε μια συνθήκη στο ελληνικό Κοινοβούλιο για την οποία η κυβέρνηση, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ έκριναν ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν με έναν δημοκρατικό τρόπο. Δηλαδή, να θέσουν στη συζήτηση στο Κοινοβούλιο το ζήτημα αυτό και να πουν, ότι εδώ υπάρχει μια Κ.Ο. η οποία έχει διαλυθεί, υπάρχουν άλλες Κ.Ο., οι οποίες βρίσκονται στο όριο. Επομένως, εξαιτίας ακριβώς μιας πολιτικής συνθήκης, που έχει προκύψει και ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης –για πρώτη φορά στο ελληνικό Κοινοβούλιο έχουμε οκτώ κόμματα, για πρώτη φορά από το 2012 έχουμε κυβερνήσεις συνεργασίας, για πρώτη φορά βλέπουμε αλλαγές πολιτικών τοποθετήσεων εξαιτίας της ρευστότητας του πολιτικού σκηνικού και της ρευστότητας των πολιτικών ταυτοτήτων κατά τη διάρκεια των κοινοβουλευτικών περιόδων- εμείς είπαμε ότι πρέπει να τεθεί ένα ζήτημα σε σχέση με την προστασία των δικαιωμάτων πολιτικών κομμάτων, τα οποία έχουν εισέλθει στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Αυτό φάνηκε από τη μεριά της μεν Ν.Δ. να διαβάζεται ως αποτέλεσμα του εκβιασμού του κ. Καμμένου προς τον Πρωθυπουργό και από τη μεριά των άλλων κοινοβουλευτικών κομμάτων, δηλαδή και του Ποταμιού και των ΑΝΕΛ, απορρίφτηκε αυτή η πρόταση. Επομένως, τι πιο φυσιολογικό από τη μεριά του Πρωθυπουργού να αποσύρει αυτή την πολιτική πρόταση από το τραπέζι και να πει ότι, ότι εφόσον δεν υπάρχει πολιτική συναίνεση, εγώ δεν πρόκειται να δώσω τροφή στα ανόητα σενάρια που διακινεί η Ν.Δ., τελείωσε αυτό το κεφάλαιο, πηγαίνουμε παρακάτω. Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, πού ακριβώς είναι το παράδοξο, πού είναι το παράλογο, πού είναι το πολιτικό ζήτημα το οποίο θεωρούμε ότι έχει προκύψει.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Από εδώ και πέρα, σε σχέση με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η Ν.Δ. και η αντιπολίτευση σας λένε ότι είστε μειοψηφία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μας καταγγέλλουν ότι είμαστε μειοψηφία.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Είστε μειοψηφία. Μπορείτε να εξαντλήσετε τη θητεία με αυτούς τους όρους;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ωστόσο, δεν είμαστε. Σας είπα και προηγουμένως: η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, από τη στιγμή που έγινε δεκτή η ψήφος εμπιστοσύνης, μέτραγε 145 συν 6 βουλευτές.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ως Κοινοβουλευτική Ομάδα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν συγκροτείται μόνον από μια Κ.Ο.. Συγκροτείται από τους 145 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ συν τους 6 , εκ των οποίων, σας θυμίζω, ότι οι 3 είναι υπουργοί της κυβέρνησης. Άρα, λοιπόν, νομίζω ότι θα ήταν παράλογο υπουργοί της κυβέρνησης επί της αρχής να διάκεινται αρνητικά απέναντι στα νομοσχέδια, τα οποία καταθέτει και προτείνει η κυβέρνηση.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Γιατί υπήρξε η ανάγκη να αποσταλεί αυτή η επιστολή;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Διότι, η Ν.Δ. επέλεξε, επί σειρά ημερών, να αμφισβητεί ακριβώς την κυβερνητική πλειοψηφία. Πλέον, το τοπίο έχει ξεκαθαριστεί. Πλέον, τα πράγματα κοινοβουλευτικά είναι πάρα πολύ καθαρά, είναι τακτοποιημένα και η Ν.Δ., ακριβώς, επειδή βρίσκεται για άλλη μια φορά σε ένα σημείο όπου διαψεύδεται και καταρρέουν όλες οι ατεκμηρίωτες, αστόχαστες και ανόητες αντιρρήσεις τις οποίες συνήθως προβάλλει, διότι περί αυτού πρόκειται, συνεχίζει –αν θέλετε- με βάση τη δύναμη της αδράνειας, να επαναλαμβάνει το αφήγημα των προηγούμενων ημερών, μέχρι να ανακαλύψει ένα καινούργιο. Αυτή είναι η κατάσταση.

ΑΛΕΞΑΚΗ: Επειδή λέτε για κατηγορίες, τώρα πάω σε άλλο θέμα. Πριν πάμε στην οικονομία, πάμε σε ένα άλλο θέμα που σας κατηγορεί η αντιπολίτευση: Βενεζουέλα. Θέλω να μας πείτε λίγο, υπάρχουν συναλλαγές με τον Μαδούρο της κυβέρνησης; Επίσης, το άλλο για το οποίο σας κατηγορούν είναι ότι είμαστε σε μια περίοδο πολύ καλών σχέσεων με τις ΗΠΑ. Εναντιωνόμαστε; Κατ΄ αρχάς, είμαστε οι μόνοι στην Ε.Ε, που έχουμε άλλη θέση;

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, δεν είμαστε.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω το εξής: Ακόμα και εσείς οι ίδιοι, που προφανώς κάνετε τη δουλειά σας και οφείλετε να ρωτάτε με βάση και αυτά που κάθε φορά υποστηρίζει η αξιωματική αντιπολίτευση, γελάτε με αυτές τις ερωτήσεις. Διότι, συναλλαγή με τους βουλευτές, συναλλαγή με τον Καμμένο, συναλλαγή με τον Μαδούρο, συναλλαγή από εδώ, συναλλαγή από εκεί. Δηλαδή, πρόκειται τώρα για μια κατάσταση πλήρους εξευτελισμού της Ν.Δ. και του επιπέδου του πολιτικού της λόγου. Η Ν.Δ. δεν ήταν αυτό το πολιτικό κόμμα. Ήταν ένα σοβαρό κεντροδεξιό, φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό κόμμα, το οποίο συνήθιζε να κάνει πολιτική κριτική ενός άλφα επιπέδου. Αυτή τη στιγμή, πλέον, έχουμε περάσει σε ένα επίπεδο που πλέον αδυνατεί κανείς να απαντήσει. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να βάλει τα γέλια με αυτά που ακούγονται από τη μεριά της Ν.Δ.

Επί της ουσίας τώρα, σε σχέση με τη Βενεζουέλα. Από τη μεριά της Ελλάδας έχει γίνει απολύτως ξεκάθαρο –και βεβαίως δεν είμαστε μόνοι μας, είναι και άλλες χώρες της Ε.Ε., οι οποίες υποστηρίζουν αυτή την πολιτική γραμμή- ότι θα πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί η όξυνση της αντιπαράθεσης στη Βενεζουέλα. Και αυτό, μπορεί να γίνει μόνο μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών, τις οποίες καλέσαμε και βεβαίως, η Ε.Ε. δέχτηκε να πάρει στη Βενεζουέλα, έτσι ώστε οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις να μπορέσουν να εκκινήσουν έναν διάλογο και βεβαίως, να οδηγηθούμε τελικά σε νέες προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές. Για ποιο λόγο; Για να αρθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση σε σχέση με το ποιος έχει τον αποτελεσματικό, αν θέλετε, και δημοκρατικά εγγυημένο έλεγχο στη Βενεζουέλα. Αυτή είναι η πολιτική τοποθέτηση της ελληνικής κυβέρνησης. Και δε νομίζω ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε οποιαδήποτε άλλη θέση, με δεδομένο το γεγονός ότι είμαστε μια κυβέρνηση που πάντοτε στις διεθνείς σχέσεις θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και φυσικά τον κανόνα να μην παρεμβαίνουμε στα εσωτερικά τρίτου κράτους.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Και επειδή έχουμε δύο λεπτά, κύριε Υπουργέ, οι κλασικές ερωτήσεις: Ανασχηματισμός, εκλογές.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω, ότι στις κλασικές ερωτήσεις είναι λογικό να περιμένετε και κλασικές απαντήσεις. Ο ανασχηματισμός δεν προαναγγέλλεται και οι εκλογές, όπως έχουμε πει πάρα πολλές φορές, θα γίνουν τον Οκτώβριο του 2019, καθώς πολιτικός στόχος της κυβέρνησης είναι να εξαντλήσει τη συνταγματική της θητεία.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Πάντως, λείπουν θέσεις στο Υπουργικό Συμβούλιο λόγω της αποχώρησης κάποιων…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν λείπει κάποιος υπουργός, από εκεί και πέρα…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Αντικαταστάθηκε ο κ.Καμμένος

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτά είναι ζητήματα, τα οποία ο μοναδικός που έχει το δικαίωμα να εκφράζεται γι’  αυτά είναι ο Πρωθυπουργός.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Υπουργέ, σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ σας ευχαριστώ. Να είστε καλά.

Συνέντευξη στην ε/φ «Η ΕΠΟΧΗ» και τους δημοσιογράφους Ι. Δρόσου και Π. Κλαυδιανό

Πέρασε ο σκόπελος της κύρωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών και μένει η εφαρμογή της. Τι πρωτοβουλίες (πολιτικές, πολιτιστικές, κινηματικές, θεσμικές) χρειάζεται να παρθούν ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα που δημιουργήθηκε από τα τριάντα χρόνια που εκκρεμούσε το μακεδονικό; 

 Πράγματι, μετά και την κύρωση της Συμφωνίας, μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο για τις σχέσεις των δύο κρατών. Οι διαδικαστικές ενέργειες για την τήρηση της συμφωνίας είναι προδιαγεγραμμένες, όμως το κομβικό ζήτημα είναι οι πρωτοβουλίες συνεργασίας που θα ληφθούν σε βάθος χρόνου μεταξύ των δύο χωρών. 

Η Ελλάδα το προηγούμενο διάστημα προσπάθησε να παίξει έναν κεντρικό ρόλο στα Βαλκάνια μέσω των πολυμερών σχημάτων συνεργασίας που έχει αναπτύξει με Σερβία, Ρουμανία και Βουλγαρία, εκεί όπου δημιουργήθηκαν όροι εμβάθυνσης της συνεργασίας και των φιλικών σχέσεων των χωρών της βαλκανικής. 

Νομίζω όμως ότι το κρισιμότερο είναι η μάχη εναντίον του εθνικισμού. Η πρώτη ήττα του εθνικισμού ήρθε με την κύρωση της Συμφωνίας στην ελληνική βουλή και τη συνταγματική αναθεώρηση στη Βόρεια Μακεδονία. Η μάχη αυτή πρέπει να συνεχιστεί και δεν πρέπει να είναι πολιτική και μόνο. Αλλά πρέπει να πάρει χαρακτηριστικά μιας συνολικής αντιπαράθεσης με τα εθνικιστικά ιδεώδη αλλά και τα ιδεολογικά αφηγήματα της άκρας δεξιάς. Και σε αυτόν τον συνολικό αγώνα πρέπει να συστρατευτούν όλοι: τα κοινωνικά κινήματα, ο κόσμος της εκπαίδευσης, θεσμικοί φορείς, πολιτικά κόμματα και οργανώσεις που αντιλαμβάνονται ότι ο κίνδυνος μιας ακροδεξιάς στροφής και στην ελληνική κοινωνία είναι υπαρκτός. Πάντοτε εξάλλου η Αριστερά τόνιζε ότι ένας από τους κυριότερους εχθρούς στον μεγάλο αγώνα για την κοινωνική χειραφέτηση είναι ο εθνικισμός. 

Η επίλυση του Μακεδονικού, κατά τη γνώμη σου, θα μπορούσε να γίνει από άλλη κυβέρνηση, πέρα από μια κυβέρνηση της Αριστεράς; Και ύστερα, επειδή λοιδορήθηκε στην Ευρώπη η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, θεωρείς ότι αναβαθμίζεται πια το κύρος της Αριστεράς; 

Είναι αυτονόητο ότι δεν υπήρχε περίπτωση καμία άλλη κυβέρνηση, είτε από το χώρο της Κεντροαριστεράς, είτε –πολύ περισσότερο- από το χώρο της Κεντροδεξιάς να πάρει την πολιτική πρωτοβουλία. Οι διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει πολλές φορές στο παρελθόν και κάποια στιγμή υπήρχε υποχώρηση ή μετάθεση για το μέλλον, διότι καμία πολιτική δύναμη δεν είχε τα ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κορμός της κυβέρνησης, για να επιλυθεί στα πλαίσια της εθνικής γραμμής και με όρους σεβασμού στην ιστορία,  το Μακεδονικό. 

Από εκεί και πέρα, είναι προφανές ότι αρκετοί σε ολόκληρη την Ευρώπη, που παλιότερα κατηγορούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Έλληνα πρωθυπουργό για ακραίο λαϊκισμό, βρέθηκαν μπροστά σε μία ανεξήγητη –εκ πρώτης όψεως- αντίφαση· Πώς είναι δυνατόν ένας δήθεν λαϊκιστής πρωθυπουργός να παίρνει μια πολιτική πρωτοβουλία, η οποία στην πραγματικότητα φέρει μαζί της ένα μεγάλο πολιτικό κόστος, εξαιτίας όσων έχουν συμβεί τα τελευταία τριάντα χρόνια στην Ελλάδα, και να καταφέρνει να οδηγήσει την διαδικασία στην ολοκλήρωση. Διότι ξέρετε στην δική τους αντίληψη και στο δικό τους λεξιλόγιο λαϊκισμός σημαίνει να διακηρύσσεις και να πράττεις πολιτικά αποκλειστικά και μόνο στη βάση της δημοφιλίας μιας πολιτικής. Σε αυτή την περίπτωση λοιπόν ο λαϊκιστής ήταν ο κύριος Μητσοτάκης και αυτή ξαναλέω είναι μια αντίφαση που σιγά σιγά παράγει τα αποτελέσματα της στην Ευρώπη. 

Ανοίγει, λοιπόν, μια συζήτηση για το βλέμμα των Ευρωπαίων προς τον ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο προέβαλε στον ΣΥΡΙΖΑ συγκεκριμένα στερεότυπα και προκαταλήψεις που είχαν για το τι είναι αυτό το πολιτικό ρεύμα, τα οποία στην πραγματικότητα κατασκεύαζαν την εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να ταιριάζει με τις χοντροκομμένες εννοιολογήσεις που ούτως ή άλλως δομούν τη σκέψη της ευρωπαϊκής ελίτ.

Το σίγουρο είναι ότι ελάχιστοι είχαν κατανοήσει – και αυτό εξακολουθεί να ισχύει πιθανόν – τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς αυτός προέρχεται από μια παράδοση που δεν γνωρίζουν. 

Δεν ξέρουν από πού προέρχεται ο ΣΥΡΙΖΑ, ποιες είναι οι καταβολές του, ποια η ιδεολογική του διαδρομή, ποια τα πολιτικά του χαρακτηριστικά. Επειδή συγκρούστηκε, και συνεχίζει να συγκρούεται, με τις κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής ελίτ, χαρακτηρίστηκε ως λαϊκίστικο ρεύμα. Οι αντιφάσεις αυτές μπορεί λοιπόν να οδηγήσουν σε μια αναθεώρηση της εικόνας που είχε κατασκευαστεί άλλοτε σκόπιμα άλλοτε όχι για την σημερινή κυβέρνηση αλλά και για τη χώρα. 

ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ

Γράφεται και λέγεται ότι η Συμφωνία των Πρεσπών προκάλεσε τριγμούς στο κομματικό σύστημα. Πιστεύεις ότι αυτή ήταν η αφορμή ή η αιτία; 

Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η κρίση αντιπροσώπευσης έφτασε στο ζενίθ της. Παραδοσιακά κόμματα  κατέρρευσαν και δημιουργήθηκε μια φυγόκεντρη δυναμική που δημιούργησε μια νέα πολιτική συνθήκη στη χώρα. Για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση, οχτώ κόμματα μπήκαν στη βουλή, εκ των οποίων τα τρία δημιουργήθηκαν μεταξύ 2011-2013, και γι’ αυτό δεν είχαν βαθιές κοινωνικές και πολιτικές ρίζες. Όσο η χώρα απομακρύνεται από την οικονομική κρίση και αμβλύνεται η κρίση αντιπροσώπευσης, είναι απολύτως δεδομένο ότι οδηγούμαστε σε έναν νέο πολιτικό διπολισμό. Η Συμφωνία των Πρεσπών έρχεται πάνω σε αυτό το έδαφος και λειτουργεί ως καταλύτης, επιταχύνοντας μια προδιαγεγραμμένη κατά τη γνώμη μου διαδικασία. 

Το Κίνημα Αλλαγής κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι προσπαθεί να σφετεριστεί το χώρο του Κέντρου. Ισχύει; 

Είδαμε το παράδοξο, όσον αφορά το ΚΙΝΑΛ, που έχει μια συγκεκριμένη πολιτική καταγωγή και αυτοτοποθετείται στο χώρο της Κεντροαριστεράς, προκειμένου να μην στηρίξει μια πολιτική πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ, να φτάνει στο σημείο να ταυτιστεί πολιτικά, σε επίπεδο ηγεσίας, με τις πιο ακραίες απόψεις της Νέας Δημοκρατίας. Το ΚΙΝΑΛ, λοιπόν, αρνούμενο τις πολιτικές του παραδόσεις και την ιδεολογία μιας φιλελεύθερης κεντροαριστερής δύναμης και χρησιμοποιώντας το οπλοστάσιο των επιχειρημάτων της ακροδεξιάς πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας, οδηγήθηκε στη σημερινή του κρίση. Αν λοιπόν θα έπρεπε να κατηγορεί κάποιον το ΚΙΝΑΛ για τις σημερινές εξελίξεις και για την αδυναμία του να εκφράσει τον προοδευτικό χώρο είναι τον ίδιο του τον εαυτό. 

Γιατί έχει επιλέξει ως στρατηγικό στόχο την ιδεολογική και πολιτική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ; 

Το ΚΙΝΑΛ, και ιδιαίτερα το πολιτικό προσωπικό που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ, διακρίνεται από πολιτική αλαζονεία και θεωρεί ότι ο φιλελεύθερος κεντροαριστερός χώρος, του ανήκει δικαιωματικά και κανείς άλλος δεν μπορεί να τον εκφράσει. Όποτε αποδεικνύεται ότι αυτός ο χώρος εκφράζεται και από άλλες δυνάμεις, το ΚΙΝΑΛ θεωρεί ότι κάποιος του κλέβει, κάτι που είναι στην απόλυτη και αδιαμφισβήτητη κυριότητά του. Επιπλέον, είναι προφανές ότι το ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα από το 2000 και μετά, μετατρέπεται σε βαθιά συστημικό κόμμα, με ισχυρούς δεσμούς με οικονομικά κέντρα εξουσίας, ενώ απορροφάται από το ίδιο το κράτος. Έτσι, δεν βλέπει την πολιτική ανατροπή του 2012 ως στρατηγική ήττα αυτής της πολιτικής που ακολούθησε ιδιαίτερα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, γι’ αυτό και δεν μπορεί ποτέ να δει τον ΣΥΡΙΖΑ ως έναν όμορο χώρο, με τον οποίο θα έπρεπε να επιδιώξει συγκλίσεις και συνεργασίες. Η πολιτική ηγεσία του ΚΙΝΑΛ ανήκει στο παλιό κομματικό σύστημα και γι’ αυτό επιδιώκει την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ.  

Ασκείται κριτική και στη στάση του ΚΚΕ ότι αντιβαίνει τις αρχές και τις αξίες του ιστορικού ΚΚΕ. Ποια η γνώμη σου; 

Ας μην ωραιοποιούμε την ιστορία της Αριστεράς. Τα ρεύματα εντός της Αριστεράς είχαν και έχουν διαφορετικές τοποθετήσεις, γι’ αυτό πάντα υπάρχει ιδεολογικός και θεωρητικός αγώνας εντός της Αριστεράς.  

Υπήρχαν και υπάρχουν ρεύματα στην Αριστερά που δεν έθεταν τη μάχη εναντίον του εθνικισμού και την ακροδεξιά ως πρώτη προτεραιότητα εντός της συνολικότερη μάχης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Έτσι καταλήγουν σε μια πολιτική ίσων αποστάσεων και σε παράδοξες τοποθετήσεις όπως για παράδειγμα το λεγόμενο διεθνιστικό όχι που είναι κατά τη γνώμη μου μια αντίφαση εν τοις όροις. 

Με το ΚΚΕ τα πράγματα είναι ακόμη πιο σύνθετα. Θα ήταν λογικό – αν και πάλι θα διαφωνούσαμε, αλλά σε άλλη βάση – για το ΚΚΕ να πει ότι επειδή η Συμφωνία είναι συνδεδεμένη με τη βούληση των γειτόνων μας να μπουν στο ΝΑΤΟ και επειδή δεν μπορεί να στηρίξει οποιαδήποτε ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση, την καταψηφίζει. Το πρόβλημα με τη στάση του ΚΚΕ είναι ότι έκανε ένα βήμα παραπέρα, σε σχέση με αυτή την άποψη. Άρχισε να υιοθετεί επιχειρήματα που παρήχθησαν στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος· το επιχείρημα του αλυτρωτισμού και αυτό της εκχώρησης ταυτότητας και γλώσσας. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι το ΚΚΕ ξεπέρασε τα όρια σε αυτή την αντιπαράθεση και νομίζω ότι θα πρέπει να προβληματιστεί σε αυτό. 

Από εκεί και πέρα, τίθεται ένα πρακτικό πολιτικό ερώτημα τόσο για το ΚΚΕ όσο και για τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς εκείνες ειδικά που πήραν τη θέση του λεγόμενου διεθνιστικού – αντιιμπεριαλιστικού όχι. Πώς θεωρούν αυτές οι πολιτικές δυνάμεις ότι θα πρέπει το ελληνικό κράτος να αναγνωρίσει τους γείτονές μας; Προτείνουν κάτι; Αν δεν μπορούν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, τότε οι δυνάμεις αυτές θα παραμείνουν σε επίπεδο παρεμβάσεων θεωρητικού και ιδεολογικού χαρακτήρα, που δεν έχουν επαφή με την πολιτική πραγματικότητα. 

ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΙΓΜΑ

Η πρόταση για μια συμμαχία προοδευτικών δυνάμεων είναι και πάλι στο τραπέζι. Αρκεί η Συμφωνία των Πρεσπών ως έδαφος για μια τέτοια προσπάθεια; 

Η Συμφωνία είναι καταλύτης για την έναρξη ενός αναγκαίου πολιτικού διαλόγου, που μπορεί να οδηγήσει και σε ευρύτερες συγκλίσεις. Αν και αναγκαία, όμως, δεν είναι ικανή συνθήκη για να φτιαχτεί ένα τέτοιο μέτωπο. Πρέπει να προστεθούν και άλλα ζητήματα στην ημερήσια διάταξη αυτού του πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου, όπως τα ζητήματα του νέου κοινωνικού κράτους, της αναπτυξιακής πολιτικής, της αναδιανομής του εισοδήματος, της επαναρύθμισης της αγοράς εργασίας, του ύψους του μισθού, του νέου παραγωγικού μοντέλου, του ρόλου και της φύσης του κράτους. Αυτά πρέπει να τεθούν με σαφήνεια, διότι βεβαίως είναι αναγκαίες οι ευρύτερες συγκλίσεις της κεντροαριστεράς με την αριστερά, αλλά αυτές πρέπει να έχουν συγκεκριμένο πολιτικό στίγμα. Δεν μπορούν να είναι απλώς συνθήματα. 

Αυτή την ώρα δεν υπάρχουν κόμματα για να γίνει αυτός ο διάλογος… 

Υπάρχουν κινήσεις και προσωπικότητες. Πώς, άλλωστε, ξεκίνησε ο Χώρος Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς; Νομίζω ότι έχουμε την τεχνογνωσία για το πώς μπορεί να οργανωθεί μια τέτοια κίνηση, αλλά επαναλαμβάνω το μείζον είναι να προσδιοριστεί το πολιτικό στίγμα και η στρατηγική κατεύθυνση. 

Οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι πολύ κοντά. Η προσπάθεια αυτή μπορεί να αποτυπωθεί και στα ψηφοδέλτια; 

Ο πρόεδρος του κόμματος έχει πει ότι θα επιδιώξουμε τέτοια ανοίγματα και στα ψηφοδέλτιά μας. Άλλωστε, τα ψηφοδέλτια δεν απαρτίζονταν αποκλειστικά από μέλη του ΣΥΡΙΖΑ ούτε το 2015, ούτε το 2012. Η λογική των συμμαχιών και των διευρύνσεων είναι εγγεγραμμένη στο DNA του ΣΥΡΙΖΑ. 

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Την περασμένη εβδομάδα επικυρώθηκε η κατάργηση του υποκατώτατου μισθού και η αύξηση του κατώτατου μισθού. Σε ποια κατεύθυνση αποφασίστηκε να γίνει αυτό; 

Είναι μια κορυφαία στιγμή αυτής της κυβέρνησης, αντίστοιχα σημαντική με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η κίνηση αυτή αποκαλύπτει τον πυρήνα της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ. Θα ήταν πολιτική ήττα αν αυτή η τετραετία παρερχόταν χωρίς την αύξηση του κατώτατου μισθού. 

Ασκείται κριτική ότι η εφαρμογή της μείωσης του αφορολόγητου θα εξαφανίσει την αύξηση αυτή, ενώ συνδικαλιστικές οργανώσεις που δηλώνουν πως δεν μπορούν οι εργοδότες να την απορροφήσουν και πως έτσι θα αυξηθεί η μερική απασχόληση και η μαύρη εργασία. Είναι έτσι; 

Επί ενάμιση χρόνο μας έλεγαν ότι θα περικοπούν οι συντάξεις. Απαντούσαμε ότι δεν υπάρχει κανένας δημοσιονομικός λόγος για να εφαρμοστεί το μέτρο. Το ίδιο ακριβώς απαντάμε και τώρα. Αν δεν είναι αυτή η κυβέρνηση στο τιμόνι της χώρας, μετά τις εκλογές του 2020, τότε πράγματι το αφορολόγητο θα εφαρμοστεί, όπως έχει δηλώσει ο κ. Μητσοτάκης. 

Όσον αφορά τα υπόλοιπα επιχειρήματα, να θυμίσω ότι οι εργοδότες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου προβάλουν αυτά τα επιχειρήματα. Με αυτή την έννοια, δεν θα έπρεπε ποτέ να παίρνεται μια τέτοια απόφαση. Επί της ουσίας, όμως, η μαύρη εργασία δεν συνδέεται με την αύξηση του μισθού. Όταν αναλάβαμε το 2015, η μαύρη εργασία ήταν στο 20% στους τομείς υψηλής παραβατικότητας. Αυτή τη στιγμή έχει μειωθεί κατά 9%. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση της αγοράς εργασίας; Όχι. Συνέβη γιατί αναβαθμίσαμε το Σώμα Επιθεώρησης της Εργασίας και δείξαμε αποφασιστικότητα στην καταπολέμηση του φαινομένου. επομένως, αν κάποιος εργοδότης επιλέξει την αδήλωτη και την υποδηλωμένη εργασία, θα πρέπει να ξέρει ότι θα αντιμετωπιστεί με τη μεγαλύτερη δυνατή αυστηρότητα από τους κρατικούς μηχανισμούς και από τη Δικαιοσύνη. Όσον αφορά το επιχείρημα της αύξησης της μερικής απασχόλησης, να πω ότι στην ελληνική οικονομία η μειωμένη παραγωγικότητα δεν είναι δομική, αλλά σχετίζεται με τη μειωμένη ζήτηση. Δηλαδή, όσο μειώνεται η ζήτηση, τόσο μειώνεται η παραγωγικότητα γιατί δεν υπάρχει που θα οδηγούσε στην αύξηση της προσφοράς. Επομένως, αυξάνοντας την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, στην πραγματικότητα δεν μειώνεται η παραγωγικότητα αλλά αναμένουμε να συμβεί το αντίθετο. 

Αυτό που πάντως έχει αξία να παρατηρήσουμε εδώ είναι το πόσο γρήγορα διαδόθηκαν τα επιχειρήματα εναντίον της αύξησης του κατώτατου μισθού κυρίως  στον τύπο και πώς αποτελούν συνήθως την ενστικτώδη αντίδραση όσων εμπλέκονται στη συζήτηση. Αυτή είναι μια έκφανση της κυριάρχης ιδεολογίας, της ιδεολογίας δηλαδή των ελίτ, και απαιτείται σκληρός αγώνας για να αντιστραφεί αυτή η τάση

Ποια είναι τα επόμενα βήματα που να αναμένουμε από την κυβέρνηση, από τη στιγμή που έχουν αρθεί πολλές από τις ασφυκτικές δεσμεύσεις του μνημονίου; 

Μέχρι στιγμής έχουμε την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τον πρώτο –ύστερα από μία δεκαετία- δημοσιονομικά επεκτατικό προϋπολογισμό, την αύξηση του κατώτατου μισθού. Μπροστά μας έχουμε μια σειρά από πολιτικές πρωτοβουλίες, με πρώτη και κυριότερη την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία έχει ένα ιδιαίτερο μεταρρυθμιστικό βάρος. Ακόμα θα δούμε σειρά πολιτικών ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, στο ΕΣΥ, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στη στήριξη των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, στην προστασία της πρώτης κατοικίας. Όλα όσα θα ακολουθήσουν έχουν χαρακτηριστικά παρέμβασης για την επαναρύθμιση της αγοράς εργασίας, τη βελτίωση των κοινωνικών υπηρεσιών του κράτους και θα αφήσουν το στίγμα τους.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΕΙΣ 

Το σενάριο των πρόωρων εκλογών είναι πάντα στην επικαιρότητα…

Ο στόχος της κυβέρνησης είναι να ολοκληρωθεί η συνταγματική θητεία της. Όσο απομακρυνόμαστε από την περίοδο του μνημονίου, τόσο τα πράγματα θα πηγαίνουν καλύτερα. 

Όσο απομακρυνόμαστε και από τις Πρέσπες; 

Δεν έχουμε κανένα λόγο να θέλουμε να ξεχαστεί η Συμφωνία των Πρεσπών. Την υποστηρίξαμε, την υποστηρίζουμε και είναι μια Συμφωνία, για την οποία είμαστε περήφανοι. 

Υπάρχουν ενδιάμεσα αυτοδιοικητικές εκλογές και ευρωεκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να τις υπερβεί, ώστε να μην θιγεί η σταθερότητα της κυβέρνησης. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα λόγο να ανησυχεί επ’ αυτού. Έχουμε περάσει σε μια νέα πολιτική φάση. Η σταθερότητα της κυβέρνησης είναι δεδομένη έως τον Οκτώβριο του 2019 και επομένως το κόμμα θα πρέπει να προσηλωθεί στον αγώνα για τις αυτοδιοικητικές και τις ευρωεκλογές. Έχουμε τη δυνατότητα να επιτύχουμε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές, αρκεί να θέσουμε τα σωστά πολιτικά ερωτήματα, διότι η μάχη αυτή θα είναι εμβληματική σε όλη την Ευρώπη. θα είναι μια μάχη ενάντια στην της ακροδεξιά και των εθνικιστικών ρευμάτων. Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι κρίνεται ο βηματισμός και το μέλλον της ίδιας της ηπείρου. 

Η μάχη όμως εναντίον της ακροδεξιάς δεν είναι μόνο μια μάχη ιδεών, αλλά αφορά και την ίδια την οικονομία. Όσο συνεχίζει η Ευρώπη να λειτουργεί με όρους ακραίου νεοφιλελευθερισμού και λιτότητας και να κλείνει τα μάτια στην κοινωνική δυσαρέσκεια, τόσο θα ενδυναμώνεται η ακροδεξιά. Το μεγάλο ερώτημα εδώ είναι ποιος θα καταφέρει να εκφράσει την κοινωνική δυσαρέσκεια, και αν θα έχει αριστερό ή ακροδεξιό πρόσημο

. Όσον αφορά τις αυτοδιοικητικές εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ ρίχνεται στη μάχη με πλατιά ψηφοδέλτια, επισημαίνοντας την ανάγκη για συγκλίσεις, αλλά και αναδεικνύοντας και τα ζητήματα της κάθε περιοχής και περιφέρειας. 

Καταγράφεται μια δημοσκοπική μείωση της διαφοράς μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτή γίνεται με αργούς ρυθμούς. Ποιες οι σκέψεις πάνω σε τέτοιου είδους στοιχεία; 

Η κυβέρνηση αυτή πέρασε μεταξύ σφύρας και άκμονος με το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Παρόλα αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να διατηρήσει την δυναμική του. Περνώντας σε μια νέα πολιτική φάση και με δεδομένες τις πολιτικές πρωτοβουλίες, που θα αρχίσουν να καταγράφονται στην πραγματική οικονομία θα υπάρξει και αντιστοιχη αντανάκλαση στον πολιτικό συσχετισμό. ο οποίος –κατά τη γνώμη μου-  πάντως δεν είναι τόσο αρνητικός –  όσο παρουσιάζεται από δημοσκοπικές εταιρείες. Νομίζω ότι θα είναι μια σκληρή μάχη, αλλά έχουμε τους όρους και τις προϋποθέσεις για να την κερδίσουμε.  

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΜΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΛΥΣΗ ΣΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

Η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν βρεθεί ξανά στο στόχαστρο της αντιπολίτευσης, για τη στάση τους αναφορικά με τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα. Ποιο είναι το σχόλιο σας πάνω σε αυτό;

Αρχικά, να πω ότι η θέση μας είναι ξεκάθαρη από την πρώτη στιγμή. Προτεραιότητα είναι η εξεύρεση δημοκρατικής λύσης, η οποία θα αποτρέψει τον κίνδυνο ενός περαιτέρω αιματηρού διχασμού στη Βενεζουέλα. Γι’ αυτό υποστηρίζουμε μια λύση με βάση τον πολιτικό διάλογο μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πολιτικών δυνάμεων, έτσι ώστε να βρεθεί μία κοινά αποδεκτή λύση για να οδηγηθεί η Βενεζουέλα σε εκλογές και το αποτέλεσμα αυτών να γίνει σεβαστό απ’ όλους. Αυτή την πρωτοβουλία έχουμε πάρει και τις τελευταίες μέρες και μαζί με τη Σουηδία πρωτοστατήσαμε, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα contact group, το οποίο θα αναλάβει να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο. Η κριτική μας, από τη σκοπιά της Αριστεράς, στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας, είναι δεδομένη και έγκαιρα διατυπωμένη εδώ και πολύ καιρό. Διαφωνούμε όμως κάθετα με ενέργειες δίχως δημοκρατική νομιμοποίηση, όπως η αυτοανακήρυξη του ηγέτη της αντιπολίτευσης σε Πρόεδρο της χώρας. Η ΝΔ και ο μηχανισμός προπαγάνδας που τη στηρίζει και σε αυτό το ζήτημα παραδίδουν μαθήματα τυχοδιωκτισμού. Αφού έχει συντριβεί κάθε πτυχή της πολιτικής τους στρατηγικής, με την εφαρμογή του κόφτη, το 4ο μνημόνιο, την περικοπή των συντάξεων, την αδυναμία εξόδου στις αγορές και όλα τα συναφή που έμειναν τελικά στη σφαίρα της φαντασίας, επιλέγει πλέον το στρίβειν δια της Βενεζουέλας. Εκτιμώ ότι οι πολίτες ακόμα και οι πιο δύσπιστοι έναντι της κυβέρνησης, κατανοούν πλέον ότι η ΝΔ δεν ενδιαφέρεται ούτε για την κοινωνική συνοχή στην Ελλάδα, ούτε για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια, ούτε για τη δημοκρατία στη Λατινική Αμερική. Ενδιαφέρεται μονάχα για την παλινόρθωση μιας πολιτικής και οικονομικής ελίτ που οδήγησε τη χώρα στα μνημόνια και τη χρεοκοπία. Γι’ αυτό και στις επόμενες εθνικές εκλογές, αυτός ο φανατισμός και η τυφλή αντιπολιτευτική στρατηγική της ΝΔ, οι πολίτες θα χαρίσουν στη ΝΔ ακόμα τέσσερα χρόνια στην αντιπολίτευση.   

«Η ανάγκη σύγκλισης των προοδευτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Ευρώπη»



 
Ομιλίες κατά την Εκδήλωση της Πρωτοβουλίας Πολιτών Ηρακλείου για την Ενότητα των Προοδευτικών Δυνάμεων με θέμα: «Η ανάγκη σύγκλισης των προοδευτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Ευρώπη» με συνομιλητές τους Σπύρο Δανέλλη και Γιάννη Ραγκούση:



Όσο αφήνουμε πίσω μας την αντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο αρχίζει να γίνεται σαφές ότι είναι αναγκαίο να ξαναδούμε μια σειρά από κεντρικά ζητήματα της πολιτικής και της οικονομίας ώστε να μπορέσουν να δημιουργηθούν οι συμμαχίες, οι κοινοί βηματισμοί και οι συγκλίσεις της νέας πια εποχής.

Το προοδευτικό μέτωπο υπεράσπισης της Συμφωνίας των Πρεσπών δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα μέτωπο ενάντια στον εθνικισμό και την αλλοπρόσαλλη ακροδεξιά αλλά πρέπει να θέσει και άλλα ζητήματα στην ημερήσια διάταξη όπως η επαναρύθμιση της αγοράς εργασίας, οι μισθοί, το κοινωνικό κράτος, ο θεσμικός εκδημοκρατισμός. Για να το κάνουμε αυτό πρέπει να δούμε την εικόνα της Ευρώπης και τη θέση της χώρας μας μέσα σε αυτήν.

Στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή έχουμε μια έντονη πολιτική ρευστοποίηση παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας και μια έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια που οδηγεί σε μια κρίση αντιπροσώπευσης. Πρόκειται για μια πολιτική συνθήκη που η Ελλάδα έζησε λίγα χρόνια πριν δηλαδή για την αδυναμία που έχουν οι πολίτες να στεγαστούν πολιτικά σε συγκεκριμένα παραδοσιακά κόμματα τα οποία πλέον δεν τους εκφράζουν.

Μέχρις στιγμής κυρίως στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη αυτό μεταφράζεται σε μια διαρκή άνοδο της ακροδεξιάς. Ενώ έχουμε και το παράδειγμα δεξιών πολιτικών οι οποίοι παρά το γεγονός ότι ανήκουν στην οικογένεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος επιλέγουν στην πραγματικότητα να ασκούν μια εναλλακτική πολιτική, αυτό ακριβώς που λέμε alt-right, μια εναλλακτική δεξιά. Δηλαδή μια πάρα πολύ σκληρή, εθνικιστική και μισαλλόδοξη δεξιά η οποία χρεώνει το σύνολο των κακοδαιμονιών της σύγχρονης Ευρώπης στους πρόσφυγες, στους αποκλεισμένους και σε όλους όσους δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Έχουμε λοιπόν μια ακροδεξιά η οποία καταφέρνει να εκφράσει αυτήν την έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια που προκαλείται από τον νεοφιλελευθερισμό, τις πολιτικές της λιτότητας, από τον κοινωνικό αποκλεισμό, από το γεγονός ότι το κοινωνικό κράτος και το κοινωνικό συμβόλαιο, που στην πραγματικότητα δόμησε στην Ευρώπη τον πολιτικό και κοινωνικό συσχετισμό καθόλη τη διάρκεια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέρρευσε με πάταγο την περίοδο της κρίσης.

Και στη Νότια Ευρώπη βεβαίως η ακροδεξιά αναπτύσσεται όμως από την άλλη μεριά φαίνεται ότι ευρύτερα αριστερά & σοσιαλδημοκρατικά μέτωπα καταφέρνουν να δημιουργήσουν μια τάση αντιστροφής της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού και καταφέρνουν να οικοδομούν μια νέα σχέση με τους πολίτες που ανήκουν στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.

Στην Ελλάδα σήμερα έχουμε τη δυνατότητα σιγά σιγά να δούμε αυτοκριτικά την προηγούμενη περίοδο και να βάλουμε στο τραπέζι του διαλόγου μια σειρά από ζητήματα που θα μας επιτρέψουν να δημιουργήσουμε εκείνο το πολιτικό μέτωπο που θα καταφέρει να δώσει νικηφόρες μάχες ενάντια στην ακροδεξιά και τη δεξιά. Να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε κοινούς τόπους ώστε να εκφράσουμε τους ανθρώπους εκείνους που σήκωσαν δυσανάλογα το βάρος της κρίσης.
 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΑΠΕ-ΜΠΕ


 
Το κάλεσμα της εκδήλωσης: «Τον τελευταίο καιρό γίνεται όλο και περισσότερο απαιτητό να προχωρήσει η σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Ευρώπη, αποτελώντας ανάχωμα στην αυξανόμενη άνοδο της νεοφιλελεύθερης ακροδεξιάς και ενίσχυσης ακραίως εθνικιστικών θέσεων».
 

Επίσημη επίσκεψη στην Κρήτη

Η χώρα μας περνά σε μία νέα εποχή στην οποία η Κρήτη θα πρέπει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο  αναδεικνύοντας τις αναπτυξιακές της δυνατότητες. Η Κρήτη αποτελεί μεγάλη προτεραιότητα για την κυβέρνηση.

Αυτό είναι το μήνυμα από τη σημερινή επίσκεψη στο Ηράκλειο και τις γόνιμες επαφές που είχαμε για τις μεγάλες προκλήσεις της Κρήτης συνοδευόμενοι από τους βουλευτές Ηρακλείου του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκο Ηγουμενίδη και Σωκράτη Βαρδάκη, καθώς επίσης και το γραμματέα της Νομαρχιακής Επιτροπής Ηρακλείου του ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννη Παυλιδάκη:

Συνάντηση με την Συντονίστρια της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, κα Μαρία Κοζυράκη και σύσκεψη εργασίας με υπηρεσιακά στελέχη της Διεύθυνσης Υδάτων καθώς και του Γραφείου της Συντονίστριας 

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης η Συντονίστρια μάς ενημέρωσε για τις μεγάλες προκλήσεις για την Κρήτη ενώ συζητήσαμε καίρια ζητήματα που αφορούν στη λειτουργία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης ως συντονιστικού και εποπτικού κρατικού μηχανισμού σε περιφερειακό επίπεδο. Εξήγησε ότι η συνεργασία τόσο με την Περιφέρεια όσο και με τους Δήμους είναι υποδειγματική και σημείωσε ότι χρειάζεται περαιτέρω αποκέντρωση υπηρεσιών.

Στο πλαίσιο αυτό εκτέθηκαν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν σε επίκαιρους τομείς όπως η διαχείριση των στερεών αποβλήτων, μέτρα και έργα προστασίας και διαχείρισης του υδατικού δυναμικού, κοστολόγηση και τιμολόγηση του νερού, επείγοντα θέματα υποδομών και ανάπτυξης, κινητικότητα υπαλλήλων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αλλά και τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής.

Συνάντηση με τον Περιφερειάρχη Κρήτης, Σταύρο Αρναουτάκη 

Αφού μεταφέραμε τους χαιρετισμούς του Πρωθυπουργού στον Περιφερειάρχη, αναφεθήκαμε στα μεγάλα έργα του νησιού που για παρά πολλά χρόνια είχαν μείνει στα συρτάρια και τώρα βρίσκονται σε τροχιά υλοποίησης. Περίπου 3 δισ. είναι ο προϋπολογισμός των έργων που προωθούνται και είμαστε αυτή τη στιγμή στην ευχάριστη θέση να υπάρχει μεγάλη κινητικότητα και επιτάχυνση στην υλοποίησή τους.

Ύστερα και από αναλυτική συζήτηση με τον υπουργό Υποδομών που προηγήθηκε, ενημερώσαμε ότι 3 μεγάλα έργα του νησιού βρίσκονται πολύ κοντά άλλα στην ολοκλήρωση και άλλα στην έναρξη των εργασιών τους. Συγκεκριμένα, οι διαγωνισμοί που σχετίζονται με τον ΒΟΑΚ επιταχύνονται. Παρά πολύ σύντομα, ακόμη και εντός του 2019, είναι πιθανό το έργο να ανατεθεί στους αναδόχους και να εκκινήσει η υλοποίησή του. Το έργο που αφορά στον δρόμο της Μεσσαράς θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι τέλη Μαρτίου ενώ και σε ό,τι αφορά στο Καστέλι οι διαδικασίες επίσης επιταχύνονται και σύντομα ο φάκελος θα διαβιβαστεί στη Βουλή.

Ο κος Αρναουτάκης έθεσε από την πλευρά του το θέμα των προβλημάτων που έχουν προκύψει με τους εκπαιδευτές οδήγησης και τις αντιδράσεις στο σχετικό σχέδιο νόμου. Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Η ρύθμιση που προτείνει το Υπουργείο Υποδομών είναι καταρχάς στην ορθή κατεύθυνση. Ωστόσο αυτή η κυβέρνηση είναι πάντα ανοιχτή και διατεθειμένη να συζητήσει και να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια του διαλόγου.

Συνάντηση με τον Πρύτανη του ΤΕΙ Κρήτης, κ. Νίκο Κατσαράκη 

Κατά τη συνάντηση διαβεβαιώσαμε τον Πρύτανη πως η εκπαίδευση αποτελεί κυρίαρχο και πρωταγωνιστικό ρόλο στη μεγάλη προσπάθεια για την ανασυγκρότηση της οικονομίας και την αναβάθμιση της πολιτιστικής και κοινωνικής αντίληψης των πολιτών σε όλη τη χώρα. Η στήριξη της κυβέρνησης στην εκπαιδευτική κοινότητα είναι δεδομένη. 

Όλο το προηγούμενο διάστημα έχουμε προχωρήσει σε μια σειρά από παρεμβάσεις υποστήριξης της εκπαίδευσης στη χώρα, αναβάθμισης του λυκείου και στήριξης της ανώτατης εκπαίδευσης. Κενά του διδακτικού και επιστημονικού προσωπικού στα πανεπιστήμια και ΤΕΙ της χώρας άρχισαν να καλύπτονται ενώ παρόλες τις γνωστές δυσκολίες προσπαθούμε να τα υποστηρίζουμε και σε υλικοτεχνική υποδομή. Το ίδιο όμως ισχύει και για τα προγράμματα έρευνας τα οποία για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια έχουν αρχίσει να χρηματοδοτούνται με μεγαλύτερα κονδύλια από το υπουργείο Παιδείας: H χρηματοδότηση της έρευνας ξεπέρασε το 1 δισ. ευρώ και στοχεύουμε να φτάσουμε στον μέσο όρο της ΕΕ τα επόμενα χρόνια.

Πέρα από τις κυβερνητικές προσπάθειες στήριξης της εκπαίδευσης και την ενισχυμένη χρηματοδότηση για την έρευνα, με τον Πρύτανη αναφερθήκαμε ακόμη στις εξελίξεις σχετικά με την ενοποίηση του χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης. Ο κ. Κατσαράκης με ενημέρωσε ότι η αρμόδια επιτροπή που συστάθηκε για τη διερεύνηση των προοπτικών του ΤΕΙ Κρήτης κατέθεσε χθες το πόρισμά της στον υπουργό Παιδείας, Κώστα Γαβρόγλου και περιμένει σύντομα την αποδοχή του πορίσματος για την ανωτατοποίηση του Ιδρύματος. Νομίζω είναι μία συμβολική περίοδος αυτή στην οποία έτυχε να επισκεφθώ το Ηράκλειο γιατί τόσο οι δικοί σας αγώνες όσο και οι απόψεις ανθρώπων που αγωνίστηκαν για αρκετό καιρό για τη λεγόμενη ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση δικαιώνονται, αποκρίθηκα. Αυτό που θα γίνει στο ΤΕΙ Κρήτης αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της αναβάθμισης του κύρους του με ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο σπουδών που ούτως ή άλλως παρέχει.

Συνέντευξη τύπου με τοπικά μέσα ενημέρωσης στην αίθουσα του Περιφερειακού Συμβουλίου 

 

Στη σύντομη εισαγωγική τοποθέτηση σημείωσα στους εκπροσώπους του τύπου ότι η κεντρική πολιτική της χώρας καθορίζεται πια από την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και πως η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία της Ελλάδας έχουν αποκατασταθεί. Εμβληματικές ενέργειες της κυβέρνησης επιβεβαιώνουν αυτήν την νέα περίοδο: Η αύξηση του κατώτατου μισθού που λαμβάνει χώρα από σήμερα αποτελεί μια νέα πραγματικότητα για τον κόσμο της εργασίας ο οποίος θα δει τον μισθό του να αυξάνεται ύστερα από μια δεκαετία. Πρόκειται για μια κοινωνικά ευεργετική και οικονομικά αποτελεσματική κίνηση όπως και η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων. Παράλληλα, ο πρώτος επεκτατικός δημοσιονομικός προϋπολογισμός που κατατέθηκε πριν από καποιους μήνες αυξάνει τις δαπάνες και μειώνει τους φόρους ύστερα από δέκα χρόνια σκληρής λιτότητας.

Στη συνέχεια απάντησα στις ερωτήσεις των εκπροσώπων του τύπου:

Η σχέση της κυβέρνηση με τους θεσμούς είναι εντελώς διαφορετική ύστερα από την έξοδο από το πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής. Οι θεσμοί παρακολουθούν με διαφορετικό μάτι την πορεία της οικονομίας. Στα ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά και μόνο την ελληνική κυβέρνηση, οι θεσμοί έχουν φυσικά τη δυνατότητα να εκφράζουν την άποψή τους, ωστόσο η άποψη αυτή δεν έχει τον χαρακτήρα της σύμφωνης γνώμης δηλαδή δεν δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα, δεν χρειαζόμαστε τη σύμφωνη γνώμη τους για την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Για τη μείωση του αφορολόγητου ισχύει ό,τι ισχύει και για τις συντάξεις. Πριν από ενάμιση χρόνο εξηγούσαμε ότι το μέτρο της περικοπής των συντάξεων δεν είναι αναγκαίο για να επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Με την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2019 δείξαμε ότι όχι μόνο δεν εφαρμόστηκε το μέτρο των συντάξεων για να πιάσουμε τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος αλλά είχαμε τη δυνατότητα να αξιοποιήσουμε και ένα δισ. από τον δημοσιονομικό χώρο για να προχωρήσουμε σε μέτρα ελάφρυνσης όπως η επιδότηση ενοικίου και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Θα αποδείξουμε ότι ούτε και για την εφαρμογή του μέτρου της μείωσης του αφορολόγητου υφίσταται κανένας λόγος, όπως ακριβώς κάνουν και όλες οι χώρες της Ευρωζώνης. Μία πιθανότητα υπάρχει να μειωθεί το αφορολόγητο. Μόνον, ο μη γένοιτο, ο κ. Μητσοτάκης κερδίσει τις εκλογές καθώς ο ίδιος το έχει συμπεριλάβει στο πολιτικό του πρόγραμμα. Εφόσον καταφέρει η κυβέρνηση να ανανεώσει τη θητεία της, οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανέναν λόγο να ανησυχούν.

Υπάρχουν δύο πολιτικές οικογένειες. Αυτή του νεοφιλελευθερισμού στην οποία ανήκει ο κος Μητσοτάκης και εφάρμοσε στο παρελθόν η Μάργκαρετ Θάτσερ. Πρόκειται για ένα μοντέλο πολιτικής με ακραία λιτότητα το οποίο απέτυχε. Εμείς ανήκουμε σε μια πολιτική οικογένεια η οποία θεωρεί δίκαιη ανάπτυξη την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των πολλών. Για παράδειγμα, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα αποβεί ευεργετική στην οικονομία και η χώρα θα κερδίσει σε ανταγωνιστικότητα. Κόντρα στην αντίληψη του φιλελευθερισμού που θέλει την ανάπτυξη να στηρίζεται στη συντριβή της εργασίας με μειώσεις του μισθολογικού κόστους, εμείς υποστηρίζουμε ότι για να μπορέσεις να έχεις βιώσιμη και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη θα πρέπει να την στηρίξεις πάνω στην ενίσχυση του εισοδήματος των πολλών.

Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί σπουδαίο πολιτικό επίτευγμα. Λειτούργησε ως καταλύτης για την αναδιαμόρφωση των πολιτικών συμμαχιών και συγκλίσεων και έδωσε το έναυσμα για πρωτοβουλίες διαλόγου με τις προοδευτικές δυνάμεις. Όμως το προοδευτικό αυτό μέτωπο δεν μπορεί να έχει μονοθεματικο χαρακτήρα.

Η διεύρυνση του προοδευτικού χώρου είναι αναγκαία για τη δημιουργία ενός μετώπου με σαφή πολιτικό προσανατολισμό ώστε να μπορέσει να εκφράσει τις προσδοκίες και τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε αντιπαράθεση με πολιτικούς χώρους που εκφράζουν εθνικιστική ρητορική και έχουν επιδοθεί το τελευταίο χρονικό διάστημα σε ένα εμπόριο μίσους και μισαλλοδοξίας. Επομένως, αν είναι να συζητήσουμε για ευρύτερες πολιτικές συγκλίσεις που υπερβαίνουν το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, πρέπει να τεθούν στο τραπέζι του διαλόγου και αλλά ζητήματα, όπως τα εργασιακά, της επαναρύθμισης της αγοράς εργασίας, ζητήματα που θα σχετίζονται με την για πρώτη φορά οικοδόμηση ενός στέρεου και καθολικού κοινωνικού κράτους, ζητήματα που αφορούν την αντιστροφή των όρων της λιτότητας της οποίας οι συνέπειες λειτουργούν και ως πεδίο για να καλλιεργηθούν εθνικιστικές απόψεις μέσα σε μια κοινωνία ή και να δημιουργηθούν ακροδεξιά πολιτικά ρεύματα.

Ο κος Ραγκούσης με τη Συμφωνία των Πρεσπών πήρε μια πολύ καθαρή τοποθέτηση η οποία ήταν σε πολύ μεγάλη απόσταση από αυτήν που πήρε το ΚΙΝΑΛ. Αυτό δημιουργεί ένα έδαφος πολιτικού διαλόγου. Το ότι συζητάμε, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα ταυτιστούμε και με απόψεις. Ο καθένας από εμάς έχει τη δίκη του πολιτική ιστορία και τις δικές του καταβολές. Μπορεί ο κ. Ραγκούσης να υπήρξε πράγματι πολιτικό στέλεχος και να υπηρέτησε τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ από θέσεις ευθύνης. Όμως από εκεί και πέρα οι πολιτικές επιλογές που κάνει κάποιος δεν έχουν τον χαρακτήρα του προπατορικού αμαρτήματος. Ο καθένας, με το πέρασμα του καιρού, μπορεί να αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον τρόπο με τον οποίο οφείλει να λειτουργήσει στο πολιτικό πεδίο. Ο κάθε πολιτικός ή μη πολιτικός που τοποθετείται στη δημόσια σφαίρα πρέπει να κρίνεται την κάθε φορά. Εμείς αυτό που επιδιώκουμε είναι να ανοίξουμε ένα διάλογο. Θα ήταν πολιτική τύφλωση από τη μεριά μας να μην αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει ένα πολιτικό ρεύμα στην Ευρώπη που εκβάλλει και στα ελληνικά πράγματα και το οποίο στέκεται αυτοκριτικά στο παρελθόν του.  

Για το θέμα των υποψηφιοτήτων που θα στηρίξει ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Μαΐου και ειδικά για την Περιφέρεια εξήγησα στους εκπροσώπους του τύπου πως ο γραμματέας μας, ο κ. Παυλιδακης, είναι σε αυτοδιοικητικά ζητήματα αρμοδιότερος εμού. Από την ενημέρωση που έχω πάντως, σε επίπεδο Κρήτης οι επαφές που γίνονται είναι σε καλό δρόμο.

Η αποδέσμευση της ΕΡΤ από τη Digea είναι ένα παρά πολύ σημαντικό βήμα. Η ΕΡΤ περνάει σε μια νέα αποχή, αποδεσμεύεται από ιδιωτικά συμφέροντα και νομίζω ότι αυτή η εξέλιξη εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας και από το αρμόδιο υπουργείο αλλά και τη νέα διοίκηση της ΕΡΤ για να δημιουργηθεί ένα κανάλι που πραγματικά θα μπορεί να ανταποκρίνεται στις ανάγκες για αντικειμενική ενημέρωση και ποιοτική ψυχαγωγία.

Συνέντευξη στον ρ/σ «ΕΡΑ Κρήτης» και τους δημοσιογράφους Δ. Καρυωτάκη και Σ. Κατσουλάκη

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ:  Έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε τηλεφωνικά στον σταθμό μας, τον Υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, τον κ. Δημήτρη Τζανακόπουλο. Κύριε Υπουργέ, καλημέρα.

ΚΑΤΣΟΥΛΑΚΗ: Καλημέρα σας.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καλή σας ημέρα. Καλό μήνα.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Καλώς ήρθατε στο νησί μας. Καλό μήνα. Νομίζω, πρώτη επίσκεψη με την ιδιότητα του Υπουργού Επικρατείας.  

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Με την ιδιότητα αυτή, ναι, από ό,τι θυμάμαι. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Λοιπόν. Η επίσκεψή σας, βεβαίως, έχει φόντο τη βραδινή εκδήλωση. Έτσι; 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Μια εκδήλωση που γίνεται…

ΚΑΤΣΟΥΛΑΚΗ: …από την «Πρωτοβουλία Πολιτών Ηρακλείου για την Ενότητα των Προοδευτικών Δυνάμεων» και, ουσιαστικά, αυτό είναι και το θέμα. Δηλαδή, η ανάγκη σύγκλισης των προοδευτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Ευρώπη. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Μια πρώτη εκδήλωση σε επίπεδο Κρήτης, τουλάχιστον, μετά τις Πρέσπες. Μία εκδήλωση που παίρνει χαρακτηριστικά, θα λέγαμε, συζήτησης για το σκηνικό το πολιτικό, το οποίο διαμορφώνεται.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω, ότι παίρνει χαρακτηριστικά μιας συζήτησης για το αύριο του προοδευτικού χώρου και της αριστεράς, η οποία οφείλω να πω ότι, με καταλύτη την Συμφωνία των Πρεσπών, έχει ανοίξει σε ολόκληρη την Ελλάδα και φιλοδοξούμε να πάει και αρκετά ακόμα παραπέρα. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Τι μηνύματα παίρνετε, κ. Υπουργέ, γι αυτή την κουβέντα; Δηλαδή, το γεγονός ότι άνοιξαν οι «ασκοί του Αιόλου» σε σχέση με το παρόν και το μέλλον των προοδευτικών δυνάμεων…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Οι «ασκοί του Αιόλου» νομίζω ότι έχουν ανοίξει στην Ευρώπη, αλλά όχι εξαιτίας των προοδευτικών δυνάμεων της αριστεράς. Έχουν ανοίξει εξαιτίας της έντονης λαϊκής δυσαρέσκειας, η οποία βρίσκει πολιτική έκφραση σε αρκετές χώρες, κυρίως της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, στην ακροδεξιά. Και βλέπουμε ότι και εδώ, στην χώρα μας, υπάρχουν τέτοια πολιτικά ρεύματα και νομίζω ότι είναι αναγκαία μια συμπόρευση, είναι αναγκαίες οι πολιτικές συγκλίσεις, είναι αναγκαίος ο πολιτικός διάλογος μεταξύ των προοδευτικών δυνάμεων, της αριστεράς, της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, της φιλελεύθερης κεντροαριστεράς, για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα του καιρού μας, ένα από τα οποία, το κεντρικό ίσως, είναι με ποιο πολιτικό πρόγραμμα, με ποια πολιτικά προτάγματα πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά για να μπορέσουμε να γίνουμε εμείς, ο χώρος ο προοδευτικός και ο αριστερός, εκφραστές της λαϊκής δυσαρέσκειας από τη μία μεριά, αλλά και των λαϊκών προσδοκιών από την άλλη, για μια καλύτερη ζωή, για μία βελτίωση της καθημερινότητας και του επιπέδου ζωής. Νομίζω αυτά είναι τα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα του καιρού μας και σε αυτά θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε το απόγευμα.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, την ίδια ώρα, όμως, από το ΚΙΝΑΛ κατηγορούν, ας πούμε, τον ΣΥΡΙΖΑ ότι προσπαθεί να καπηλευθεί το χώρο αυτό, προσπαθεί να λεηλατήσει –μάλλον- το χώρο αυτό… 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εντάξει, ναι. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: …και δεν γίνεται με όρους, ας πούμε, μιας προγραμματικής συμφωνίας ή μιας συζήτησης, αλλά γίνεται με όρους είτε μεταγραφολογίας είτε μιας κουβέντας, που δεν είναι πολιτικά ορθή, θα έλεγε κανείς. 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν θα μπορούσε να είναι αυτή η επισήμανση πιο μακριά από την πραγματικότητα. Νομίζω ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Αν το ΚΙΝΑΛ έχει να κατηγορεί κάποιον για το γεγονός ότι προοδευτικός κόσμος, κόσμος, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, εντασσόταν ή καταγωγικά προερχόταν από τον χώρο της κεντροαριστεράς, σιγά – σιγά μετατοπίζεται και βλέπει ότι ο πολιτικός φορέας που μπορεί να εκφράσει τις πολιτικές του ανησυχίες, τις πολιτικές του θέσεις, δεν βρίσκεται στο ΚΙΝΑΛ, αλλά βρίσκεται στην ευρύτερη προοδευτική σύγκλιση με τον ΣΥΡΙΖΑ και την αριστερά. Αν, λοιπόν, κάποιον θα είχε να κατηγορεί το ΚΙΝΑΛ, θα ήταν τον εαυτό του. Και θα σας πω γιατί. Το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, φυσικά, ήταν καταλύτης, και νομίζω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι πρόκειται για ένα κορυφαίο προγραμματικό ζήτημα, στη βάση του οποίου εκκίνησε αυτός ο διάλογος, εκκίνησε αυτή η συζήτηση, εκκίνησαν όλες αυτές οι πρωτοβουλίες σύγκλισης. Άρα, λοιπόν, καμία σχέση με μεταγραφολογία δεν έχει όλη αυτή η πολιτική κινητικότητα, αν θέλετε, αντιθέτως, εκκινεί από πραγματικές πολιτικές ανάγκες και από κοινές απαντήσεις που δίδονται σε ένα πολιτικό ερώτημα, που είναι υψηλότατης σημασίας και υψηλότατης καταγραφής στη δημόσια συζήτηση, της Συμφωνίας των Πρεσπών. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, εκεί που σας λένε, εκεί που σας κατηγορούν ότι η ιστορία με τις Πρέσπες, ήταν αιτία ή αφορμή σε σχέση με την αναδιάταξη του προοδευτικού χώρου, δηλαδή ήταν ας πούμε…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε. Θα σας πω. Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν καταλύτης και θα σας εξηγήσω ακριβώς, τι εννοώ. Το ΚΙΝΑΛ στη Συμφωνία των Πρεσπών αποφάσισε να βάλει σφραγίδα, και να θέσει ένα πολύ σαφές πολιτικό στίγμα μέσω της ταύτισής του, όχι μόνο με την πολιτική τοποθέτηση της ΝΔ, της ακραίας πια ΝΔ, η οποία αρνήθηκε να υποστηρίξει τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και μέσω της επιχειρηματολογίας την οποία ανέδειξε και η πολιτική του ηγεσία και πολλοί από τους βουλευτές του μέσα στο Κοινοβούλιο. Απομακρύνθηκε από την πολιτική του παράδοση, απομακρύνθηκε από μία στάση κεντροαριστερής η σοσιαλδημοκρατικής μετριοπάθειας και, ακριβώς, για αυτό τον λόγο, νομίζω, ότι το ίδιο πυροδότησε τη διαδικασία αποσύνθεσής του. Το Ποτάμι σας θυμίζω ότι έφυγε από το ΚΙΝΑΛ με αφορμή, μάλλον όχι με αφορμή, με αιτία τη Συμφωνία των Πρεσπών, η ΔΗΜΑΡ αποχωρεί από το ΚΙΝΑΛ, επίσης με αιτία τη Συμφωνία των Πρεσπών και την τοποθέτηση του ΚΙΝΑΛ σε σχέση με αυτό το ζήτημα, και, από εκεί και πέρα, νομίζω ότι με τον τρόπο αυτό, πλέον, το ΚΙΝΑΛ απέδειξε με τον πιο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, ότι η σύγκλισή του με τη ΝΔ έχει φτάσει στο επίπεδο της ταύτισης πια. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, με αφορμή την αποψινή κουβέντα για τη σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων, θα ήθελα να σας ρωτήσω, θα έχουμε έκφραση στις ευρωεκλογές; Αυτό το πρόσημο, δηλαδή, της σύγκλισης, θα έχει χαρακτήρα  συμμετοχής;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό που μπορώ εγώ να σας πω για τον ΣΥΡΙΖΑ και για τον τρόπο που θα πορευτεί η Αριστερά, είναι συγκεκριμένο. Δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει στο κόμμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Ως πολιτική δύναμη, κεντρική μέσα στο κόμμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς, μιλήσαμε από την πρώτη στιγμή για μια ανάγκη ευρύτερης συμπαράταξης, αν θέλετε, στο επίπεδο της Ευρώπης όλων των δυνάμεων, από τη Σοσιαλδημοκρατία μέχρι τους Πράσινους. Αυτό δεν έγινε εφικτό. Άνοιξε, όμως, ένας πολιτικός διάλογος. Και στη βάση αυτού του πολιτικού διαλόγου και στη βάση του στόχου να αποκρουστεί η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη συνολικά, είναι προφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Και θα το κάνει αυτό, με έναν τρόπο ανοιχτό, αναζητώντας πολιτικές συγκλίσεις με πρόσωπα, με πολιτικούς φορείς, με οργανώσεις, με κινήματα.

Τώρα, ο τρόπος έκφρασης στην εκλογική μάχη είναι κάτι το οποίο νομίζω, ότι δεν είναι της στιγμής αυτής. Έχουμε καιρό ακόμη μέχρι τις εκλογές. Αλλά, παρ΄  όλα αυτά, είναι δεδομένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα κινηθεί με μια ανοιχτή ματιά και προσπαθώντας να συσπειρώσει όσο το δυνατόν πιο πλατιές δυνάμεις σε αυτή τη μάχη.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ:  Η μάχη της 26ης Μαΐου, θα είναι μάχη μόνο για τις ευρωεκλογές; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε, είδε, τέλος πάντων ή προέβλεψε ότι μπορεί να είναι μάχη και για τις εθνικές εκλογές.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο στόχος της κυβέρνησης έχει πολλάκις διακηρυχθεί και είναι η ολοκλήρωση της συνταγματικής θητείας της κυβέρνησης. Έχουμε πάρα πολλά πράγματα να κάνουμε ακόμα. Έχουμε να ολοκληρώσουμε τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Έχουμε να ολοκληρώσουμε τον διάλογο με την Εκκλησία. Έχουμε ακόμα πάρα πολλές νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες σκοπεύουν να λύσουν μικρά και μεγάλα προβλήματα, να ενισχύσουν το κοινωνικό κράτος, να αναδιαμορφώσουν και να ανασυγκροτήσουν τους διοικητικούς θεσμούς, να ελαφρύνουν τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Επομένως, το πολιτικό έργο της κυβέρνησης έχει ορίζοντα τη λήξη της τετραετίας.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Άρα, λοιπόν, λέτε ότι δεν μπορεί να περιοριστεί μέχρι τις 26 Μαΐου, δεν προλαβαίνετε να αναπτύξετε το αφήγημά σας.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι. Δεν είναι ζήτημα αφηγήματος απλά. Το αφήγημά μας αναπτύσσεται καθημερινά, εδώ και αρκετό καιρό. Είναι ζήτημα συγκεκριμένων πολιτικών πρωτοβουλιών, αλλά είναι και ζήτημα που αφορά την ίδια την πολιτική σταθερότητα. Δηλαδή, εμείς αυτό το οποίο θέλουμε να δώσουμε, είναι ένα σήμα ότι για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια ολοκληρώνεται, μετά από μια 15ετία θα έλεγε κανείς, ολοκληρώνεται η τετραετία. Περνάμε σε μια φάση πολιτικής ομαλότητας και πολιτικής σταθεροποίησης. Και νομίζω ότι αυτό είναι ένα μήνυμα, το οποίο έχει ανάγκη να το ακούσει ολόκληρος ο κόσμος. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Θα σας πουν, βέβαια, πολλοί κύριε Υπουργέ, θα αντέξετε; 

ΚΑΤΣΟΥΛΑΚΗ: Δεν είναι εύθραυστο αυτό το οποίο ζούμε;

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Αυτό το 146, αυτό το 145 συν…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν είναι 145. Είναι 151, καθώς, όπως ξέρετε, μας έλεγαν ότι δεν θα αντέξουμε εάν δεν πάμε σε ψήφο εμπιστοσύνης. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως της εκτίμησης που μπορεί να είχε κανείς γι΄ αυτό, εμείς προχωρήσαμε, ζητήσαμε την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής. Έχουμε την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής. Το ζήτημα της κυβερνητικής σταθερότητας έχει κριθεί. Από εκεί και πέρα, έχουμε κερδίσει τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες από την ημέρα της ψήφισης της εμπιστοσύνης. Έχουμε κερδίσει δύο νομοσχέδια κομβικά με ονομαστικές ψηφοφορίες και φυσικά έχουμε καταφέρει να κυρώσουμε τη Συμφωνία των Πρεσπών με μια πλειοψηφία, η οποία ήταν ευρύτερη ακόμα και από την πλειοψηφία που συγκεντρώσαμε στην ψήφο εμπιστοσύνης. Επομένως, για μένα και για την κυβέρνηση δεν τίθεται κανένα ζήτημα κυβερνητικής σταθερότητας. Το αντίθετο ισχύει. Η κυβέρνηση είναι απολύτως σταθερή και δεν έχει κανένα πρόβλημα να ολοκληρώσει το νομοθετικό της έργο. Και αυτό μπορεί ο καθένας να το διαπιστώσει, κοιτώντας, κατ΄ αρχήν, τις ονομαστικές ψηφοφορίες. Και να σας πω και κάτι ακόμα; Εμείς είμαστε έτοιμοι να πηγαίνουμε σε ονομαστικές ψηφοφορίες μέχρι τον Οκτώβριο. Κανένα πρόβλημα δεν έχουμε με αυτό. Ο μόνος που θα έχει πρόβλημα είναι ο κύριος Μητσοτάκης. Ούτως ή άλλως, θεωρούμε ότι με τον τρόπο αυτό, πιθανόν, ενδεχόμενα, να αναβαθμίζεται και ο ρόλος του βουλευτή μέσα στο Κοινοβούλιο, που είναι να συζητά, να καταθέτει απόψεις και φυσικά να ψηφίζει πάντοτε με βάση τη συνείδησή του.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Τζανακόπουλε, λένε ότι η ιστορία με τη νομοθετική ρύθμιση, την οποία προωθείτε για τη διατήρηση των κοινοβουλευτικών ομάδων είναι ουσιαστικά ένα δωράκι…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν υπάρχει καμία τέτοια νομοθετική ρύθμιση. Δεν υφίσταται τέτοια νομοθετική ρύθμιση. 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Δεν θα…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εμείς αυτό που είπαμε χθες, ήταν ότι έχει δημιουργηθεί μια συνθήκη στο ελληνικό Κοινοβούλιο επί της οποίας θα πρέπει να τοποθετηθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις. Σκεφτείτε το εξής. Εξαιτίας της διαμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού κατά την περίοδο της κρίσης, έχουν προκύψει μια σειρά από ζητήματα με κυριότερο το εξής: πολιτικά κόμματα, τα οποία έχουν λάβει το 3% στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, έχουν λάβει πάνω από 3%, είτε έχουν βρεθεί χωρίς Κ.Ο, όπως είναι «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ», είτε κινδυνεύουν, ενδεχομένως, να βρεθούν χωρίς Κ.Ο, με δεδομένες δηλώσεις οι οποίες  έχουν γίνει. Εμείς τι λέμε; Λέμε, ότι πρέπει να ανοίξει ένας πολιτικός διάλογος, να τοποθετηθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις σε σχέση με τον τρόπο που θεωρούν ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί αυτό το ζήτημα. Εμείς δεν θεωρούμε ορθό πολιτικά να διαλύονται κοινοβουλευτικές ομάδες ή, εν πάση περιπτώσει, να αποστερούνται τα πολιτικά κόμματα των δικαιωμάτων…

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Και των προνομίων που έχουν.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν είναι ζήτημα προνομίων. Είναι ζήτημα δικαιωμάτων, κατά τη γνώμη μου, που έχουν από τον Κανονισμό της Βουλής, εξαιτίας αποχωρήσεων βουλευτών. Επομένως, εδώ είναι μια πολιτική συνθήκη, η οποία και ενόψει απλής αναλογικής θα πρέπει να συζητηθεί και να συζητηθεί με μια σοβαρότητα…

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, διάλογο θα ανοίξετε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: …μακριά από τους τακτικισμούς των εκλογικών επιτελείων, αν θέλετε, ιδιαίτερα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εμείς θέλουμε έναν πολιτικό διάλογο, να τοποθετηθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας καθαρά και με σαφήνεια, για το πώς θα πρέπει το ελληνικό Κοινοβούλιο να αντιμετωπίσει το θέμα αυτό, εφόσον, και όταν προκύψει.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Και κάτι τελευταίο, για να κλείσουμε. Έχετε συνάντηση με τον κ. Αρναουτάκη σε λίγο. Τοπικά, δεν έχουμε ακόμα επίσημη ανακοίνωση, από τα κεντρικά, τι θα κάνετε βεβαίως, σε επίπεδο Περιφέρειας. Προφανώς, θα στηρίξετε τον Σταύρο Αρναουτάκη, αλλά επίσημη υποψηφιότητα δεν έχουμε ακόμα. Όπως, δεν έχουμε και για τον Δήμο Ηρακλείου, βέβαια, για παράδειγμα…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εννοείτε για το χρίσμα; 

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Ναι, για το χρίσμα, για τη στήριξη.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εμείς δεν συνηθίζουμε να λειτουργούμε με αυτόν τον τρόπο. Οι δηλώσεις που έχει κάνει και ο ίδιος ο Πρόεδρος του κόμματος, είναι υπέρ αυτής της πολιτικής σύγκλισης, μιας προσπάθειας να υποστηριχθούν δυνάμεις προοδευτικές. Και νομίζω ότι ο κ. Αρναουτάκης πρέπει να παίξει κεντρικό ρόλο σε αυτή την μεγάλη προσπάθεια. Τώρα, από εκεί και πέρα, χρίσματα από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ, κατά τον τρόπο με τον οποίο δίνονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις και ιδιαίτερα από τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, δεν θα δείτε.

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Κύριε Υπουργέ, σας ευχαριστούμε πολύ για την κουβέντα που είχαμε. Καλή συνέχεια. Καλή εξέλιξη της παρουσίας σας σήμερα στο Ηράκλειο. Να είστε καλά.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να είστε καλά.

  • 1
  • 2