Δημήτρης Τζανακόπουλος

Βουλευτής Α΄ Αθήνας
Ενημέρωση των διαπιστευμένων πολιτικών συντακτών και ανταποκριτών ξένου τύπου

Κύρια σημεία

→ Θεωρούμε θετική την πρόοδο των συζητήσεων για το Κυπριακό αλλά και την ανταλλαγή χαρτών. Κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ανοικτά.
→ Η Πολυμερής Διάσκεψη για το Κυπριακό ξεκινά σήμερα στη Γενεύη τόσο με τη συμμετοχή του ΓΓ του ΟΗΕ όσο και του Προέδρου της Ευρ. Επιτροπής.
→ Η ελληνική πλευρά εκπροσωπείται στην Διάσκεψη από τον ΥΠΕΞ κ. Νίκο Κοτζιά. Ο ΠΘ θα μεταβεί εφόσον διαφανεί δυνατότητα εξεύρεσης λύσης.
→ Βρισκόμαστε σε στενό συντονισμό και διαρκή επικοινωνία με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Αναστασιάδη.
→ Εκφράζω την ικανοποίησή μας για το γεγονός ότι οι θέσεις μας για τα θέματα ασφάλειας έχουν αποκτήσει υποστήριξη από την ΕΕ.

→ Οι θέσεις μας για τη 2η αξιολόγηση παραμένουν σταθερές. Συνεχίζουμε να τονίζουμε την ανάγκη για ταχεία ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων.
→ Επαναλαμβάνω ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν μπορεί να περιλαμβάνει νομοθέτηση νέων μέτρων για μετά τη λήξη του προγράμματος.
→ Επαναλαμβάνω ότι απαραίτητη προϋπόθεση είναι και η αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
→ Οι όποιες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων οφείλονται στις διαφορετικές εκτιμήσεις των Ευρωπαϊκών θεσμών και του ΔΝΤ.
→ Από την μεριά μας έχουμε τηρήσει τα συμφωνηθέντα και περιμένουμε από τις υπόλοιπες πλευρές να κάνουν το ίδιο.
→ Παράλογες απαιτήσεις και απαιτήσεις εκτός της υπάρχουσας συμφωνίας δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές.

→ Από την πλευρά του κρατικού μηχανισμού έχουμε κάνει για την κακοκαιρία ότι είναι ανθρωπίνως δυνατόν για να ελαχιστοποιήσουμε τα προβλήματα.
→ Σε ό,τι αφορά ειδικά τους προσφυγικούς καταυλισμούς εκεί πράγματι παρατηρήθηκαν τα μεγαλύτερα προβλήματα.
→ Τα προβλήματα σήμερα έχουν περιοριστεί. Σχεδόν για το σύνολο των φιλοξενουμένων έχει εξασφαλισθεί ασφαλής διαμονή.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Η ατζέντα σήμερα είναι εξαιρετικά πλούσια.

Ξεκινώ φυσικά με τις συνομιλίες στη Γενεύη για το Κυπριακό. Είναι θετική η πρόοδος που έχει συντελεστεί στις συζητήσεις αλλά και η ανταλλαγή χαρτών μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς για πρώτη φορά μετά το 1974. Ωστόσο κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ακόμη ανοιχτά. Όπως γνωρίζετε η Πολυμερής Διάσκεψη ξεκινά σήμερα με τη συμμετοχή του Γ.Γ. του ΟΗΕ κ. Αντόνιο Γκουτέρες αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία εκπροσωπείται στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο από τον πρόεδρο της Κομισιόν κύριο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.

Η ελληνική πλευρά εκπροσωπείται στην Διάσκεψη από τον Υπουργό Εξωτερικών κ. Νίκο Κοτζιά ενώ ο Πρωθυπουργός θα μεταβεί στη Γενεύη εφόσον διαφανεί δυνατότητα εξεύρεσης λύσης.

Βρισκόμαστε σε στενό συντονισμό και διαρκή επικοινωνία με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Αναστασιάδη και συνεχίζουμε να είμαστε αυστηρά προσηλωμένοι στην εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης λύσης στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ και της ιδιότητας της Κύπρου ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θέλω  να εκφράσω την ικανοποίηση μας για το γεγονός ότι οι θέσεις μας σε ότι αφορά τα ζητήματα ασφάλειας έχουν αποκτήσει υποστήριξη από την ΕΕ αλλά και από το γεγονός ότι στην Ελλάδα έχουμε πετύχει μια συνεννόηση για τους όρους μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού.

Σε ό,τι αφορά τώρα τα θέματα των συζητήσεων για την ολοκλήρωση της β΄ αξιολόγησης:

Ο Υπουργός Οικονομικών συναντήθηκε χθες με τον Γάλλο ομόλογο του κ. Μισέλ Σαπέν και είχαν μια εποικοδομητική συζήτηση τόσο σε ότι αφορά την διαδικασία όσο και την ουσία των ανοιχτών θεμάτων.

Σήμερα ο Υπουργός Οικονομικών θα συναντηθεί με τον Επίτροπο Οικονομικών της ΕΕ κ. Πιερ Μοσκοβισί ενώ σε λίγες ώρες πρόκειται να συνεδριάσει το Euro Working Group ώστε να προετοιμάσει το  Euro Group  της 26ης Ιανουαρίου.

Οι θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης παραμένουν σταθερές και συνεχίζουμε να τονίζουμε την ανάγκη για ταχεία ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων ώστε να κλείσει σε σύντομο χρόνο η β’ αξιολόγηση και να ενταχθούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ εντός του πρώτου τριμήνου του 2017.

Επαναλαμβάνω ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν μπορεί να περιλαμβάνει νομοθέτηση νέων μέτρων για μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ απαραίτητη προϋπόθεση είναι και η αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και ο τερματισμός της ιδιότυπης κατάστασης εξαίρεσης στην οποία τελεί η ελληνική αγορά εργασίας, μετά τις αποφάσεις τις οποίες υλοποίησαν  η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, από το 2011και μετά.

Γνωρίζετε καλά ότι οι όποιες καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων οφείλονται στις διαφορετικές εκτιμήσεις των Ευρωπαϊκών θεσμών και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Πρόκειται δηλαδή για πολιτικό θέμα, που δεν επιλύεται σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων αλλά απαιτεί την εποικοδομητική στάση όλων των πλευρών.

Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι οι διαφωνίες εντοπίζονται στο δημοσιονομικό μονοπάτι που θα πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα μετά τη λήξη του προγράμματος και στο άμεσα συνδεόμενο ζήτημα της ρύθμισης του ελληνικού χρέους.

Από την μεριά μας έχουμε τηρήσει τα συμφωνηθέντα και περιμένουμε και από όλες τις υπόλοιπες πλευρές να πράξουν το ίδιο. Αυτό σημαίνει, επαναλαμβάνω  ότι παράλογες απαιτήσεις και απαιτήσεις εκτός της υπάρχουσας συμφωνίας δεν πρόκειται να γίνουν αποδεκτές.

Θέλω σε αυτό το σημείο να τονίσω ότι δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για ένταξη του αφορολόγητου στον αυτόματο δημοσιονομικό διορθωτή, για αύξηση του ενδιάμεσου ΦΠΑ στα καταναλωτικά είδη πρώτης ανάγκης ή κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις κύριες συντάξεις δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Όπως δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα και δημοσιεύματα περί αρνητικού κλίματος μεταξύ Ελλάδας και Κομισιόν και περί δήθεν αγανάκτησης που επικρατεί στις τάξεις των ευρωπαϊκών θεσμών. Όλοι γνωρίζουν ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα  είναι δομικά και αφορούν  την στάση και τις θέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Θέλω να κλείσω με μια αναφορά στις έκτακτες καιρικές συνθήκες, που ταλαιπώρησαν και συνεχίζουν να ταλαιπωρούν πολίτες σε αρκετές περιοχές της Επικράτειας. Από την πλευρά του κρατικού μηχανισμού, έχουμε κάνει ότι είναι ανθρωπίνως δυνατόν για να ελαχιστοποιήσουμε τα προβλήματα με δεδομένη την σφοδρότητα της κακοκαιρίας, που συνεχίζεται για 9η μέρα, αν και σήμερα με σαφή τάση αποκλιμάκωσης. Στις επιχειρήσεις συμμετέχουν τόσο η Πυροσβεστική όσο και ο ελληνικός στρατός.

Παρά τις δυσκολίες, η χώρα παρέμεινε λειτουργική στο μεγαλύτερο μέρος της με ανοιχτούς τους μεγαλύτερους οδικούς άξονες, αν και παρατηρήθηκαν προβλήματα που κάνουμε ότι μπορούμε για να αντιμετωπίσουμε.

Κυρίως στην Εύβοια, στην Αλόννησο και τη Σκόπελο αλλά και σε τμήματα του σιδηροδρομικού δικτύου. Για τις βλάβες που παρατηρήθηκαν στο σιδηροδρομικό δίκτυο έχει εξάλλου διαταχθεί ΕΔΕ από τον αρμόδιο Υπουργό κ. Σπίρτζη.

Σε ό,τι αφορά ειδικά τους προσφυγικούς καταυλισμούς, εκεί πράγματι παρατηρήθηκαν τα μεγαλύτερα προβλήματα. Αλλά τόσο στη χώρα μας, όπως εξάλλου και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες,  ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί ένα τόσο σφοδρό κύμα κακοκαιρίας και μάλιστα ταυτόχρονα σε ολόκληρη την επικράτεια. 

Τα προβλήματα σήμερα έχουν περιοριστεί. Το αρματαγωγό Λέσβος έχει ήδη καταπλεύσει στη Μυτιλήνη, ενώ σχεδόν για το σύνολο των φιλοξενουμένων έχει εξασφαλισθεί ασφαλής διαμονή.

Παρακαλώ τις ερωτήσεις σας.

ΦΑΣΟΥΛΑΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, έχετε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο σε δηλώσεις σας να υπάρξει μια δεύτερη επικοινωνία ανάμεσα στον Πρωθυπουργό και στον κ. Ερντογάν. Υπάρχει περίπτωση αυτή η επικοινωνία να γίνει κατά τη διάρκεια της ημέρας;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Είμαστε σε στενή παρακολούθηση των συνομιλιών. Αν χρειαστεί νέα συνομιλία, θα γίνει. Αυτή τη στιγμή η πολυμερής διάσκεψη, όπως γνωρίζετε, δεν έχει καν αρχίσει. Επισήμως, οι συζητήσεις ξεκινούν περίπου στις 6 η ώρα το απόγευμα. Παρακολουθούμε στενά και αναλόγως θα πράξουμε.

ΒΙΤΑΛΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, είπατε και προηγουμένως ότι είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο ο Πρωθυπουργός να μεταβεί στη Γενεύη, αν διαφανεί πιθανότητα λύσης. Θα ήθελα να σας ρωτήσω, θα μεταβεί αν διαφανεί πιθανότητα λύσης, ακόμη και αν η τουρκική πλευρά εκπροσωπηθεί όχι από τον κ. Ερντογάν, αλλά από άλλον υψηλόβαθμο παράγοντα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ελληνική κυβέρνηση είναι προσηλωμένη σε μια σκληρή προσπάθεια για την εξεύρεση λύσης. Έχουμε εξαρτήσει την παρουσία του Πρωθυπουργού στη Γενεύη από την πιθανότητα εξεύρεσης λύσης και μόνο. Από εκεί και πέρα, το επίπεδο εκπροσώπησης της τουρκικής πλευράς το αποφασίζει η τουρκική πλευρά και εκ μέρους μας δεν έχουμε την πρόθεση να εμπλακούμε στη συζήτηση που γίνεται στην Τουρκία και σχετίζεται με την ίδια την πολιτειακή διάρθρωση. Αν η τουρκική πλευρά επιλέξει τη συμμετοχή της στην πολυμερή διάσκεψη σε επίπεδο Πρωθυπουργού, αυτό είναι θέμα της τουρκικής πλευράς. Επαναλαμβάνω ότι το σημαντικό είναι το να διαφανεί πιθανότητα εξεύρεσης συμφωνίας.

ΑΝΤΩΝΙΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, μέχρι πριν από μια εβδομάδα η θέση της ελληνικής πλευράς ήταν ότι η πολυμερής διάσκεψη δεν μπορεί να είναι επιτυχής αν δεν προηγηθεί διμερής συνάντηση ανάμεσα στον κ. Τσίπρα και στον κ. Ερντογάν για να επιλυθεί το θέμα των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Αυτή, ως θέση, έχει εγκαταλειφθεί πια και αν ναι, τι έχει αλλάξει;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όπως γνωρίζετε, ο Πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Τουρκίας είχαν μια μακρά τηλεφωνική συνομιλία. Αυτό το οποίο, ωστόσο, υποστηρίζαμε είναι ότι χρειαζόταν μια συνάντηση, έτσι ώστε να υπάρξουν οι προϋποθέσεις για να γεφυρωθεί το χάσμα που υπάρχει μεταξύ των ελληνικών θέσεων και των αντίστοιχων τουρκικών θέσεων για τα ζητήματα των εγγυήσεων και των τουρκικών στρατευμάτων. Αυτό το οποίο μας απασχολεί δεν είναι το διαδικαστικό μέρος του επιχειρήματος. Αυτό το οποίο μας απασχολεί είναι η ουσία. Δηλαδή, αν υπάρχει διάθεση από όλες τις πλευρές, έτσι ώστε να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση σε ό,τι αφορά τα ζητήματα της ασφάλειας, στα οποία εμπλέκεται, όπως γνωρίζετε, η ελληνική πλευρά. Τότε, ο Πρωθυπουργός θα μεταβεί στη Γενεύη και θα έχουμε την πιθανότητα για την εξεύρεση μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού. Αυτό το οποίο μας απασχολεί δεν είναι η διαδικασία. Αυτό το οποίο μας απασχολεί είναι η ουσία των ζητημάτων.

ΜΑΝΗ: Κύριε Εκπρόσωπε, για την κυβέρνηση το κλείσιμο της β΄  αξιολόγησης και η ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση πάνε πακέτο; Σας ρωτώ διότι από χθες κυκλοφορούν πληροφορίες από ευρωπαϊκές πηγές, ευρωπαϊκά δίκτυα ότι είναι ανοικτό το ενδεχόμενο να κλείσει η β΄ αξιολόγηση, αλλά να μείνει ανοιχτή η ένταξη του QE, μέχρι να συζητηθούν και όποτε τα μεσοπρόθεσμα, που τα έχει θέσει ως προαπαιτούμενο ο κ. Κερέ.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εγώ δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να σχολιάσω δημοσιεύματα. Αυτό το οποίο γνωρίζουμε, είναι ότι εκ μέρους του Διοικητή της ΕΚΤ έχει σαφώς υποστηριχθεί ότι σε περίπτωση που έχουμε κλείσιμο της β΄  αξιολόγησης, τότε ανοίγει ο δρόμος για την ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, καθώς το βασικό ζήτημα είναι η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Αν το ελληνικό χρέος κρίνεται βιώσιμο, τότε ανοίγει ο δρόμος για την ένταξη της χώρας μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Είμαστε αισιόδοξοι ότι εφόσον έχουμε μια θετική εξέλιξη στο ζήτημα της β΄  αξιολόγησης θα έχουμε και τη δυνατότητα να ενταχθούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εντός του πρώτου τριμήνου του 2017.

ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, σκέπτεται η κυβέρνηση να θεσμοθετήσει, για λόγους ισονομίας, την αυτόματη άρση της ασυλίας του μηνυτή πολίτη έναντι του μηνυόμενου πολίτη;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Είναι ένα ανοικτό θέμα προς συζήτηση. Έχουμε ήδη δηλώσει κατά τη μεγάλη εκδήλωση που κάναμε για την αναθεώρηση του Συντάγματος τον Ιούλιο  του 2016, ότι το ζήτημα της ασυλίας των βουλευτών θα τεθεί υπό επανεξέταση στη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Νομίζω ότι αυτό καλύπτει την ουσία του ερωτήματός σας.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Από τη σιωπή της κυβέρνησης στο θέμα της σύλληψης των δύο δημοσιογράφων των ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΩΝ, των κυρίων Κουρτάκη και Τζένου, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η κυβέρνηση υιοθετεί τις πρακτικές αυταρχισμού και κατάχρησης εξουσίας  που απορρέουν από τον νόμο Βενιζέλου, τον οποίο στο παρελθόν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε καταδικάσει και τον είχε χαρακτηρίσει «τυποκτόνο»;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, όπως γνωρίζετε, προχώρησε στην έγκληση ενός εκδότη και ενός διευθυντή εφημερίδας για τον τρόπο με τον οποίο επέλεξαν οι δύο αυτοί κύριοι να επιτεθούν στον κύριο Καμμένο, χρησιμοποιώντας ως βασικό τους επιχείρημα -κατά τις δηλώσεις που έχουν γίνει – εξάλλου ψευδές , τις υποτιθέμενες πολιτικές σχέσεις ενός ανήλικου παιδιού με την ένοπλη δράση. Σε σχέση με τη συγκεκριμένη πρακτική, νομίζω ότι κρίνει ο ελληνικός λαός, αλλά θα κληθούν να κρίνουν και τα ελληνικά δικαστήρια με τη διαδικασία που προβλέπεται από τον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

ΤΣΑΚΙΡΗΣ: Επειδή σήμερα και η ΑΥΓΗ, που είναι η εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ, όσον αφορά και την υπόθεση του κυρίου Πετρουλάκη, μιλά για ολισθηρούς δρόμους. Η κυβέρνηση τι έχει να πει γι’ αυτό το πράγμα; Δηλαδή, μπορούν να λύνονται αυτά τα πράγματα στα δικαστήρια;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο καθένας στη δημόσια σφαίρα, στη δημόσια ζωή, στην πολιτική σύγκρουση είτε είναι πολιτικός είτε είναι δημοσιογράφος είτε είναι υπουργός είτε είναι βουλευτής κρίνεται για τις πρακτικές του, για το ύφος του, για το ήθος του, για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να δίνει την πολιτική σύγκρουση. Σε περίπτωση που ένας πολίτης, είτε αυτός είναι υπουργός της κυβέρνησης είτε είναι οποιοσδήποτε άλλος και θεωρεί ότι θίγεται από συγκεκριμένο δημοσίευμα, ο νόμος του παρέχει τη δυνατότητα να προστατεύσει τον εαυτό του, την τιμή του και την υπόληψή του. Από εκεί και πέρα, τον λόγο έχει η αστική δικαιοσύνη. Όμως, όταν πρόκειται περί ζητημάτων που εμπλέκουν ανηλίκους, διότι αυτό είναι το ζήτημα που έχει προκύψει αυτή τη στιγμή, ανήλικα παιδιά τα οποία, ξέρετε, ότι αύριο θα πρέπει να πάνε στο σχολείο τους και θα πρέπει να έχουν σχέση με τον κοινωνικό τους περίγυρο, θα πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί και να μην τα εμπλέκουμε στην πολιτική αντιπαράθεση, όσο σφοδρή και να είναι αυτή.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Εάν μου επιτρέπετε, κύριε Εκπρόσωπε, ο μεγάλος γιος του κυρίου Καμμένου έκανε μήνυση, στη συνέχεια, στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ, ο οποίος είναι ενήλικος και είναι 23-24 χρονών. Άρα, θα πρέπει ο κύριος Καμμένος να ξεκαθαρίσει: Θίχτηκε γιατί…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Είναι σαφές.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Γιατί αφορούσε τα ανήλικα ή τον ενήλικο, ο οποίος στη συνέχεια έκανε μήνυση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όταν οι κύριοι αυτοί αναφέρθηκαν στην εκπομπή τους στο παιδί, δεν είχαν, τουλάχιστον, τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια να συγκεκριμενοποιήσουν τις κατηγορίες τους. Αντιθέτως, άφησαν ανοιχτά όλα τα πιθανά ενδεχόμενα, ψευδή ή αληθή. Νομίζω ότι είναι πασιφανές ότι κατ’ αυτό τον τρόπο δεν γίνεται πολιτική κριτική, αλλά επιδιώκεται μία δολοφονία χαρακτήρων. Ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα που πρέπει να μας απασχολεί και νομίζω ότι αυτό το ζήτημα οφείλει να γίνει θέμα στον δημόσιο βίο. Ξαναλέω ότι ο καθένας κρίνεται από τη στάση του, από το ύφος του, το ήθος, τη γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί για να κάνει επιθέσεις ή για να υποστηρίξει τον πολιτικό χώρο ή το έντυπο που κάθε φορά εκπροσωπεί.

ΑΛΕΙΦΕΡΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, να σας πάω πάλι λίγο στο ζήτημα της διαπραγμάτευσης. Διαψεύσατε κατηγορηματικά τα δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για παράταση του μηχανισμού δημοσιονομικής διόρθωσης, τον γνωστό και ως κόφτη, και μάλιστα επί τη βάση των συντάξεων της προσωπικής διαφοράς ή του αφορολόγητου ποσού για μείωσή του. Την ίδια ώρα, είπατε ότι η ελληνική πλευρά δεν αποδέχεται, σε καμία περίπτωση, παράλογες απαιτήσεις από την πλευρά των δανειστών. Θα ήθελα να σας ρωτήσω, με δεδομένες τις αξιώσεις, τις διατυπωμένες αξιώσεις και απαιτήσεις που έχουν οι σκληροπυρηνικοί εκ των δανειστών, δηλαδή το ΔΝΤ και το Βερολίνο, η κυβέρνηση πώς σκοπεύει να κλείσει την αξιολόγηση; Μόνο με πολιτική λύση; Κι αν αυτή δεν δοθεί, που πηγαίνουμε; 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι στην εισαγωγική μου τοποθέτηση ήμουν σαφής. Αυτό το οποίο είπα, είναι ότι δεν συζητείται οποιαδήποτε αύξηση του ΦΠΑ, ενώ δημοσιεύματα τα οποία κάνουν λόγο για μείωση του αφορολόγητου, με ένταξή του στον αυτόματο δημοσιονομικό διορθωτή, δεν έχουν καμία βάση. Γνωρίζετε ότι αυτή τη στιγμή η αξιολόγηση βρίσκεται σε ένα σημείο, όπου ευρωπαϊκοί θεσμοί και ΔΝΤ κάνουν διαφορετικές προβλέψεις για τη μακροοικονομική πορεία της ελληνικής οικονομίας και των μεγεθών της. Από τη μία πλευρά, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί λένε ότι θα έχουμε τη δυνατότητα να επιτύχουμε το 3,5% του πρωτογενούς πλεονάσματος ως στόχο το 2018, το ΔΝΤ, από την άλλη πλευρά, ισχυρίζεται ότι με τα όσα έχουν ψηφιστεί -κατά τη γνώμη μας υπεραπαισιόδοξα το ισχυρίζεται αυτό και ούτως ή άλλως έχει διαψευστεί από τη μέχρι τώρα πορεία των μεγεθών της ελληνικής οικονομίας- ισχυρίζεται, λοιπόν, ότι το 2018 θα πιάσουμε ένα πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 1,5%. Εμείς δεν αποδεχόμαστε αυτή τη θέση, όπως δεν την αποδέχεται και η Κομισιόν με βάση τις δικές της προβλέψεις και το δικό της μοντέλο. Από εκεί και πέρα, το ΔΝΤ λέει ότι θα πρέπει μετά τη λήξη του προγράμματος να μειωθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα, περίπου στο 1,5%, έτσι ώστε το πρόγραμμα να είναι βιώσιμο. Η Γερμανία, από τη δική της πλευρά, λέει ότι δεν συζητά οποιαδήποτε μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων και δεν συζητά, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, και την απομείωση του ελληνικού χρέους, την οποία επιζητά το ΔΝΤ. Σας ξαναλέω, λοιπόν, ότι το πρόβλημα εδώ, δεν είναι πρόβλημα τεχνικών διαφορών. Είναι μία πολιτική διαφωνία μεταξύ ευρωπαϊκών θεσμών, της Γερμανίας σε μεγάλο βαθμό, αλλά και του ΔΝΤ. Θεωρούμε ότι από τη στιγμή που το πρόβλημα είναι πολιτικό, μόνο μία πολιτική λύση μπορεί να δοθεί. Κατ’ αυτή την έννοια έχουμε καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις, τις έχουμε περιγράψει στην προηγούμενη φάση, αλλά, από εκεί και πέρα, είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε και άλλες προτάσεις, οι οποίες θα μας επιτρέψουν να ξεπεράσουμε, αυτή τη στιγμή, τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί, έτσι ώστε να κλείσει το συντομότερο δυνατό η δεύτερη αξιολόγηση. Περιμένουμε και εμείς πώς θα εξελιχθεί σήμερα το Euro Working Group και στη βάση των συζητήσεων να προχωρήσουμε και να ορίσουμε τους όρους και τους τρόπους με τους οποίους θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε την όποια δυσκολία, αυτή τη στιγμή, παρουσιάζεται.

ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, ποιες είναι αυτές οι προτάσεις, τις οποίες συζητάτε, ώστε να ξαναρχίσει η αξιολόγηση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κατ’ αρχήν, έχω πει εδώ πολλές φορές ότι η θέση της ελληνικής κυβέρνησης είναι πως θα μπορούσε να υπάρξει μία συγκεκριμενοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, η οποία θα επέτρεπε τη μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα, μετά το 2018, στο 2,5%. Και το 1% που θα προέκυπτε ως υπερβάλλων δημοσιονομικός χώρος, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή για τη μείωση φόρων. Από εκεί και πέρα, ξέρετε ότι από άλλες πλευρές έχουν υπάρξει προτάσεις για διατήρηση του 3,5% ως στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος για το μεσοπρόθεσμο διάστημα και υπάρχει και διαφωνία μεταξύ αυτών των πλευρών για το τι σημαίνει μεσοπρόθεσμο διάστημα. Δηλαδή, κάποιοι λένε ότι μεσοπρόθεσμο διάστημα σημαίνει τρία χρόνια, κάποιοι άλλοι λένε ότι σημαίνει πέντε χρόνια, υπάρχει και η γνωστή τοποθέτηση του γερμανού υπουργού Οικονομικών, του μοναδικού, ο οποίος θεωρεί ότι μεσοπρόθεσμο διάστημα σημαίνει δέκα χρόνια. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή, δεν έχει συμφωνηθεί απολύτως τίποτα, σε σχέση με όλα αυτά. Βρισκόμαστε σε διαδικασία διαπραγματεύσεων. Το ΔΝΤ λέει ότι δεν μπορούμε να επιμείνουμε στο 3,5%, αλλά πρέπει να πέσουμε στο 1,5%. Επομένως, καταλαβαίνετε ότι εδώ υπάρχει μια συνολική πολιτική συζήτηση, που αφορά την πορεία της ελληνικής οικονομίας μετά το πρόγραμμα. Τίποτα δεν έχει συμφωνηθεί μέχρι όλα να συμφωνηθούν. Και από τη δική μας πλευρά, είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε στη βάση σοβαρών και ορθολογικών επιχειρημάτων και όχι παράλογων απαιτήσεων για μακρά διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, ύψους 3,5%. Είμαστε, όμως, διατεθειμένοι να συζητήσουμε άλλες προτάσεις οι οποίες θα συγκεκριμενοποιούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και θα καθορίζουν ένα βιώσιμο δημοσιονομικό μονοπάτι για μετά την περίοδο του προγράμματος.

ΓΚΑΝΤΩΝΑ: Deadline για σας υπάρχει, όμως, κύριε Εκπρόσωπε ή θα το βλέπουμε αυτό το πράγμα, δηλαδή, να σέρνεται; Γιατί πέρασε μια ημερομηνία από ένα Eurogroup το Δεκέμβρη, σε λίγες ημέρες έχουμε ένα άλλο Eurogroup, υπάρχει ένα ορόσημο που να πείτε «κάπου εδώ, τέλος»;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Θα σας πω ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι η ελληνική πλευρά η οποία πιέζεται. Δεν έχουμε χρηματοδοτικές ανάγκες που να είναι άμεσες. Αντιθέτως, έχουν εξασφαλιστεί οι χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού Δημοσίου για μακρό χρονικό διάστημα. Ωστόσο, αυτό το οποίο μας οδηγεί στην ανάγκη για ταχύτατο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης είναι οι ούτως ή άλλως φιλόδοξοι στόχοι του προγράμματος για 1,75% πρωτογενές πλεόνασμα το 2017. Αυτό το οποίο επιδιώκουμε είναι την όσο το δυνατόν συντομότερη λήξη των συζητήσεων για να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση και να μπούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, διότι αυτό είναι στο πρώτο τρίμηνο του 2017, γιατί αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος, ο οποίος οδηγεί στην επίτευξη των στόχων που το ίδιο το πρόγραμμα θέτει. Αν, λοιπόν, οι εμπλεκόμενοι στη διαπραγμάτευση θέλουν πραγματικά η Ελλάδα να επιτύχει τους στόχους του προγράμματος, θα πρέπει να επιδείξουν την ίδια ακριβώς βούληση που επιδεικνύει η ελληνική πλευρά για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης. Ωστόσο, σας ξαναλέω ότι αυτή τη στιγμή ο χρόνος δεν πιέζει την Ελλάδα. Ο χρόνος πιέζει και άλλα κράτη-μέλη, τα οποία γνωρίζετε ότι μπαίνουν σιγά-σιγά σε προεκλογική περίοδο, σε προεκλογική διαδικασία και δεν έχουν κανένα λόγο να μπουν σε αυτή την προεκλογική διαδικασία με το βάρος ενός ανοιχτού ελληνικού ζητήματος, το οποίο ξέρετε ότι δεν μπορεί να αναζωπυρωθεί ως κρίση παρά μόνο με τεχνητό τρόπο. Και γιατί το λέω αυτό; Το λέω, διότι η ελληνική οικονομία βαδίζει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης τα τρία τελευταία τρίμηνα του 2016, έχει πετύχει όλους τους στόχους των προγραμμάτων, έτσι όπως αυτοί έχουν οριστεί από τη Συμφωνία του Αυγούστου του 2015 και δεν βρίσκω κανένα λόγο να υπάρξει, όπως δεν βρίσκει και η ελληνική κυβέρνηση κανένα λόγο, μια τεχνητή αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης, επειδή κάποιοι αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τα εσωτερικά πολιτικά τους προβλήματα.

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, είπατε νωρίτερα ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν πιέζεται από τα ταμειακά διαθέσιμα, από τα οικονομικά μεγέθη κ.λ.π. Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι παρά τον επιδιωκόμενο στόχο να μπει η χώρα στο πρώτο τρίμηνο, να κλείσει δηλαδή σύντομα, μπορεί να τραβήξει αυτή η διαπραγμάτευση μέχρι τον Ιούνιο-Ιούλιο που είναι η μεγάλη δανειακή υποχρέωση της χώρας;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να μην το υποθέσετε. Νομίζω ότι μίλησα σαφώς για το χρονοδιάγραμμα πάνω στο οποίο δουλεύουμε και εμείς, αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και όλοι οι εμπλεκόμενοι στο ελληνικό πρόγραμμα που έχει θέσει ως στόχο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που έχει θέσει ως βασικό στόχο το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης το πρώτο τρίμηνο του 2017. Αυτό είναι το χρονοδιάγραμμα στη βάση του οποίου δουλεύουμε. Και ξαναλέω ότι η ημερομηνία-κόμβος είναι η ημερομηνία κατά την οποία θα συνεδριάσει το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για να συζητήσει το θέμα και επιδιώκουμε να συζητήσει και το θέμα της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ: Σχετικά με την υπόθεση της Novartis, η οποία, σύμφωνα με ορισμένα δημοσιεύματα, ξεπερνά ακόμα και την υπόθεση της Siemens. Η κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να φέρει το θέμα στη Βουλή, είτε σε προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση, είτε ακόμα και σε Εξεταστική Επιτροπή;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτή τη στιγμή γνωρίζετε ότι εκ μέρους της Εισαγγελίας Διαφθοράς διεξάγεται προκαταρκτική εξέταση για το ζήτημα της Novartis. Από όσο γνωρίζω, δεν έχουν ακόμη ασκηθεί ποινικές διώξεις εναντίον προσώπων, αν δεν κάνω λάθος, αλλά αυτό το λέω με κάθε επιφύλαξη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προανακριτική διαδικασία ξέρετε ότι είναι μυστική. Από την πλευρά της η ελληνική κυβέρνηση το μόνο το οποίο μπορεί να κάνει είναι να θυμίσει το νόμο, ο οποίος λέει ότι εφόσον ο εισαγγελέας δει, κατά τη διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης, ότι εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα, είναι υποχρεωμένος να διαβιβάσει τη δικογραφία αμελλητί στο ελληνικό Κοινοβούλιο και από εκεί και πέρα το ελληνικό Κοινοβούλιο θα αποφασίσει, με τους όρους οι οποίοι προβλέπονται στον Κανονισμό της Βουλής, για τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστεί το συγκεκριμένο ζήτημα: Αν θα προχωρήσει, δηλαδή, στη σύσταση Επιτροπής Προκαταρκτικής Εξέτασης ή στη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, στο βαθμό, βεβαίως, που η δικογραφία διαβιβαστεί στη Βουλή από τον εισαγγελέα. Αυτή τη στιγμή, αυτό το οποίο εμείς πρέπει να κάνουμε είναι να αφήσουμε τη Δικαιοσύνη να δουλέψει πάνω σε αυτό το τεράστιο σκάνδαλο, να δουλέψει, χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση και χωρίς την οποιαδήποτε προσπάθεια επηρεασμού. Από τη μεριά της, η ελληνική Δημόσια Διοίκηση και η ελληνική κυβέρνηση θα κάνουν ό,τι μπορούν για να συνδράμουν στην αποτελεσματικότητα της έρευνας και ελπίζουμε να πέσει άπλετο φως σε αυτή την υπόθεση, που φαίνεται να είναι εξαιρετικά σκοτεινή, όπως είπατε και εσείς.

Ωστόσο, αυτό το οποίο κάνει εντύπωση είναι ότι μιλάμε για μία περίοδο αρκετών ετών, κατά την οποία κάποιοι ήταν υπουργοί Υγείας. Προξενεί, λοιπόν, εντύπωση, προξενεί εύλογα ερωτηματικά γιατί εκείνα τα πολιτικά πρόσωπα που είχαν την ευθύνη των υπουργείων εκείνες τις περιόδους για τις οποίες διεξάγεται η έρευνα και τα οποία πολιτικά αυτά πρόσωπα συνήθως είναι λαλίστατα, δεν έχουν τοποθετηθεί δημοσίως ζητώντας την επιτάχυνση των ερευνών, ζητώντας να χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση. Μας προξενεί, λοιπόν, μια εύλογη απορία η στάση τους αυτή. Εγώ δεν θέλω σε καμία περίπτωση να εμπλέξω κανέναν σε οποιοδήποτε ζήτημα διερευνάται από την ελληνική ποινική Δικαιοσύνη, ωστόσο νομίζω ότι είναι απαραίτητες οι τοποθετήσεις και από τους υπουργούς Υγείας εκείνων των περιόδων, αλλά και από τα πολιτικά κόμματα τα οποία είχαν την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας εκείνη την περίοδο.

ΜΠΟΛΑΚΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, ο κ. Μουζάλας σε τρίτο πρόσωπο είπε ότι «ο κύριος Μουζάλας δεν πρέπει να παραιτηθεί». Μπορεί ο κ. Μουζάλας να εκφράσει τέτοια άποψη και δημοσίως, μετά και από όσα είδαμε να συμβαίνουν και στη Μόρια, αλλά και γενικότερα αυτή η αντίδραση που υπήρξε, όσον αφορά την κατάσταση στην οποία βρέθηκαν αντιμέτωποι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες; Αποφασίζει ο κ. Μουζάλας για τον ανασχηματισμό, δηλαδή να το πω έτσι πιο ωμά;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, ο κ. Μουζάλας στο βαθμό που η δήλωση αυτή είναι πραγματική –δεν τη γνωρίζω- δεν λέει ότι δεν πρέπει να αποφασίσει ο Πρωθυπουργός να τον μετακινήσει από το υπουργείο. Αυτό το οποίο λέει είναι ότι δεν πρέπει να παραιτηθεί. Πρόκειται για δύο διαφορετικά πράγματα. Ο Πρωθυπουργός, γνωρίζετε ότι εκ του Συντάγματος, έχει την προνομία να αποφασίζει για τη σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου ανά πάσα στιγμή.

Σε ό,τι αφορά, τώρα, την ουσία του ζητήματος και όχι τη δήλωση που έγινε, σας είπα και στην εισαγωγική τοποθέτησή μου ότι πράγματι αντιμετωπίσαμε πάρα πολύ μεγάλα προβλήματα στους προσφυγικούς καταυλισμούς εξαιτίας της κακοκαιρίας. Προσπαθήσαμε να τα αντιμετωπίσουμε όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα και με ταχύτερο τρόπο. Ωστόσο, τέτοια προβλήματα παρουσιάστηκαν, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών που φιλοξενούν πρόσφυγες. Αυτό είναι το πρώτο σχόλιο.

Και το δεύτερο είναι ότι η αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος και ειδικά σε τέτοιες έκτακτες καιρικές συνθήκες –και το έχουμε πει δεκάδες φορές αυτό- δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συνεργασία και της κοινωνίας των πολιτών. Γνωρίζετε καλά ότι εδώ και πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, έχουμε τονίσει τη στάση διαφόρων επιχειρηματιών, στο νησί της Μυτιλήνης για παράδειγμα που προέκυψε και το πρόβλημα, οι οποίοι αρνούνται να συνεργαστούν με την ελληνική κυβέρνηση, έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα διαμονής, τα οποία υπάρχουν ούτως ή άλλως σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Επαναλαμβάνω, λοιπόν, ότι για να μπορέσουμε αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουμε την προσφυγική κρίση και ειδικότερα σε έκτακτες συνθήκες, είναι απαραίτητη η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων, είτε της κυβέρνησης, είτε των μη κυβερνητικών οργανώσεων, είτε της κοινωνίας των πολιτικών, έτσι ώστε να μην μετατρέψουμε την προσφυγική κρίση από διεθνές πρόβλημα, από διεθνές ζήτημα σε εσωτερικό πρόβλημα της Ελλάδας. Με αυτή την έννοια, θεωρώ ότι θα έπρεπε να έχουν ενεργήσει πολύ γρηγορότερα και οι εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών και των τοπικών Αρχών στη Μυτιλήνη, έτσι ώστε να μπορέσει να βρεθεί λύση στο πρόβλημα το οποίο προέκυψε και όχι να λειτουργήσουν οι επιχειρηματίες της εκεί περιοχής μόνο υπό την πίεση της κοινωνικής κατακραυγής, αλλά και της κυβερνητικής πίεσης.

ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, δεν είναι μόνο το θέμα της κακοκαιρίας όσον αφορά το Προσφυγικό. Υπάρχει μια χαμηλή απορροφητικότητα ευρωπαϊκών κονδυλίων για τη διαχείριση του Προσφυγικού, υπάρχει ένα θέμα με το μητρώο των ΜΚΟ που ασχολούνται με το Προσφυγικό. Όλα αυτά τα ζητήματα τα οποία είναι ανοιχτά, δεν προβληματίζουν την κυβέρνηση; Θεωρούν πως ο κ. Μουζάλας κάνει μια πάρα πολύ καλή δουλειά για την οποία θα πρέπει να επαινεθεί δημοσίως;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ελληνική κυβέρνηση, γνωρίζετε ότι από τα 500 περίπου εκατομμύρια τα οποία έχει παράσχει μέσω των έκτακτων ή των τακτικών της κονδυλίων η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχει απορροφήσει τα 170 εκατ., ενώ τα υπόλοιπα χρήματα έχουν κατευθυνθεί σε άλλους φορείς, οι οποίοι δεν σχετίζονται με την ελληνική κυβέρνηση. Σχετίζονται με την κοινωνία των πολιτών, τη λεγόμενη. Αυτά τα κονδύλια, λοιπόν, έχουν απορροφηθεί με όσο το δυνατόν ταχύτερους ρυθμούς, γνωρίζοντας, βεβαίως, τα προβλήματα που ενίοτε προκαλεί και η ελληνική, αλλά και η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, ενώ σε ό,τι αφορά τη γενική διαχείριση της προσφυγικής κρίσης και με δεδομένη την έντασή της και με δεδομένο το γεγονός ότι η Ελλάδα σηκώνει στις πλάτες της το βάρος που θα έπρεπε να σηκώνει συνολικά η Ευρώπη με αλληλέγγυο τρόπο και να μην επιλέγει το δρόμο των κλειστών συνόρων, των φρακτών, του αποκλεισμού, νομίζω ότι έχει καταφέρει με αξιοπρέπεια και με ανθρωπιά να λύνει τα προβλήματα, τα οποία παρουσιάζονται κάθε φορά και τα οποία κανείς δεν αρνείται ότι είναι και πάρα πολλά, αλλά και δυσεπίλυτα.

ΖΟΡΜΠΑ: Θέλω να επανέλθω στη διαπραγμάτευση, κύριε Εκπρόσωπε. Σε ό,τι αφορά το ΔΝΤ, η θέση της κυβέρνησης και η επιδίωξή της ποια είναι; Να παραμείνει, να αποχωρήσει, να μείνει ως τεχνικός σύμβουλος; Έχει κινηθεί με κάποιο τρόπο σε ό,τι αφορά τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις στο κομμάτι αυτό;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης σε ό,τι αφορά το ΔΝΤ είναι ότι αφενός πρέπει να αποφασίσει και αφετέρου πρέπει να μην έχει παράλογες απαιτήσεις, έτσι ώστε να μπορέσει να βρεθεί μια λύση, η οποία να χωρά όλους τους εμπλεκόμενους. Σε αυτή τη θέση παραμένουμε προσηλωμένοι και νομίζουμε ότι είναι και η μοναδική θέση η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια θετική εξέλιξη, τη δεύτερη αξιολόγηση, αλλά και το σύνολο του προγράμματος. Το πρόβλημά μας δεν είναι αν το ΔΝΤ θα παραμείνει ή αν το ΔΝΤ θα αποχωρήσει. Αυτό είναι πρόβλημα του ΔΝΤ. Το πρόβλημά μας είναι ότι σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να γίνονται αποδεκτές απαιτήσεις, οι οποίες είναι και οικονομικά παράλογες και κοινωνικά καταστροφικές.

ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, θα ήθελα μια διευκρίνιση, σε σχέση με ό,τι μας είπατε για το αφορολόγητο. Δεν υπάρχει καμία σκέψη στην κυβέρνηση κάποιας μείωσης του αφορολόγητου, ενδεχομένως που θα συζητηθεί από το τέλος του προγράμματος και μετά ή αυτό δεν συνδέεται απλώς με τον αυτόματο μηχανισμό διόρθωσης;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτή τη στιγμή δεν έχει υπάρξει καμία συζήτηση για μείωση του αφορολόγητου, είτε εντασσόμενη στο δημοσιονομικό διορθωτή, είτε μη εντασσόμενη στο δημοσιονομικό διορθωτή. Δεν υπάρχει από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης η πρόθεση να αλλάξει το αφορολόγητο για μετά το τέλος του προγράμματος.

ΚΑΝΤΖΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, σας άκουγα προσεκτικά να λέτε ότι ορόσημο πια είναι να μπούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης το πρώτο τρίμηνο. Και αναρωτιέμαι αν έχετε διαβάσει όλα αυτά τα δημοσιεύματα και χθες στο ΜΝΙ, που έλεγαν ότι η ελληνική κυβέρνηση πιέζεται από το Βερολίνο και ότι μπορεί να επιχειρήσει ο κ. Τσίπρας ηρωική έξοδο και εκλογές. Όσο η αβεβαιότητα –και το ξέρετε καλύτερα από μένα- διατηρείται, τόσο τα σενάρια αυτά πληθαίνουν. Ποια είναι η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης, έτσι ώστε και οι επενδυτές να αρχίσουν να εμπιστεύονται την Ελλάδα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε με μεγάλη σαφήνεια ξεκαθαρίσει ότι η κυβέρνηση δουλεύει πάνω στο χρονοδιάγραμμα, το οποίο καταλήγει στην ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης στο πρώτο τρίμηνο του 2017. Από εκεί και πέρα, τα σενάρια τα οποία διακινούνται, έχουν διακινηθεί και στο παρελθόν. Διαρκώς, εδώ και δύο χρόνια, ακούμε ότι η παρούσα κυβέρνηση πέφτει, ότι η παρούσα κυβέρνηση βρίσκεται σε αποδρομή, ότι το πρόγραμμα είναι εκτός στόχων, ότι έρχονται νέες περικοπές οι οποίες δεν εντάσσονταν στη Συμφωνία του Αυγούστου του 2015. Γενικώς, μια καταστροφολογία και μια κινδυνολογία είναι ίδιον τόσο των ΜΜΕ που δεν συμπαθούν ιδιαίτερα την ελληνική κυβέρνηση για τους δικούς τους λόγους και πιθανόν –ας πούμε- να θέλουν να αναπαράγουν ένα τέτοιο κλίμα, όσο και διαφόρων κυβερνήσεων, οι οποίες είναι εξαιρετικά συντηρητικές και δεν νιώθουν και ιδιαιτέρως άνετα με μία κυβέρνηση, η οποία μάχεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να τελειώσει ο παραλογισμός της λιτότητας. Αυτά τα σενάρια, όπως και στο παρελθόν, θα διαψευστούν και στην παρούσα συγκυρία και νομίζω ότι θα έχουμε πάρα πολύ σύντομα θετικές εξελίξεις στο μέτωπο της δεύτερης αξιολόγησης, στο μέτωπο της ποσοτικής χαλάρωσης, αλλά και πολύ περισσότερο στο μέτωπο της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όμως, δεν μπορεί να γίνει με όρους ασυδοσίας, με όρους διάλυσης της αγοράς εργασίας, με όρους ισοπέδωσης κοινωνικών δικαιωμάτων, με όρους διεύρυνσης των ανισοτήτων, όπως θέλουν συγκεκριμένοι πολιτικοί χώροι. Η Νέα Δημοκρατία και ο κ. Μητσοτάκης το έχουν πει ότι ο τρόπος που θα μπορέσει η ελληνική οικονομία να βγει στο μονοπάτι της ανάκαμψης είναι μέσω της διεύρυνσης των ανισοτήτων, της ισοπέδωσης της ελληνικής αγοράς εργασίας. Εμείς δεν συμμεριζόμαστε αυτή την πολιτική αντίληψη. Θεωρούμε ότι υπάρχει άλλος δρόμος και αυτός είναι ο δρόμος, τον οποίο ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση.

ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, η ελληνική κυβέρνηση σε ό,τι αφορά την πολιτική διαχείριση του κλεισίματος της αξιολόγησης, συζητά λύση που να παραπέμπει σε ενισχυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εφόσον υποχρεωθεί να νομοθετήσει και δημοσιονομικά μέτρα και μέτρα τα οποία υπερβαίνουν τη θητεία της; Δηλαδή, μπορείτε να αποκλείσετε το «180» στη Βουλή για το κλείσιμο της αξιολόγησης;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μου έχετε ξανακάνει αυτή την ερώτηση. Σας έχω απαντήσει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει κάτι τέτοιο στο σχεδιασμό της και δεν καταλαβαίνω και την αναγκαιότητα, συνταγματική ή άλλη, για να επιδιωχθεί μια τέτοια λύση. Δεν πρόκειται για οποιαδήποτε νέα διεθνή σύμβαση, η οποία να έχει λόγο να απαιτεί ενισχυμένη πλειοψηφία στη Βουλή. Δεν καταλαβαίνω το συλλογισμό πίσω από το ερώτημά σας. Δεν υπάρχει αυτό στο σχεδιασμό…

ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΣ: Δεν είναι δικός μου συλλογισμός, είναι πληροφορίες στον Τύπο.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εν πάση περιπτώσει, δεν καταλαβαίνω το συλλογισμό πίσω από τη συγκεκριμένη πληροφορία στον Τύπο. Ωστόσο, θέλω να επιμείνω στο ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει αποδεκτή τη λήψη νέων δημοσιονομικών μέτρων για μετά τη λήξη του προγράμματος στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης ή σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο.

ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ: Θα ήθελα να αλλάξουμε λίγο θέμα, να επιστρέψουμε στην υπόθεση του κ. Σώρρα. Μπορείτε να μας πείτε εάν αυτή τη στιγμή υπάρχουν κυβερνητικές ενέργειες, οι οποίες δεν ξέρω πότε περιμένετε να καρποφορήσουν, όσον αφορά τη δραστηριότητά του, αν υπάρχει ανησυχία επέκτασης αυτού του κινήματος μη πληρωμής των υποχρεώσεων προς την Εφορία ή άλλων. Κάναμε ένα ρεπορτάζ σε εφορίες, σε τράπεζες κ.λ.π. και όντως υπάρχει ένα μεγάλο σχετικό πρόβλημα, κίνημα, πείτε το όπως θέλετε. Και αν υπάρχει κάποια δήλωση που θα θέλατε να κάνετε σε όσους ανθρώπους πιθανόν σκέφτονται να καταφύγουν σε τέτοιες μεθόδους, τι θα θέλατε να τους πείτε; Αν είναι κάτι το οποίο όντως μπορεί να τους εγγυηθεί απαλλαγή χρεών ή αν είναι κάτι το οποίο θεωρείτε εντελώς απίθανο.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η υπόθεση του κ. Σώρρα γνωρίζετε ότι βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην ελληνική Δικαιοσύνη. Η ελληνική Δικαιοσύνη θα πρέπει να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες, έτσι ώστε να διαφυλάξει και το δημόσιο συμφέρον, αλλά και τα ατομικά συμφέροντα των πολιτών, οι οποίοι μπορεί να πέφτουν θύματα μιας καλοστημένης ή κακοστημένης –δεν ξέρω, δεν θα κάνω αξιολογικές κρίσεις για το συγκεκριμένο- απάτης. Από τη δική μας πλευρά, είμαστε διατεθειμένοι να συνδράμουμε την ελληνική Δικαιοσύνη στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο εντάσσεται πλέον στο πλαίσιο της άσκησης αντεγκληματικής πολιτικής.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Να επανέλθω λίγο στο Κυπριακό, κύριε Εκπρόσωπε. Μπορείτε να προσδιορίσετε τι ακριβώς εννοείτε όταν λέτε «πιθανότητα λύσης», εννοώ, δηλαδή, ποιες προϋποθέσεις εκτιμά η ελληνική πλευρά ότι θα πρέπει να συντρέξουν για να μεταβεί τελικά ο Πρωθυπουργός στην Ελβετία;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχουμε κατ΄ επανάληψη δηλώσει ότι για να υπάρξει μια βιώσιμη, αλλά και δίκαιη λύση του κυπριακού προβλήματος, είναι αναγκαία η κατάργηση του αναχρονιστικού καθεστώτος των εγγυήσεων, καθώς και η κατάργηση ή εν πάση περιπτώσει η μη συμπερίληψη σε μια πιθανή συμφωνία δικαιώματος οποιουδήποτε τρίτου κράτους να παρεμβαίνει μονομερώς στα κυπριακά πράγματα, καθώς η Κύπρος δεν μπορεί να τελεί υπό ένα τέτοιο καθεστώς με δεδομένη εξάλλου και την ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν στα ζητήματα, λοιπόν, της ασφάλειας, αλλά και της συμφωνίας για την αποχώρηση των στρατευμάτων ξένων χωρών από το νησί υπάρξει δυνατότητα σύγκλισης -και εφόσον φυσικά οι δικοινοτικές συνομιλίες καταλήξουν σε συμφωνίες σε ό,τι αφορά το περιουσιακό και το εδαφικό για το οποίο βεβαίως δεν έχουμε καμία απολύτως εμπλοκή, είναι ζήτημα των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων να συμφωνήσουν σε ό,τι αφορά αυτά τα ζητήματα- εφόσον, λοιπόν, υπάρχει σύγκλιση στο σύνολο αυτών των ανοικτών ζητημάτων, θεωρούμε ότι θα ανοίξει ο δρόμος για την πιθανότητα εξεύρεσης λύσης και τότε θα υπάρχει και λόγος για τη μετάβαση του Πρωθυπουργού στη Γενεύη, έτσι ώστε να συνεχιστούν οι συνομιλίες στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.

ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ: Είπατε πριν ότι άλλοι πιέζονται και όχι η Ελλάδα και ότι δεν έχουμε αυτή τη στιγμή δημοσιονομικές ανάγκες. Την προηγούμενη φορά που συνέβη αυτό και ήμασταν χαλαροί στις διαπραγματεύσεις, η χώρα κατέληξε σε οικονομική ασφυξία να σκουπίζει τα ταμειακά διαθέσιμα. Μέχρι πότε έχει λεφτά η χώρα και τι θα κάνετε μετά;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν υπήρξαμε ποτέ χαλαροί κατά την περίοδο των διαπραγματεύσεων. Εάν σας δώσαμε μια τέτοια εικόνα, νομίζω ότι το λάθος είναι δικό σας και όχι δικό μας. Η ελληνική πλευρά πάντοτε στις διαπραγματεύσεις κατήλθε με αποφασιστικότητα και με διαρκή υπενθύμιση της ανάγκης να τελειώνουμε το ταχύτερο δυνατόν. Αν την πιστωτική ασφυξία, την οποία η χώρα βίωσε για ένα ολόκληρο επτάμηνο, τη χρεώνετε στην ελληνική κυβέρνηση, αυτό βεβαίως είναι κάτι το οποίο μπορείτε να θέσετε στη δημόσια συζήτηση και οι πολίτες να κρίνουν. Εμείς θεωρούμε ότι για την πιστωτική ασφυξία δεν ευθύνεται η ελληνική κυβέρνηση, αλλά αντιθέτως μια αδιάλλακτη στάση εκ μέρους των άλλων εμπλεκόμενων μερών στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης του 2015. Υπενθυμίζω και επαναλαμβάνω ότι στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι η ταχύτερη δυνατή κατάληξη των συνομιλιών για τη δεύτερη αξιολόγηση, ώστε να μπορέσουμε να μπούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εντός του πρώτο τριμήνου του 2017.

Συνέντευξη στο euro2day.gr

Τα πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018 εξαρτώνται (και) από τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος. Δεδομένου ότι το Βερολίνο αρνείται κάθε αναφορά στα δεύτερα (σε αντίθεση με την ΕΚΤ που τα ζητά), η κυβέρνηση σε ποιά βάση μπαίνει στη συζήτηση για τα πρώτα;

Η μηχανική της συμφωνίας με τους δανειστές είναι γνωστή και συγκροτείται από δύο αλληλοεξαρτώμενους παράγοντες: Τα μέτρα για το χρέος και τα πρωτογενή πλεονάσματα. Αν γνωρίζει κανείς τον ένα μπορεί, να υπολογίσει τον άλλο. Επίσης όμως είναι γνωστό ότι εδώ δεν πρόκειται για μια απλή μαθηματική εξίσωση αλλά και για ένα μεγάλο πολιτικό θέμα που αφορά πρωτίστως την τεχνολογία του ίδιου του Μνημονίου αλλά και την εσωτερική πολιτική σκηνή σε κάποιες χώρες της Ευρωζώνης. Ειδικά τη Γερμανία, η οποία όμως πρέπει να τηρήσει όσα έχουν συμφωνηθεί και έχουν επανεπιβεβαιωθεί με την απόφαση του Eurogroup του Μαϊου του 2016. Να μπει δηλαδή στη συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα, αλλά και τα μακροπρόθεσμα μέτρα για το χρέος ώστε να προκύψει και το δημοσιονομικό μονοπάτι που θα πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα μετά το 2018.

Το σίγουρο είναι ότι η Γερμανία δεν μπορεί να θέλει και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Δεν μπορεί δηλαδή από τη μια να αρνείται τη συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα και από την άλλη να απαιτεί την συμμετοχή με χρηματοδότηση του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.

Και με ποιούς συμμάχους; Στο τελευταίο EWG, όπου κυριάρχησε η γερμανική πολεμική για το βοήθημα στους χαμηλοσυνταξιούχους (στην οποία κινήθηκε προχθές και ο πρόεδρος του ΕΛΚ Μ.Βέμπερ), η χώρα έλαβε στήριξη από την Κομισιόν και την Γαλλία. Η σιωπή των υπολοίπων σας προβλημάτισε;

Όπως γνωρίζετε το ζήτημα που προέκυψε για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος έχει λήξει. Και τα χρήματα δόθηκαν στους συνταξιούχους και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ξεπάγωσαν. Ο μόνος τελικά που έμεινε έκθετος από αυτή την υπόθεση ήταν ο κύριος Μητσοτάκης. Και να επισημάνω ότι αυτό δεν ήταν απόφαση ενός μεμονωμένου κράτους ή της Κομισιόν, αλλά του συνόλου των κρατών της Ευρωζώνης. Άρα ο πολιτικός συσχετισμός δεν είναι τόσο αρνητικός για την Ελλάδα όσο πολλές φορές αφήνεται να εννοηθεί με την επιλεκτική παρουσίαση απόψεων ή δηλώσεων. Και τούτο διότι κανείς δεν έχει πραγματικό συμφέρον για μια τεχνητή αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης. Η ελληνική οικονομία έχει μπει παρά τους περιορισμούς σε τροχιά ανάκαμψης, είμαστε για πρώτη φορά μετά από 7 χρόνια εντός στόχων και υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για την εμπέδωση της εμπιστοσύνης και την υπέρβαση της κρίσης.

Η στάση του Γερμανικού Υπουργείου Οικονομικών, εξάλλου, κοιτά περισσότερο προς το εσωτερικό της Γερμανίας και λιγότερο προς την Ευρωζώνη. Σε ό,τι αφορά ειδικά τις θέσεις του κυρίου Βέμπερ – του οποίου το ύφος δεν συνάδει με τον θεσμικό του ρόλο και του οποίου η αλαζονεία και η υπεροψία απέναντι στον ελληνικό λαό είναι απαράδεκτες – σας λέω ότι δεν τις συμμερίζεται παρά ένα περιθωριακό τμήμα των ευρωπαϊκών συντηρητικών δυνάμεων. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν μπορούν οι προσωπικές ιδεοληψίες αλλά και οι προεκλογικές τακτικές που αφορούν ένα κράτος μέλος να καθορίζουν την μοίρα ενός άλλου κράτους μέλους. Η Ελλάδα τηρεί τη Συμφωνία που υπέγραψε και το ίδιο οφείλει να κάνει και η Γερμανία.

Το ΔΝΤ επιμένει σε νέα μέτρα (μετά το 2018) για να μπει στο ελληνικό πρόγραμμα με χρηματοδότηση, εμείς τα αποκλείουμε και οι σκληροί της ευρωζώνης συναρτούν την πορεία του προγράμματος και την β΄αξιολόγηση από την συμμετοχή του Ταμείου. Φαύλος κύκλος ή βλέπετε χρυσή τομή; Με ή χωρίς το ΔΝΤ;

Η ελληνική κυβέρνηση έχει πολλάκις δηλώσει ότι το ΔΝΤ δεν είναι απαραίτητο για την συνέχιση και την επιτυχία του ελληνικού προγράμματος. Αν κάποιοι από τους δανειστές επιμένουν για τη συμμετοχή του θα πρέπει και να αποδείξουν ότι το ΔΝΤ μπορεί να έχει εποικοδομητικό ρόλο και ότι δεν προκαλεί ανούσιες αντιπαραθέσεις που το μόνο που κάνουν είναι να δημιουργούν άσκοπες καθυστερήσεις στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Από τη δική μας πλευρά είμαστε ανοικτοί στη συζήτηση, όμως, δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε σε παράλογες απαιτήσεις για νέα μέτρα μετά την λήξη του προγράμματος. Και το ΔΝΤ καλά θα κάνει αντί να πιέζει για περισσότερη λιτότητα την Ελλάδα να πιέσει για την ρύθμιση του ελληνικού χρέους. Πάντως να γνωρίζετε ότι οι εκτιμήσεις και οι προβλέψεις του Ταμείου σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία δεν έχουν βάση και ήδη έχουν αποδειχθεί λανθασμένες περισσότερες από μία φορές καθώς η ελληνική οικονομία κινείται σε θετική κατεύθυνση και είναι εντός στόχων. Αυτό είναι και το αντικειμενικό υπόστρωμα, η βάση, που μας επιτρέπει εύλογα να υποστηρίξουμε ότι μπορεί να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας για το κλείσιμο της β΄ αξιολόγησης.

Η «υποψία» ότι πάμε (ή μας πάνε) σε επανάληψη του πρώτου εξαμήνου του 2015 προκαλεί ήδη μεγάλες ανησυχίες στην αγορά. Δεν φοβάστε ότι η παράταση της εκκρεμότητας θα επιφέρει κόστος στην οικονομία;

Ξεκαθάρισα ότι αντικειμενικά δεν υπάρχουν οι όροι για την επανάληψη του σεναρίου της πιστωτικής ασφυξίας του πρώτου εξαμήνου του 2015. Η ελληνική οικονομία κινείται σε θετική τροχιά, η Ελλάδα τηρεί τα συμφωνηθέντα και επομένως οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια τεχνητής αναζωπύρωσης είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Αν κάποιοι σκέφτονται την επανάληψη του σεναρίου αυτού πάντως θα πρέπει να απομονωθούν πολιτικά. Η Ευρώπη αυτή τη στιγμή δεν αντέχει μια ακόμη κρίση, και μάλιστα εσκεμμένη, την στιγμή που έχει να αντιμετωπίσει πραγματικά προβλήματα οικονομικά και πολιτικά, την προσφυγική κρίση, αλλά και την κρίση ασφάλειας.

Κλείσιμο της αξιολόγησης – ένταξη στο QE – επενδύσεις – δοκιμαστική έξοδος στις αγορές, είναι οι καθοριστικοί κρίκοι της αλυσίδας που θα τραβήξει τη χώρα από την κρίση. Τι περιθώρια – χρονικά, οικονομικά, πολιτικά – υπάρχουν για να μην σπάσουν;

Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει για τους επόμενους μήνες χρηματοδοτικό πρόβλημα. Η πίεση που ασκείται για το ταχύτατο κλείσιμο της αξιολόγησης έχει να κάνει με την ανάγκη να εμπεδωθεί γρήγορα η εμπιστοσύνη, να σταθεροποιηθεί πλήρως η ελληνική οικονομία και να πάψουν οι οποιεσδήποτε κινδυνολογικές προβλέψεις που, όπως και να το κάνουμε, δημιουργούν ανησυχία, αν και όχι πάντα εύλογα. Και όλα αυτά καθώς οι στόχοι για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 1,75% για το 2017 και 3,5% είναι ούτως ή άλλως φιλόδοξοι. Αν λοιπόν όλοι θέλουν την επιτυχία του ελληνικού προγράμματος θα πρέπει να δείξουν στάση εποικοδομητική, να σταματήσουν τα πολιτικά παιχνίδια και να δείξουν πραγματική βούληση για γρήγορη συμφωνία.

Εξακολουθείτε να αισιοδοξείτε ότι η αξιολόγηση θα κλείσει στο Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου; Θα υπάρξουν πρωτοβουλίες της κυβέρνησης και, προσωπικά, του πρωθυπουργού για ουσιαστική επανεκκίνηση της διαπραγμάτευσης;

Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει σταματήσει λεπτό την σκληρή δουλειά για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων. Οι πρωτοβουλίες είναι συνεχείς και λαμβάνονται σε όλα τα επίπεδα, τόσο στο τεχνικό, όσο και, κυρίως, στο πολιτικό. Και λέω κυρίως γιατί όπως γνωρίζετε ελάχιστα τεχνικά θέματα έχουν παραμείνει ανοικτά. Το βασικό ανοικτό θέμα πλέον είναι πολιτικό και αφορά τους όρους συμμετοχής του ΔΝΤ. Εκεί είναι λοιπόν που εστιάζονται οι προσπάθειες ώστε να βρεθεί το σημείο ισορροπίας εκείνο που είναι απαραίτητο για την ολοκλήρωση των διαδικασιών. Αυτό το σημείο όμως δεν μπορεί επ’ ουδενί να περιλαμβάνει νέα μέτρα για μετά το 2018, όπως δεν μπορεί να περιλαμβάνει και τη συνέχιση του καθεστώτος εξαίρεσης στην αγορά εργασίας που επιβλήθηκε από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ με τις ευλογίες του ΔΝΤ.

Η κυβέρνηση συζητά την επέκταση του «κόφτη» (χωρίς προσδιορισμό των μέτρων, λέτε) για μετά τη λήξη του προγράμματος. Γιατί μία τέτοια εξέλιξη δεν ισοδυναμεί με παράταση, ουσιαστικά, του μνημονίου πέρα από το 2018;

Οι διαπραγματεύσεις σε ό,τι αφορά τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τους στόχους για πρωτογενή πλεονάσματα μετά το 2018 δεν έχουν ακόμη κλείσει. Βεβαίως η κυβέρνηση είναι ανοιχτή να συζητήσει για ένα μηχανισμό εγγυήσεων για την επίτευξη των όποιων στόχων τελικά συμφωνηθούν, όμως, αυτό δεν έχει καμία σχέση με παράταση του Μνημονίου. Όποιος στόχος και αν συμφωνηθεί θα δεσμεύει την Ελλάδα με βάση τους ισχύοντες κανόνες της ευρωζώνης και όχι επειδή θα τον επιβάλει κάποια ad hoc συμφωνία. Από την στιγμή που η Ελλάδα θα αποκτήσει πλήρη πρόσβαση στις αγορές χρήματος δεν υπάρχει Μνημόνιο και αυτό το γνωρίζουν όλοι όσο και αν για πολιτικούς λόγους επιλέγουν την προπαγάνδα και την καταστροφολογία. Εκτός αν εδώ δεν πρόκειται για εσκεμμένη πολιτική και επικοινωνιακή επιλογή, αλλά για απλή άγνοια, πράγμα που δεν αποκλείεται.

Με την έναρξη της νέας χρονιάς τρέχουν σημαντικές επιβαρύνσεις σε φόρους και εισφορές που επιβαρύνουν ιδιαίτερα ελεύθερους επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις. Εξετάζετε διορθωτικές κινήσεις ή ανάσες; Για παράδειγμα, εκπτώσεις στις προκαταβολές φόρου;

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι οι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% και 3,5% είναι μικροί. Γνωρίζουμε καλά ότι η κοινωνία είναι ήδη επιβαρυμένη και ότι η συσσώρευση υποχρεώσεων είναι πράγματι δυσβάστακτη για αρκετούς συμπολίτες μας. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από την ακατάσχετη καταστροφολογία της ΝΔ που αναπαράγεται διαρκώς και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι ρυθμίσεις που έχουν γίνει ευνοούν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, άλλα τμήματα δεν επιβαρύνονται καθόλου ενώ πράγματι τα ανώτερα εισοδήματα θα δουν επιβαρύνσεις.

Το θέμα είναι όμως κάθε φορά να σκεφτόμαστε που θα βρισκόμασταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η διαπραγμάτευση του 2015. Σας θυμίζω ότι οι στόχοι που είχε συμφωνήσει η ΝΔ ήταν 4,5% πρωτογενές πλεόνασμα για το 2016 και 4,5 για το 2017. Σωρευτικά δηλαδή θα έπρεπε περίπου 13 δισ. περισσότερα να αφαιρεθούν από τους φορολογούμενους, φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις. Επρόκειτο για οικονομικό και κοινωνικό παραλογισμό. Αυτόν τον παραλογισμό τερμάτισε η παρούσα κυβέρνηση και μάλιστα είχε την τιμιότητα να προσφύγει στον ελληνικό λαό τον Σεπτέμβρη του 2015. Καμία άλλη κυβέρνηση δεν το τόλμησε αυτό. Να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό μετά και όχι πριν την Συμφωνία.

Η ΝΔ ζητά καθημερινά εκλογές και η κυβέρνηση τις αποκλείει. Με ποια δεδομένα επιμένετε ότι δεν θα προκύψουν;

O κύριος Μητσοτάκης από τον δεύτερο μήνα της θητείας του στην Προεδρία της ΝΔ ζητά εκλογές. Καταστροφολογούσε διαρκώς για την πρώτη αξιολόγηση, την πορεία της οικονομίας, τον κόφτη, το προσφυγικό, υπονόμευσε τη συγκρότηση του ΕΣΡ για να προστατεύσει συμφέροντα, επαναλαμβάνει τις φαντασιοπληξίες περί success story των κυρίων Σαμαρά και Βενιζέλου, σε κάθε ευκαιρία ευθυγραμμίζεται με τους πιο ακραίους από τους δανειστές στην προσπάθεια του να δημιουργήσει προβλήματα στην ομαλή πορεία των διαπραγματεύσεων. Έχει κινητοποιήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό προπαγάνδας και παραγωγής ψευδών ειδήσεων. Έφτασε μέχρι το σημείο να καταψηφίσει την ρύθμιση για την παροχή των 617 εκατομμυρίων ευρώ στους συνταξιούχους για να δώσει διαπιστευτήρια υποταγής σε κάποιους από τους δανειστές. Η τακτική του αυτή εκτός του ότι αναδεικνύει βιασύνη, αδυναμία στρατηγικού σχεδιασμού και εντελώς λανθασμένο πολιτικό κριτήριο φέρνει στην επιφάνεια και μια έντονη εξουσιαστική επιθυμία. Στην πραγματικότητα είναι η επιθυμία ενός ολόκληρου μπλοκ οικονομικής και πολιτικής εξουσίας για την παλινόρθωσή του.

Κατά τον ίδιο τρόπο όμως που διαψεύδονται οι προσδοκίες του εδώ και ένα χρόνο θα διαψευσθούν και τώρα. Η β’ αξιολόγηση θα κλείσει χωρίς υποχωρήσεις σε παραλογισμούς ενώ η «ιδεοληπτική εμμονή της Αριστεράς» για αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων θα δικαιωθεί. Η κοινωνική πλειοψηφία, η «αδαής πλειοψηφία» του κυρίου Μητσοτάκη δεν έχει λόγο να ανησυχεί. Τις κυβερνήσεις στην Ελλάδα τις εκλέγει ο λαός για 4 χρόνια και όχι οι δανειστές και τα παράκεντρα εξουσίας του κυρίου Μητσοτάκη.

Γιατί προκρίθηκαν οι κατ΄ιδίαν συναντήσεις του πρωθυπουργού με τους πολιτικούς αρχηγούς (πλην του Νίκου Μιχαλολιάκου) για το Κυπριακό και όχι η σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών;

Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών για το Κυπριακό επανειλημμένα συγκλήθηκε το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής κατά τις συνεδριάσεις του οποίου θεσμικά ενημερώθηκαν με λεπτομέρεια τα πολιτικά κόμματα από τον Υπουργό Εξωτερικών. Σε αυτή τη φάση και ενόψει της Διάσκεψης της Γενεύης ο Πρωθυπουργός θα ενημερώσει τους Πολιτικούς Αρχηγούς για τις θέσεις με τις οποίες προσέρχεται η ελληνική πλευρά στις διαπραγματεύσεις πάντοτε σε στενό συντονισμό και διαρκή επικοινωνία με την Κυπριακή Δημοκρατία και τον Πρόεδρο κ. Αναστασιάδη.

Στις συναντήσεις αυτές θα επαναλάβει τις πάγιες θέσεις για την ανάγκη τερματισμού του αναχρονιστικού καθεστώτος των εγγυήσεων αλλά και την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής ώστε να επιτευχθεί μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ και στη βάση της ιδιότητας της Κύπρου ως κράτους μέλους της ΕΕ. Ελπίζουμε σε επικοδομητικό και ειλικρινή διάλογο εκ μέρους όλων και νομίζω ότι οι συναντήσεις θα ολοκληρωθούν με επιτυχία.

Τι περιμένετε από την Διάσκεψη της Γενεύης; Θα επιμείνει η Αθήνα στην πολυμερή σύνθεση δεδομένου ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά εμμένει στην πενταμερή; Ο κύριος Τσίπρας θα συμμετέχει στην Διάσκεψη με δεδομένη την άρνηση του Κυρίου Ερντογάν να παραστεί;

Η συμμετοχή της ΕΕ είναι απαραίτητη με δεδομένη την ιδιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτους μέλους της αλλά και τις προβλέψεις της Συνθήκης της Λισσαβόνας για θέματα που αφορούν την ασφάλεια των κρατών μελών. Σε ό,τι αφορά δε τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αυτά θα συμμετάσχουν ούτως ή άλλως σε κάποια φάση της διαδικασίας εφόσον οδεύουμε σε συμφωνία καθώς θα απαιτηθεί απόφαση του ίδιου του Συμβουλίου Ασφαλείας κάτι τέτοιο. Η ελληνική κυβέρνηση εργάζεται σκληρά ώστε σε στενή επικοινωνία με την Κυπριακή Δημοκρατία να βρεθεί η λύση στη βάση όσων ήδη σας είπα. Περιμένουμε και από την Τουρκία λοιπόν την ίδια αποφασιστικότητα για την εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης λύσης.

Όσο για το επίπεδο της εκπροσώπησης δεν θέλω αυτή τη στιγμή να προεξοφλήσω τίποτα, καθώς όλα παραμένουν ανοιχτά. Ο Πρωθυπουργός θα παραστεί στη Διάσκεψη εφόσον υπάρχουν προϋποθέσεις για Συμφωνία. Και αυτό εξαρτάται όχι μόνο από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και από τη στάση της Τουρκίας.

Συνέντευξη στην εκπομπή «Τώρα» του τ/σ Skai και τη δημοσιογράφο Άννα Μπουσδούκου

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Καλή σας ημέρα, καλώς ήρθατε.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καλημέρα.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Περιμέναμε να κορυφωθούν οι συζητήσεις για το Κυπριακό. Ο Πρωθυπουργός έχει ήδη ξεκινήσει τις συναντήσεις του, αρχής γενομένης από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Θα δει όλους τους πολιτικούς αρχηγούς. Εγώ θέλω μια πρώτη δική σας εκτίμηση. Είναι πολλές οι επαφές που γίνονται, ούτως ή άλλως. Είναι άλλες τόσες, ενδεχομένως και περισσότερες, όσες γίνονται στο παρασκήνιο. Έχουμε έναν Ερντογάν ο οποίος στην καλύτερη περίπτωση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αινιγματικός. Ποια είναι η εκτίμησή σας για το πού βρισκόμαστε ή τι περιμένουμε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η κατάσταση και οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που υπάρχουν αυτή τη στιγμή δεν είναι οι καλύτερες δυνατές. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της, έτσι ώστε να συνεχιστούν οι διαβουλεύσεις, να έχουμε ένα καλό κλίμα στις συζητήσεις στη Γενεύη. Βρισκόμαστε σε σταθερό συντονισμό και διαρκή επικοινωνία με την Κυπριακή Δημοκρατία, με τον Πρόεδρο κ. Νίκο Αναστασιάδη. Προσήλθαμε και συνεχίζουμε να προσερχόμαστε σε αυτές τις διαβουλεύσεις με μεγάλη αποφασιστικότητα και την πεποίθηση ότι υπάρχουν δυνατότητες να βρεθεί μια συμφωνία. Από εκεί και πέρα, αν και η Τουρκία ακολουθήσει την ίδια στάση, μια εποικοδομητική στάση σε  αυτές τις συνομιλίες, νομίζω ότι θα μπορούσαμε να περιμένουμε μια θετική εξέλιξη. Ωστόσο, όλα αυτά παραμένουν ένα ερωτηματικό. Ο Πρωθυπουργός στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ενημερώνει αυτή τη στιγμή θεσμικά, σήμερα, το σύνολο των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων, μετά από τις ούτως ή άλλως απαραίτητες συνεδριάσεις του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, κατά τις οποίες ο υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε θεσμικά και αναλυτικά το σύνολο των κομμάτων του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Με καυτά ζητήματα, επαναλαμβάνω, με έναν αινιγματικό Ερντογάν, γιατί παίζει έναν πολύ σημαντικό και κομβικό ρόλο, σε όλες αυτές τις συζητήσεις. Από την άλλη, με καυτά ζητήματα όπως εκείνων των εγγυήσεων, της ασφάλειας, τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ή να εκτιμηθεί ως θετική εξέλιξη από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, ώστε να μεταβεί, σε αυτό το ενδεχόμενο, ο Πρωθυπουργός στη Γενεύη; Σύμφωνα και με το ρεπορτάζ που νωρίτερα μας μετέφερε ο συνάδελφος Αντώνης Αντζολέτος και το ακούμε και από χθες, εάν υπάρξει μια θετική έκβαση, τότε και μόνον τότε, ο Έλληνας Πρωθυπουργός θα μεταβεί στη Γενεύη.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Γνωρίζετε ότι η θέση της ελληνικής πλευράς σε ό,τι αφορά το ζήτημα της ασφάλειας που ούτως ή άλλως είναι το βασικό ζήτημα στο οποίο εμπλέκεται στις συνομιλίες η ελληνική πλευρά, έχουμε εκφράσει στην τοποθέτησή μας ότι χρειάζεται η κατάργηση του αναχρονιστικού καθεστώτος των εγγυήσεων στην Κύπρο, καθώς και την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής. Αυτή είναι η βασική αρχή με την οποία εμείς προσερχόμαστε στις διαβουλεύσεις. Αν δούμε ότι εκ μέρους της τουρκικής πλευράς υπάρχει διάθεση για συζήτηση και συνεννόηση και υπάρχει και η αποφασιστικότητα για την εξεύρεση μιας λύσης μέσα στις επόμενες ημέρες, τότε και ο Πρωθυπουργός θα μεταβεί στη Γενεύη. Το τι σημαίνει διάθεση για εξεύρεση λύσης, προφανώς έχει να κάνει και με τη στάση του κ. Ερντογάν, αλλά και με τη στάση που θα έχουν οι τουρκικές αρχές στις συνομιλίες που ούτως ή άλλως, ξέρετε ότι είναι διαρκείς  αυτές τις ημέρες.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Χωρίς να θέλω να προδικάσω ή να προτρέξω γιατί αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι είναι και η πρώτη ημέρα εκκίνησης των επίσημων, εν πάση περιπτώσει, συνομιλιών, δεν μπορώ να μην σας ρωτήσω, μιας και είστε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, τι απαντάτε σε όσους λένε ότι η ελληνική κυβέρνηση, όχι δεν θα έπρεπε να ρίξει την προσοχή της, κάθε άλλο, πάνω στο Κυπριακό, αλλά ουσιαστικά σας λένε –θα το πω πάρα πολύ απλά- το έχετε πάρει πολύ επάνω σας και κάτι τέτοιο είναι επικίνδυνο. Γιατί; Γιατί το Κυπριακό είναι ούτως ή άλλως ένα δύσκολο και πολύ σύνθετο ζήτημα.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει ακριβώς αυτή η κριτική ότι το έχουμε πάρει πολύ επάνω μας. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της ασφάλειας ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι η Ελλάδα εμπλέκεται από την αρχή του Κυπριακού, από την αρχή όταν το Κυπριακό ξεκίνησε να αποτελεί διεθνές πρόβλημα. Η Ελλάδα προσέρχεται με τη θέση ότι πρέπει να καταργηθεί το καθεστώς των εγγυήσεων και πρέπει να αποχωρήσουν τα τουρκικά στρατεύματα, αλλά από εκεί και πέρα, ξέρετε πολύ καλά και εσείς ότι είμαστε σε μια στενότατη επικοινωνία με τις κυπριακές αρχές και στο πλαίσιο αυτό δεν νομίζω ότι υπάρχει οποιοδήποτε ερωτηματικό σε ό,τι αφορά τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Συμμετέχουμε στις διαπραγματεύσεις εκεί που θεωρούμε απαραίτητο να συμμετέχουμε. Σε όλα τα υπόλοιπα θέματα, δηλαδή στο περιουσιακό, στο εδαφικό, στα θέματα της εσωτερικής διευθέτησης, η ελληνική πλευρά συμπαρίσταται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτή νομίζω ότι είναι μια πάγια στάση  εκ μέρους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και των ελληνικών κυβερνήσεων και νομίζω ότι ακριβώς αυτή την πολιτική επιλογή ακολουθούμε και εμείς.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Είναι ενιαίο το πολιτικό μέτωπο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Απολύτως.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Συνεργάζεστε και με τα κόμματα της αντιπολίτευσης δηλαδή; Υπάρχει συνεννόηση σε αυτό το θέμα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και τα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης, έχουν μια πλήρη ενημέρωση για την πορεία των συνομιλιών και από εκεί και πέρα, περιμένουμε να ακούσουμε, έχουμε ανοιχτά αυτιά για οποιεσδήποτε προτάσεις ή κριτικές, αν και νομίζω ότι υπάρχει μια σχετική συναντίληψη σε ό, τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαχειριζόμαστε το συγκεκριμένο ζήτημα.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Ευρύτερα οι σχέσεις μας με την Τουρκία; Γιατί η ατζέντα είναι πάρα πολύ μεγάλη, ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Την εκκινεί συχνά-πυκνά και παίζει με τις σελίδες ο Ερντογάν μπρος-πίσω με διάφορα ζητήματα. Εκκρεμεί όμως και κάτι ακόμη μέσα σε αυτή την εβδομάδα. Αναφέρομαι στους 8 στρατιωτικούς. Εδώ;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Γνωρίζετε ότι η Τουρκία διάγει μια περίοδο μάλλον αυξημένης έντασης είτε αυτό αφορά την εσωτερική πολιτική σκηνή, είτε αυτό αφορά τα αλλεπάλληλα τρομοκρατικά χτυπήματα, τα οποία έχουν πλήξει τη γείτονα και για τα οποία έχουμε εκφράσει τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη μας στον τουρκικό λαό. Από την άλλη μεριά, ο Τούρκος Πρόεδρος αρκετές φορές έχει μια αυξανόμενα επιθετική ρητορική, για την οποία, επίσης, έχουμε δηλώσει ότι δεν βοηθά στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και ότι θα πρέπει να χαμηλώσουν οι τόνοι, χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι αποδεχόμαστε αμφισβητήσεις διεθνών συνθηκών τις οποίες έχουν προσπαθήσει με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο οι Τούρκοι να θέσουν στην ημερήσια διάταξη. Έχουμε ξεκαθαρίσει τη θέση μας σε αυτά τα ζητήματα με πάρα πολύ μεγάλη σαφήνεια και κατηγορητικό τρόπο. Τώρα, σε ό,τι αφορά τους «8», εκκρεμούν οι δικαστικές αποφάσεις. Εκκρεμούν οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου και γι` αυτόν ακριβώς  τον λόγο δεν θέλω να κάνω κανένα απολύτως σχόλιο, καθώς μπορεί να θεωρηθεί και μια προσπάθεια παρέμβασης στο έργο της ελληνικής Δικαιοσύνης. Έχουμε όψιμα γίνει πάρα πολύ ευαίσθητοι σε ό,τι αφορά αυτό το ζήτημα. Εννοώ, γενικώς στη δημόσια σφαίρα πολλοί έχουν γίνει πάρα πολύ ευαίσθητοι, όψιμα. Αυτό το οποίο σας λέω πάντως είναι ότι θα περιμένουμε τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας και από εκεί και πέρα, στη βάση αυτών των αποφάσεων θα εξετάσει και η κυβέρνηση τη θέση της, δεσμευόμενη προφανώς από τη Δικαιοσύνη.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Μιας και αναφερθήκατε πάντως σε όλη αυτή τη συζήτηση για τη Δικαιοσύνη, ανοίξαμε μια πάρα πολύ μεγάλη συζήτηση αναφορικά και με το εξάχρονο παιδί της Πόλα Ρούπα και του Νίκου Μαζιώτη. Πήρατε μάλιστα και θέση δημόσια. Θα σας ρωτήσω, αμέσως μετά.

(Διακοπή της συνέντευξης και σύνδεση με τον δήμαρχο Σκοπέλου για τα καιρικά προβλήματα)

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Είχαμε μείνει κύριε Τζανακόπουλου στο ζήτημα του 6χρονου παιδιού της Πόλας Ρούπα και του Νίκου Μαζιώτη. Τελικώς, παραδόθηκε στην οικογένεια της Πόλας Ρούπα. Εδώ άνοιξε μια πολύ μεγάλη συζήτηση, η οποία δεν έμεινε μόνο στο κλίμα συζήτησης. Εσείς πήρατε θέση πριν εκδοθεί επίσημα και η απόφαση ότι τελικώς θα παραδοθεί το παιδί στη μητέρα της Πόλας Ρούπα. Θεωρείτε ότι έγινε με καθυστέρηση αυτό; Θα έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τουλάχιστον από την ενημέρωση που έχουμε ως κυβέρνηση, ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες που ακολουθούνται σε κάθε τέτοια παρόμοια περίπτωση. Η ανακοίνωση του Νοσοκομείου ΠΑΙΔΩΝ, η οποία εκδόθηκε, αν δεν κάνω λάθος, το Σάββατο, έλεγε ότι το παιδί παρακολουθείται από τους παιδοψυχίατρους, αλλά και από εξειδικευμένους επιστήμονες, ώστε να βγουν συμπεράσματα για την κατάσταση της υγείας του. Από εκεί και πέρα, συντάχθηκαν οι πραγματογνωμοσύνες των ειδικών και το παιδί παραδόθηκε στην οικογένειά του, με βάση τη διάταξη της Εισαγγελέως Ανήλικων, η οποία εκδόθηκε χθες το βράδυ. Επομένως, το ζήτημα έχει διευθετηθεί. Νομίζω ότι κινήθηκε η διοικητική μηχανή με όσο το δυνατό γρηγορότερο τρόπο. Τώρα, εάν θα μπορούσαμε να έχουμε αποφύγει την καθυστέρηση αυτή των δύο ημερών, δεν το γνωρίζω. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, εάν δεν κάνω λάθος, οι χρόνοι είναι περίπου αυτοί. Ωστόσο, το θετικό που πρέπει να κρατήσουμε, είναι ότι το παιδί, αυτή τη στιγμή, βρίσκεται με την οικογένειά του. Το θέμα έχει διευθετηθεί με τον τρόπο που έπρεπε να διευθετηθεί.    

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Πριν δούμε τα της αξιολόγησης, να δούμε λίγο τι γίνεται στο εσωτερικό σας. Πραγματικά, είναι δύσκολο να διαχωρίσει κανείς τα θέματα, είναι όλα εξίσου σημαντικά, Κυπριακό, Τρομοκρατία, Αξιολόγηση, αλλά τα έχω βάλει με μία χρονική κατηγοριοποίηση πηγαίνοντας προς τα πίσω, αρχής γεννωμένης από σήμερα. Ο κύριος Χρυσόγονος, όχι μόνο ως πρόσωπο -εάν θέλετε να τοποθετηθείτε- επειδή τον άκουγα και χθες, τον ακούσαμε όλοι στον Τάκη Χατζή, επέμεινε στην θέση του, δηλαδή, από ποιους ενημερώνεται ο Πρωθυπουργός και στα πρόσωπα στα οποία αναφέρθηκε. Την Παρασκευή συνομιλούσαμε με τον Δημήτρη Παπαδημούλη, ο οποίος μας μετέφερε ότι μίλησε μαζί του (Χρυσόγονο) και ήταν μετανιωμένος. Τελικώς, πέρα από προσωπική υπόθεση, τι ακριβώς συμβαίνει; Έχει αρχίσει η γκρίνια; Πολλοί μιλούν ακόμα και για «αντάρτικο» μέσα στο κόμμα.     

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό για το οποίο μπορώ εγώ να σας ενημερώσω, είναι για το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός έχει τακτικότατη ενημέρωση σε ό,τι αφορά τα ευρωπαϊκά θέματα και από τον υπουργό Εξωτερικών, αλλά και από τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών, αρμόδιο για τα ευρωπαϊκά θέματα, κύριο Κατρούγκαλο. Έχει τακτικότατες επικοινωνίες με τον επικεφαλής της ευρωκοινοβουλευτικής  Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, τον κύριο Παπαδημούλη, όπως φαντάζομαι θα σας είπε και ο ίδιος στην συνέντευξή του. Έχει Σύμβουλο αρμόδιο για τα ευρωπαϊκά θέματα, Γραφείο αρμόδιο για τα ευρωπαϊκά θέματα στη Γενική Γραμματεία του Πρωθυπουργού. Επομένως, νομίζω ότι η κριτική του κυρίου Χρυσόγονου ήταν και ατυχής και άστοχη. Από εκεί και πέρα, εάν αυτό εντάσσεται σε μία προσπάθεια άσκησης πολιτικής κριτικής, καλό θα ήταν να μας πει και για τα πολιτικά ζητήματα τα οποία τον οδηγούν σε μια τέτοια στάση. Κατά τ’ άλλα δεν νομίζω ότι υπάρχει λόγος να κάνουμε κανένα περαιτέρω σχόλιο. Σε ό,τι αφορά τη στάση της κυβέρνησης και της Κ.Ο., γνωρίζετε ότι είναι απολύτως ενιαία και συμπαγής. Δεν υπάρχουν προσωπικές στρατηγικές σε αυτόν τον χώρο. Αυτό που υπάρχει, είναι η προσπάθειά μας να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση με την κοινωνία όρθια. Και σε αυτό, νομίζω ότι είναι απαραίτητη η σύμπνοια και η σύνταξη όλων των δυνάμεων σε αυτό το πολιτικό σχέδιο.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Επειδή αυτή προσπάθεια δεν είναι εύκολη, δεν το λέω και δεν το κρίνω εγώ…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ουδείς το ισχυρίζεται αυτό.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Το αντιλαμβάνεστε όσοι εμπλέκεστε άμεσα και εν πάση περιπτώσει όσοι ζούμε σε αυτήν τη χώρα. Αυτή προσπάθεια, αυτός ο δρόμος δεν είναι καθόλου εύκολος και, μάλιστα, έχετε έρθει σε κόντρα με τις ιδεολογίες σας, με πράγματα τα οποία πιστεύατε ότι μπορούν να εφαρμοστούν, αλλά τελικώς δεν μπόρεσαν να εφαρμοστούν. Πάνω εκεί βασίζονται αρκετοί και λένε ότι υπάρχει μια ευρύτερη γκρίνια ή, οι ακόμα πιο αιχμηροί, ότι υπάρχει ένα «αντάρτικο» μέσα στο κόμμα. Γι’ αυτό σας ρώτησα νωρίτερα.                                                        

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση συνολικά έδωσαν μια μεγάλη μάχη το πρώτο επτάμηνο, τη μάχη της διαπραγμάτευσης. Από εκεί και πέρα, καταφέραμε να πετύχουμε μια συμφωνία. Είχαμε την τιμιότητα να απευθυνθούμε στον ελληνικό λαό, αφού πήραμε τη συμφωνία, και είπαμε: Δεν καταφέραμε όλα όσα θα θέλαμε, πήραμε αυτή τη συμφωνία, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ καλύτερη από την προηγούμενη, από τον οικονομικό και κοινωνικό παραλογισμό της συμφωνίας Σαμαρά-Βενιζέλου. Και στη βάση ακριβώς αυτής της συμφωνίας, ζητήσαμε την εντολή του ελληνικού λαού τον Σεπτέμβριο του 2015. Τα πράγματα ήταν ανοιχτά επάνω στο τραπέζι, δεν κρύψαμε απολύτως τίποτα, αντιθέτως με πολύ μεγάλη τιμιότητα και με πολύ μεγάλη ευθύτητα προσφύγαμε στη λαϊκή ετυμηγορία. Όλα αυτά τα γνώριζαν και τα γνωρίζουν όλοι όσοι συμμετέχουν στο εγχείρημα και στην προσπάθεια αυτής της κυβέρνησης. Και είναι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο που δεν υπάρχει, όχι απλώς «αντάρτικο», αλλά αντιθέτως υπάρχει μία εικόνα σύμπλευσης, σύμπνοιας και αποφασιστικότητας για να καταφέρουμε αυτό που ξεκινήσαμε τον Γενάρη του 2015.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος δεν ψήφισε μέτρα. Θέλω να πω, όλη αυτή φορολογία που μας υποδέχτηκε το 2017, ενώ αφήσαμε ένα ήδη επιβαρυμένο 2016, δεν είναι πράγματα που ψήφισε ο κόσμος. Ο κόσμος ψήφισε εσάς για να εφαρμόσετε αντίστοιχες πολιτικές.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η συμφωνία στην οποία καταλήξαμε τον Ιούλιο-Αύγουστο του 2015, επαναλαμβάνω πριν από τις εκλογές του Σεπτέμβρη, προέβλεπε τρία πράγματα: 1,8 δις εξοικονόμηση από το Ασφαλιστικό, 1,8 δις εξοικονόμηση από το ΦΠΑ και 1,8 δις εξοικονόμηση από άλλα δημοσιονομικά μέτρα. Το σύνολο, δηλαδή, των 5,4 δις τα οποία έπρεπε να νομοθετηθούν ενόψει της πρώτης αξιολόγησης. Αυτή ήταν η συμφωνία που κατατέθηκε στον ελληνικό λαό και για την οποία ζητήσαμε την έγκρισή του τον Σεπτέμβριο του 2015, λέγοντας με απόλυτη ευθύτητα ότι δεν είναι αυτό το οποίο θέλαμε. Είναι αυτό το οποίο, εν πάση περιπτώσει, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που όλοι γνωρίζουν – δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα πράγματα αυτή τη στιγμή – οδηγηθήκαμε να συμφωνήσουμε. Ωστόσο, εγώ αυτό που θέλω να τονίσω είναι το εξής: Αυτή η συμφωνία, παρά τις δυσκολίες της, θα πρέπει να συγκρίνεται με το τι θα συνέβαινε στη χώρα εάν εξακολουθούσε να ισχύει η προηγούμενη συμφωνία. Η οποία, για να πούμε δύο νούμερα τα οποία μπορεί να καταλάβει ο κόσμος πάρα πολύ εύκολα, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2016, που είχαμε εμείς ως στόχο και τον οποίο υπερβήκαμε, όπως ξέρετε, ήταν 0,5%, το αντίστοιχο πρωτογενές πλεόνασμα της συμφωνίας Σαμαρά-Βενιζέλου ήταν 4,5%. Μιλάμε, δηλαδή, για μία διαφορά περίπου 8 δις ευρώ από τις τσέπες του έλληνα φορολογούμενου. Για το 2017 η διαφορά είναι 5 δις ευρώ. Εάν ίσχυε η προηγούμενη συμφωνία, λοιπόν, σας λέω ότι εντός δύο ετών η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε να υποστεί 13 δις ευρώ περισσότερα σε φόρους και περικοπές.      

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Τότε από πού προκύπτει ότι εξαιτίας της καθυστέρησης, στην πορεία της αξιολόγησης, πήρατε πιο επιβαρυμένα μέτρα σε σχέση με τους προηγούμενους; Και με εκείνο το περιβόητο e-mail Χαρδούδελη, που έχει μείνει πια στην ιστορία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό δεν ισχύει καθόλου. Θέλω να σας πω το εξής: Το 2014 ο κύριος Σαμαράς έριξε το Πρόγραμμα, το οποίο ο ίδιος είχε συμφωνήσει, στα βράχια. Είχε 2 δις ευρώ δημοσιονομικό έλλειμμα, Ήταν 2 δις ευρώ πίσω από τον στόχο. Το 2015 θα έπρεπε να πάρει άλλα περίπου 3 δις μέτρα για το 2015 και άλλα περίπου 3 δις για το 2016. Μιλάμε, δηλαδή, για μία δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης των 8-9 δις ευρώ, μόλις για δύο χρόνια, τη στιγμή που η δημοσιονομική προσαρμογή που πρέπει να γίνει στη βάση της συμφωνίας, την οποία εμείς πετύχαμε, είναι 5,4 δις ευρώ για τέσσερα χρόνια. Σας λέω, λοιπόν, ότι εδώ πέρα δεν μπορούμε σε καμία των περιπτώσεων να συγκρίνουμε τις δύο συμφωνίες. Αυτό με το οποίο συγκρινόμαστε… 

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Έλατε, για να έρθουμε στο σήμερα.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως, στο σήμερα είμαστε, διότι μιλάμε για τα σημερινά μέτρα, μιλάμε για το 2017. 

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Βάλατε εσείς στόχο να φτάσετε και να πετύχετε αυτούς τους στόχους μόνο με τη φορολογία; Με καμία περικοπή δαπανών; Δεν υπάρχει πουθενά κανένα περιθώριο, παρά μόνο να συνεχίζουν να πληρώνουν οι ίδιοι;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ίδια η συμφωνία, στην οποία -να σας πω- τα μέτρα που πήραμε, είναι αυτά τα οποία θα ήταν αναγκασμένος να πάρει ο κύριος Σαμαράς, συν 13 δις παραπάνω. Αλλά αυτό ας το αφήσουμε στην άκρη. Προέβλεπε συγκεκριμένους όρους για τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η εξοικονόμηση… 

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Έλεγε, δηλαδή, από τη φορολογία; Από τους πολίτες; Οι πολίτες θα τα πληρώσουν;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η συμφωνία – την οποία κάποιοι μας καλούσαν να υπογράψουμε άρον-άρον και με πολύ χειρότερους όρους – αλλά εν πάση περιπτώσει αυτό ας το αντιπαρέλθουμε, έλεγε 1,8 δις ευρώ εξοικονόμηση από το Ασφαλιστικό, 1,8 δις ευρώ εξοικονόμηση από το ΦΠΑ και 1,8 δις ευρώ από άλλα δημοσιονομικά μέτρα. Σας λέω, λοιπόν, ότι αυτή τη στιγμή οι δαπάνες, που κάνει το Ελληνικό Δημόσιο, έχουν φτάσει σχεδόν σε μία κατάσταση ανελαστική. Δηλαδή, είναι 40% του προϋπολογισμού για συντάξεις, 40% του προϋπολογισμού για την κοινωνική ασφάλιση και περίπου 20% για τις λειτουργικές δαπάνες του δημοσίου. Επομένως, όσοι ευαγγελίζονται περικοπές στο δημόσιο, είτε το κάνουν από μία ανεπίτρεπτη άγνοια για τον τρόπο με τον οποίο δομείται ο ελληνικός προϋπολογισμός, είτε λένε συνειδητά ψέματα.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Και την ίδια  ώρα τι γίνεται με τις προσλήψεις ημετέρων και μη; 

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Είναι πάρα πολύ καλή η ερώτηση που μου κάνετε.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ:   Είναι πάρα πολλές οι επικρίσεις που δέχεστε.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το ξέρουμε αυτό. Έχουμε μάθει  σ’ αυτές τις επιθέσεις  από το 2012. Είμαστε συνηθισμένοι σ’ αυτή την πολιτική και λογική.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ:   Απαντήσεις υπάρχουν;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως και υπάρχουν. Θέλετε να πούμε για  1.750 προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις υπέρ τους; Θέλετε να σας πω για τους 6.800, που μας κατηγορούν ότι έχουμε προσλάβει, οι οποίοι είναι αναπληρωτές καθηγητές,  είναι εποχικοί πυροσβέστες και είναι και οι επιτυχόντες του ΑΣΕΠ του 1998, όπου εκκρεμούσε η πρόσληψη τους εδώ και περίπου 20 χρόνια;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όλα αυτά επίσημα θα τα παρουσιάσετε στη Βουλή;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βεβαίως θα παρουσιαστούν επίσημα, κοινοβουλευτικά, από την αρμόδια υπουργό κυρία Γεροβασίλη, η οποία θα δώσει τέτοιες απαντήσεις, που όλες οι ειρωνείες, όλες οι επιθέσεις- με ένα αλαζονικό, ιταμό  ύφος, θα έλεγε κανείς –  που δεχόμαστε από εφημερίδες, οι οποίες δεν φημίζονται για την τήρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, πραγματικά θα έχουν μεγάλο πρόβλημα να απαντήσουν. Ακούστε τώρα και για το θέμα των 27.700 δημοσίων υπαλλήλων, που υποτίθεται ότι έχουν προσληφθεί από την κυβέρνηση αυτή τα τελευταία δύο χρόνια. Οι 27.700 αυτοί, οι οποίοι παρουσιάζονται από την ΕΛΣΤΑΤ, δυστυχώς για κάποιους δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Δηλαδή;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΕΛΣΤΑΤ αυτό που κάνει είναι να μετράει απασχόληση και όχι να μετράει τους μόνιμους ή  τους μη μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους. Οι 27.700 αυτοί, που φαίνονται ως διαφορά και τους οποίους ανακάλυψε  ο δημοσιογράφος –  πολύ μεγάλο θέμα που φέρνει την κυβέρνηση σε πολύ δύσκολη θέση – είναι στην πραγματικότητα η κοινωφελής εργασία από τους δήμους, η οποία πληρώνεται μέσω ΕΣΠΑ και αποτελεί μέρος των προγραμμάτων για την καταπολέμηση της ανεργίας. Δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι, δεν  έχουν καμία προοπτική μονιμοποίησης και επίσης δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Μιλάμε, δηλαδή, για ευρωπαϊκά εγκεκριμένα προγράμματα  κοινωφελούς εργασία, τα οποία χρηματοδοτούνται μέσω του ΕΣΠΑ. Αυτή ήταν η  μεγάλη αποκάλυψη και αυτές ήταν οι μεγάλες καταγγελίες, ας πούμε, οι οποίες αποδεικνύονται φούσκες.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Βλέπετε και την αξιωματική αντιπολίτευση εσείς, πίσω από αυτό. Το είπατε δημόσια.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η αξιωματική αντιπολίτευση έχει επιλέξει μια λογική τροφοδότησης Μέσων Ενημέρωσης με θέματα και στη συνέχεια επιλέγει την επικοινωνιακή τακτική, στη βάση δημοσιευμάτων, να βγαίνει και να καταγγέλλει την κυβέρνηση. Είναι μια πολιτική λογική  που την ταυτίζει με συγκεκριμένες εφημερίδες. Ταύτιση η οποία κατά γενική ομολογία, δεν την τιμά. 

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Τελευταία ερώτηση. Τι γίνεται με την αξιολόγηση; Υπάρχει ένα σαφές χρονοδιάγραμμα και μέχρι που έχουμε περιθώριο παράτασης πια καθυστέρησης;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καταρχήν έχουμε στις 12 Γενάρη το Euroworking group, το οποίο θα προετοιμάσει το Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου. Εκεί θα έχουμε μια καθαρότερη εικόνα. Ωστόσο, πρέπει να σας πω ότι εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης υπάρχουν διαρκείς πρωτοβουλίες για την επιτάχυνση των διαδικασιών. Ο υπουργός Οικονομικών θα δει την Τετάρτη, τον γάλλο ομόλογο του κύριο Σαπέν, σε μια προσπάθεια να επιταχυνθούν οι διαδικασίες της αξιολόγησης. Από εκεί και πέρα η πίεση που ασκούμε για την ταχύτατη ολοκλήρωση της αξιολόγησης δεν έχει να κάνει με τις χρηματοδοτικές ανάγκες του δημοσίου.   

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Αλλά;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχει να κάνει με το γεγονός ότι ούτως ή άλλως ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 1,75% για το 2017 είναι ένας φιλόδοξος στόχος. Είναι ένας δύσκολος στόχος. Το έχουμε πει, δεν το έχουμε κρύψει. Και αυτό το οποίο θέλουμε είναι να εμπεδωθεί ταχύτατα η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία. Να μην υπάρχει έδαφος για τις διάφορες κινδυνολογικές προβλέψεις που γίνονται, κυρίως από την αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά και από υπερσυντηρητικές δυνάμεις στην Ευρώπη , έτσι ώστε να συνεχίσουμε την πορεία ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας,   να πιάσουμε τους στόχους και το 2017 να είναι το έτος που θα μας οδηγήσει πια στο τέλος του τούνελ της κρίσης.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Τελευταία ερώτηση . Μάλλον προτελευταία γιατί η τελευταία είναι αν βλέπετε εκλογές ή όχι. Η προτελευταία ερώτηση: υπάρχει ένα ταβάνι στο κυβερνητικό σχεδιασμό, μέχρι τότε. Αλλιώς μετά πρέπει να επανεξετάσουμε τη στρατηγική μας.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ημερομηνία κόμβος για μάς είναι η ημερομηνία ένταξης στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης. Δηλαδή, θέλουμε εντός του πρώτου τριμήνου του 2017 να ενταχθούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, έτσι ώστε στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι διαδικασίες, που πρέπει να ακολουθηθούν. Με αυτή την έννοια  αυτό ακριβώς είναι το σημείο κλειδί για την ελληνική οικονομία.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Εκλογές;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Οι εκλογές, απ’ ότι σας περιέγραψα, νομίζω ότι είναι εκτός της ημερήσιας διάταξης. Είναι εκτός της ατζέντας. Το σενάριο, πάνω  στο οποίο δουλεύουμε, είναι το σενάριο του κλεισίματος της δεύτερης αξιολόγησης και της ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

ΜΠΟΥΣΔΟΥΚΟΥ: Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε Τζανακόπουλε.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ : Ευχαριστώ και εγώ.

Συνέντευξη στον ρ/σ σταθμό «Στο Κόκκινο 105,5» και τον δημοσιογράφο Νίκο Σβέρκο

ΣΒΕΡΚΟΣ: Καλή σας μέρα, κύριε Τζανακόπουλε. Καλή χρονιά!

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Καλή σας ημέρα και Καλή χρονιά!

ΣΒΕΡΚΟΣ: Θα ξεκινήσουμε από τα της Ελλάδας και θα κινηθούμε βεβαίως και προς το εξωτερικό. Νομίζω ότι η μεγάλη πρόκληση, ο πρώτος στόχος, για εντός τουλάχιστον του μηνός, του πρώτου μηνός του έτους, είναι το κλείσιμο της αξιολόγησης. Είναι εφικτός ο στόχος να κλείσει η β΄ αξιολόγηση στις 26 Ιανουαρίου; Το ρωτούμε βεβαίως, διότι φαίνεται ότι το θέλουν δεδηλωμένα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, το ΔΝΤ όμως καθυστερεί και το Βερολίνο έχει δείξει ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να υψώνει αναχώματα και να βάζει εμπόδια σ’ αυτή τη διαδικασία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοιτάξτε να δείτε, η κατάσταση στην ελληνική οικονομία, οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ τα τρία τελευταία τρίμηνα του 2016, η υπεραπόδοση των εσόδων, η σταδιακή μείωση της ανεργίας, η οποία βεβαίως παραμένει ακόμη σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα-ωστόσο θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έχουν γίνει βήματα για την απομείωσή της- δεν δικαιολογούν αυτή τη στιγμή καθυστερήσεις εκ μέρους κανενός σε ο, τι αφορά το κλείσιμο της β΄ αξιολόγησης. Θεωρούμε ότι οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα έχει τεχνητό χαρακτήρα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι που θεωρούμε ότι πρέπει να έχουμε άμεσα θετικές εξελίξεις, έτσι ώστε να μπορέσουμε να τηρήσουμε το χρονοδιάγραμμα το οποίο έχει τεθεί και από τη δική μας μεριά, αλλά και από τη μεριά των ευρωπαϊκών θεσμών. Να μπορέσουμε, δηλαδή, εντός των πρώτου τριμήνου του 2017 να μπούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Από εκεί και πέρα, θα ακολουθήσουμε την οδό που έχει προδιαγραφεί. Δηλαδή, να προετοιμαστούμε για να γίνουν δοκιμαστικές έξοδοι στις αγορές μέχρι τον Αύγουστο του 2018 και στη συνέχεια να μπορούμε να αναχρηματοδοτούμε το ελληνικό χρέος χωρίς προσφυγή σε δάνεια του επίσημου τομέα.

Νομίζω ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις. Νομίζω ότι υπάρχουν δυνατότητες να έχουμε μια θετική εξέλιξη, αρκεί όλοι να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να κωλυσιεργούν άνευ λόγου και αιτίας.   

Αυτή είναι η θέση της ελληνικής κυβέρνησης και νομίζω αυτή η θέση γίνεται αποδεκτή από τη συντριπτική πλειονότητα των εμπλεκομένων στο ελληνικό πρόγραμμα.

ΣΒΕΡΚΟΣ: Ναι. Βλέπουμε βέβαια ότι το ΔΝΤ, επιμένει και ζητά να υπάρξει νομοθέτηση  συγκεκριμένων μέτρων για μετά το 2018. Διαβάσαμε μάλιστα και τον υπουργό Οικονομικών κ. Ευκλείδη Τσακαλώτο, να λέει σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή», ότι η κυβέρνηση συζητά έναν μηχανισμό δέσμευσης, όπως η επέκταση του αυτόματου μηχανισμού δημοσιονομικής προσαρμογής του προϋπολογισμού. Με άλλα λόγια του δημοσιονομικού «κόφτη» όπως λεγόταν. Από ορισμένους αυτό διαβάζεται ως επέκταση και του μνημονίου πέρα από το 2018. Ποια είναι ακριβώς λοιπόν η ελληνική θέση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κακώς διαβάζεται ως επέκταση του μνημονίου. Το πρόγραμμα λήγει τον Αύγουστο του 2018 και σε αυτό δεν χωρά καμία απολύτως αμφισβήτηση. Ξέρετε, ότι το βασικό θέμα που έχει προκύψει αυτή τη στιγμή, αφορά το αν και κατά πόσο θα μπορέσουμε το 2019, με τα σημερινά ισχύοντα –και σε αυτό πρέπει να επιμείνουμε- να έχουμε μια πρόθεση που θα επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι το 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα είναι εφικτό χωρίς νέα μέτρα. Με δεδομένη βεβαίως και την άρνηση της Γερμανίας αυτή τη στιγμή, να συζητήσει για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων. Αυτή η συζήτηση, ακόμη, οφείλω να σας πω ότι δεν έχει κλείσει. Δηλαδή, δεν έχουμε ακόμη καταλήξει το δημοσιονομικό μονοπάτι το οποίο θα πρέπει να ακολουθήσει η Ελλάδα μετά τη λήξη του προγράμματος, έτσι ώστε το χρέος της  να θεωρηθεί βιώσιμο και από τους εμπλεκόμενους στο ελληνικό πρόγραμμα και φυσικά κυρίως από την ΕΚΤ.

Μέχρι να συμφωνηθούν λοιπόν τα πάντα, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τίποτε δεν έχει συμφωνηθεί. Ακόμη η συζήτηση είναι ανοιχτή. Η συζήτηση συνεχίζεται, έτσι ώστε να δούμε αφενός ποια θα είναι τα μεσοπρόσθεσμα μέτρα για το ελληνικό χρέος και στη συνέχεια, στη βάση αυτών των μεσοπρόθεσμων μέτρων, να συμφωνήσουμε και για το δημοσιονομικό μονοπάτι μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή, για τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Είναι μια συζήτηση πολύπλοκη. Είναι μια συζήτηση εξαιρετικά τεχνική. Είναι μια συζήτηση η οποία εμπλέκει  πάρα πολλούς, με διαφορετικές θέσεις. Δηλαδή, εμπλέκει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον ESM, το ΔΝΤ, την ΕΚΤ, φυσικά τους μεγάλους πιστωτές της χώρας και ειδικά τη Γερμανία, τη Γαλλία, αλλά και τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Αυτό το οποίο είναι δεδομένο, είναι ότι μπορούμε να βρούμε ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ των διαφορετικών απόψεων έτσι ώστε να κλείσει σύντομα η β΄ αξιολόγηση και να δώσουμε τη δυνατότητα στην ελληνική οικονομία να εμπεδώσει τη σταθεροποίηση που έχει επιτευχθεί κατά το 2016.

Αυτός είναι ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο εργάζεται η ελληνική κυβέρνηση και θέλουμε να πιστεύουμε ότι εργάζεται και η πλειονότητα των δανειστών.   

ΣΒΕΡΚΟΣ: Ας φύγουμε, λοιπόν, από τα ζητήματα της οικονομίας και ας πάμε στα ζητήματα διάρθρωσης του Κράτους, διάρθρωσης της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά γενικότερα των θεσμών. Διαβάσαμε το δημοσίευμα της Πέμπτης στους Financial Times, στην εφημερίδα, στο οποίο διάφοροι παράγοντες, πολιτικοί παράγοντες, παράγοντες-συμμετέχοντες σε θεσμούς – και μιλάω, βεβαίως, από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Ευάγγελο Βενιζέλο μέχρι τον κύριο Ανδρέα Γεωργίου, τον πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ- να καταλογίζουν στην κυβέρνηση ότι προσπαθεί να χαλιναγωγήσει τους θεσμούς στην Ελλάδα. Δύο ερωτήματα: Πρώτα-πρώτα, θεωρείτε ότι ήταν υποβολιμαίο το συγκεκριμένο δημοσίευμα και ρεπορτάζ; Και εάν ισχύει κάτι τέτοιο, από ποιους;    

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν μπορώ να κάνω κρίση περί της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και εάν κατά πόσο τηρήθηκε. Αυτό που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, είναι ότι η μονομέρεια των πηγών των Financial Times δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά σε όλους μας, όχι μόνο στην κυβέρνηση, αλλά, νομίζω, και στους Έλληνες πολίτες. Τώρα, από εκεί και πέρα, οι πρωταγωνιστές του πολιτικού συστήματος, το οποίο έχει πάρει άριστα σε εξωθεσμικές παρεμβάσεις επί μία τουλάχιστον 30ετία, νομίζω ότι έχουν πολύ θράσος για να καταλογίζουν στην κυβέρνηση τέτοιου είδους πρακτικές, στις οποίες οι ίδιοι έχουν πάρει το χρυσό μετάλλιο. Πρέπει να σας πω ότι τα δύο χρόνια της δικής μας κυβέρνησης, της δικής μας θητείας, έχει γίνει τεράστια πρόοδος σε ζητήματα που αφορούν την καταπολέμηση της διαφθοράς, την καταπολέμηση της μεγάλης φοροδιαφυγής, έχουν έρθει στο φως και εξετάζονται χωρίς καμία πολιτική παρέμβαση, χωρίς άνωθεν παρεμβάσεις, μεγάλες ποινικές υποθέσεις. Επομένως, νομίζω ότι η πραγματικότητα μιλάει μόνη της. Η πολιτική γραμμή της Ν.Δ. είναι να προσπαθεί να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα, να δημιουργήσει μία εικόνα υποτιθέμενων παρεμβάσεων εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης. Νομίζω ότι αυτά δεν πείθουν κανέναν, παρά μόνο εκείνους που θέλουν να πειστούν. Ξαναλέω, η πραγματικότητα μιλά μόνη της, τα έσοδα υπεραποδίδουν και αυτό έχει να κάνει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, και με τις πολύ μεγάλες προσπάθειες που γίνονται για την καταπολέμηση πρακτικών των προηγούμενων ετών που ήταν στα όρια της νομιμότητας, για να μην πούμε πέραν των ορίων της νομιμότητας.          

ΣΒΕΡΚΟΣ: Όσον αφορά τις πρόωρες εκλογές, επειδή διαρκώς υπάρχει αυτό γαϊτανάκι και η σεναριολογία, κ.λπ., οφείλω να σας ρωτήσω. Εκλογές θα γίνουν πρόωρα; Και ρωτώ επειδή αρκετά φύλλα εφημερίδων και, βεβαίως, αρκετοί παίκτες στο πολιτικό σκηνικό, είδαν τις περιοδείες κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών, μεταξύ των οποίων και εσάς τον ίδιο, να περιοδεύετε ανά την Περιφέρεια. Προετοιμάζεστε για κάλπες;   

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Είναι τόσο πραγματικό  το δημοσιογραφικό αυτό σκηνικό που στήνεται όσο πραγματική ήταν και η είδηση ότι εγώ σκέφτομαι να κατέβω υποψήφιος στην Κόρινθο, με την οποία δεν έχω καμία σχέση. Οι περιοδείες που γίνονται, εντάσσονται στο πλαίσιο μιας μεγάλης πρωτοβουλίας  της κυβέρνησης να ακούσει τους πολίτες, να μιλήσει για τα πραγματικά προβλήματα, να δώσει λύσεις εκεί που μπορεί και να έχει μία αδιαμεσολάβητη σχέση με την ελληνική κοινωνία. Πολλοί κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια. Δηλαδή, θεωρούν ότι οποτεδήποτε η κυβέρνηση κάνει μία προσπάθεια άμεσης επαφής με τους Έλληνες πολίτες, ότι προετοιμάζεται για εκλογές. Θα διαψευστούν από την ίδια την πραγματικότητα. Εμείς συνεχίζουμε την μεγάλη προσπάθεια που κάνουμε για την έξοδο από την κρίση και την επιτροπεία, με κοινωνική προστασία και με μία προσπάθεια να αναδιανείμουμε, να ανακατανείμουμε τα βάρη έτσι ώστε, επιτέλους, να πληρώσουν και εκείνοι οι οποίοι, για πάρα πολλά χρόνια, βρίσκονταν στο απυρόβλητο. Αυτή είναι η πολιτική τοποθέτηση της κυβέρνησης, αυτή είναι η πολιτική κατεύθυνση την οποία με συνέπεια υπηρετεί εδώ και δύο χρόνια και αυτή θα συνεχίσει να υπηρετεί μέχρι και τη λήξη της συνταγματικά προβλεπόμενης θητείας της.     

ΣΒΕΡΚΟΣ: Μια τελευταία ερώτηση που αφορά και την κατάσταση εκτός των ελληνικών συνόρων. Σας ανησυχεί η κατάσταση στην Τουρκία; Διότι αρκετοί μιλούν πλέον για έκτακτες καταστάσεις που μπορεί να επηρεάσουν τη σταθερότητα της χώρας, τη σταθερότητα της Τουρκίας, αλλά φυσικά και τη στάση της ηγεσίας της χώρας και του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σε άλλα ζητήματα, όπως το Προσφυγικό και το Κυπριακό.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Σβέρκο, δεν μπορούμε παρά να έχουμε μεγάλη ανησυχία. Το πρώτο όμως που πρέπει να κάνουμε είναι να εκφράσουμε τον αποτροπιασμό μας για το τραγικό τρομοκρατικό χτύπημα της Πρωτοχρονιάς στην Κωνσταντινούπολη. Η κατάσταση όχι μόνο στην Τουρκία, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή μας είναι μια κατάσταση που προκαλεί έντονο προβληματισμό. Η κρίση ασφάλειας την οποία βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, φαίνεται να αναζωπυρώνεται. Και σε αυτό το ταραγμένο γεωπολιτικό σκηνικό η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί έναν πυλώνα σταθερότητας και ηρεμίας. Αυτό το οποίο πρέπει να κάνουμε εμείς ως ελληνική κυβέρνηση και αυτό το οποίο κάνουμε είναι να προσπαθούμε, στο μέτρο των δυνάμεων μας και στο μέτρο του δυνατού, να δείχνουμε μια ψύχραιμη πολιτική στάση. Βεβαίως, τα προβλήματα είναι πολλά, είναι συσσωρευμένα και αυτή η αναζωπύρωση της κρίσης, φυσικά, δεν φτιάχνει τις καταλληλότερες των προϋποθέσεων για να μπορέσουμε να βρεθούν λύσεις  στα μεγάλα ζητήματα της περιοχής, της χώρας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης. Εμείς, σας λέω, ότι θα συνεχίσουμε την προσπάθειά μας να βρεθεί μια δίκαιη και βιώσιμη λύση και στο Κυπριακό, αλλά και να συνεχιστεί η προσπάθεια που γίνεται για μια ήπια και ανθρωπιστική διαχείριση του προσφυγικού προβλήματος. Νομίζω ότι, ακριβώς αυτή η στάση, είναι στάση ευθύνης και θα πρέπει να ακολουθηθεί και από όλους όσοι εμπλέκονται στις συναφείς συζητήσεις και τις συναφείς διαβουλεύσεις. Διότι αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος, έτσι ώστε να μπορέσουμε να κλείσουμε επιτέλους αυτή την παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας και αστάθειας, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην ευρύτερη περιοχή μας.

ΣΒΕΡΚΟΣ: Κύριε εκπρόσωπε, ευχαριστούμε πάρα πολύ γι’ αυτή τη συζήτηση και να ευχηθούμε και πάλι καλή χρονιά.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να είστε καλά κύριε Σβέρκο. Καλή χρονιά.

Δήλωση για τη ΝΔ

Η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει ακόμα και σήμερα να δίνει διαπιστευτήρια υποταγής στους ακραίους κύκλους των δανειστών.

Αφού γύρισε την πλάτη στους χαμηλοσυνταξιούχους, αρνούμενη να ψηφίσει την ενίσχυσή τους, συνεχίζει να κρύβεται πίσω από τις θέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Επιμένει να μην απαντά ποια είναι τελικά η θέση της για τα παράλογα μέτρα 4,2 δις. ευρώ που ζητά το ΔΝΤ.

Η μονογραφή αλλά και η υπογραφή ενός τέταρτου Μνημονίου αποτελεί τον διακαή πόθο της ΝΔ και του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος διατυμπανίζει με θράσος τη δέσμευσή του πως όχι μόνο θα εφαρμόσει στο σύνολό του το πρόγραμμα διάσωσης, αλλά θα προσθέσει και περισσότερες μεταρρυθμίσεις. Δυστυχώς για τον ίδιο αλλά ευτυχώς για τη χώρα και τους πολίτες, θα παραμείνει μόνο διακαής πόθος.

Η ΝΔ αντί να μιλά για μία ανύπαρκτη συμφωνία για υψηλά πλεονάσματα, θα έπρεπε να ζητά συγγνώμη από τον ελληνικό λαό και να κάνει αυτοκριτική για τα του οίκου της.

Ο κ. Κικίλιας ξεχνά να μιλήσει για πράγματα, τα οποία όμως ο λαός θυμάται.

Ξεχνά να μιλήσει για τα 30 δις. ευρώ μέτρα που πήρε η κυβέρνηση Σαμαρά από το 2012 μέχρι και το 2014.

Ξεχνά τη συνολική ύφεση 25% που έφεραν οι πολιτικές τους στην ελληνική οικονομία.

Ξεχνά την εκτόξευση της ανεργίας στο 27%.

Ξεχνά την πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας επί των ημερών ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.

Ξεχνά την γενικευμένη φοροδιαφυγή και τα δεκάδες σκάνδαλα.

Είναι προφανές πως η ΝΔ επιδιώκει την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, για να παλινορθωθεί το χρεωκοπημένο πολιτικό σύστημα που έφερε την ελληνική κοινωνία στο χείλος του γκρεμού.

Με τη στάση της η ΝΔ δεν βλάπτει την κυβέρνηση αλλά υπονομεύει την ίδια τη χώρα.

Η χώρα όμως δεν θα παραδοθεί βορά στο αντικοινωνικό μένος της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Τελευταίο σχόλιο:

Η ελληνική κυβέρνηση έχει σοβαρότερα ζητήματα να ασχοληθεί από το χαρτοπόλεμο της Νέας Δημοκρατίας. Συνεχίζει να εργάζεται σκληρά και να διαπραγματεύεται για να επιτύχει το κλείσιμο της β’ αξιολόγησης χωρίς τη νομοθέτηση πρόσθετων μέτρων για μετά το 2018 και με την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Ώστε το 2018 να κλείσει ο κύκλος της επιτροπείας που τροφοδότησαν οι πολιτικές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και το 2019 οι πολίτες να κρίνουν.

Εφ΄όλης της ύλης συνέντευξη στην εκπομπή «ERT FOCUS»

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ

→ Το κλίμα στην Ευρώπη για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης είναι θετικό. Το ερώτημα είναι: Η Νέα Δημοκρατία στηρίζει τη μάχη της Κυβέρνησης για το κλείσιμό της χωρίς νέα μέτρα;

→ Η Γερμανία ζητά το αδύνατο: Και το ΔΝΤ εντός προγράμματος και καμία ρύθμιση για το χρέος. Όμως θα βρεθεί και πάλι λύση όπως ακριβώς και τις προηγούμενες φορές.

→ Το μόνο που απομένει για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης είναι να βρεθεί το σημείο ισορροπίας σε σχέση με τις μονομερείς απαιτήσεις του ΔΝΤ.

→ Οι πολίτες αναγνωρίζουν ότι μετά από μια δύσκολη συμφωνία είχαμε την τιμιότητα να διεκδικήσουμε νέα εντολή για διαρκή πολιτική διαπραγμάτευση.

→ Το κρίσιμο είναι η ανάκαμψη να ωφελήσει τους πολλούς. Η διασφάλιση για παράδειγμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων θα ωφελήσει τους εργαζόμενους.

→ Στόχος της ΝΔ είναι μια ειδική οικονομική ζώνη στη χώρα μέσω της μείωσης της φορολογίας στις μεγάλες επιχειρήσεις και το κόψιμο των δαπανών για το κοινωνικό κράτος.

→ Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού των δεκαετιών του ’90 και ’00 έχει παρέλθει. Το πολιτικό επίδικο είναι αν η αμφισβήτησή του θα έχει προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημο.

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Για τις χθεσινές τρομοκρατικές επιθέσεις:

«Για άλλη μια φορά η Ευρώπη βρίσκεται στο έλεος του τρόμου, αλλά δεν πρέπει να επιτρέψουμε στον πανικό να γίνει αυτή τη στιγμή σύμβουλος. Αυτό το οποίο πρέπει να πράξουν όλες οι πολιτικές ηγεσίες και από ό,τι φαίνεται μέχρι στιγμής το πράττουν, είναι να είναι ψύχραιμες για να μπορέσουμε να δούμε ποιες είναι οι αιτίες, ποιοι κρύβονται πίσω από τα χτυπήματα, εφόσον και στο Βερολίνο φαίνεται όλοι να μιλούν για τρομοκρατικό χτύπημα. Περιμένουμε με ψυχραιμία και να ευχηθούμε να μην έχει συνέχεια αυτός ο σημερινός εφιάλτης»

Για την ενίσχυση στους χαμηλοσυνταξιούχους:

«Είναι ένα εφάπαξ επίδομα στους χαμηλοσυνταξιούχους, το οποίο λέμε ότι αποτελεί την 13η σύνταξη για το 2016 και στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι στο βαθμό που θα έχουμε τις δημοσιονομικές δυνατότητες το 2017 και το 2018 να επαναλάβουμε την κίνηση αυτή, να γίνει κάτι τέτοιο ξανά, εφόσον βεβαίως υπάρξει η δυνατότητα να υπερβούμε τους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα, κατά το ποσό που τους υπερέβημεν φέτος. Σας λέω ότι έγινε μια κίνηση, η οποία ήταν κίνηση ελάχιστου καθήκοντος από τη δική μας μεριά. Δηλαδή, να προσπαθήσουμε αυτό το οποίο καταφέραμε να πετύχουμε με σκληρή δουλειά, την υπεραπόδοση των εσόδων, να την αναδιανείμουμε σε κοινωνικές ομάδες, σε κοινωνικά στρώματα, τα οποία, τα τελευταία έξι-επτά χρόνια, επλήγησαν βαρύτατα από την οικονομική κρίση, αλλά και από την πολιτική των μνημονίων. Νομίζω ότι ήταν, όπως σας είπα προηγουμένως, μια κίνηση ελάχιστου καθήκοντος. Και το προβληματικό -αν θέλετε- τουλάχιστον είναι ότι αυτή η κίνηση δεν βρήκε τη στήριξη του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μάλιστα με έναν –θα έλεγε κανείς- περίεργο τρόπο. Δηλαδή, ενώ στην αρχή η Ν.Δ. είχε πει ότι θα ψηφίσει το συγκεκριμένο μέτρο, ξαφνικά, μέσα σε μια νύχτα, για λόγους που μπορούμε να συζητήσουμε στη συνέχεια, άλλαξε την απόφασή της και τελικά κατέληξε στο «παρών» στην ψηφοφορία»

Για την αναστολή της αύξησης του ΦΠΑ στα νησιά και για τη χρονική διάρκεια του μέτρου:

«Μιλάμε κατά κύριο λόγο για νησιά, τα οποία έχουν υποστεί το βάρος της προσφυγικής κρίσης. Μιλάμε για νησιά τα οποία έχουν προβλήματα σε ό,τι αφορά την οικονομική δραστηριότητα εξαιτίας της μείωσης της τουριστικής κίνησης και τα οποία θεωρήσαμε ότι ήταν αναγκαίο να μην επιβαρυνθούν με τον επιπλέον ΦΠΑ, ο οποίος προβλεπόταν στη συμφωνία του Ιουλίου-Αυγούστου 2015 για μετά την 1/1/2017»

«Μια νομική διάταξη δεν μπορεί να έχει αόριστο χρόνο. Την κάνεις για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, για ένα έτος και στη συνέχεια, εάν δούμε ότι η προσφυγική κρίση συνεχίζεται, ότι υπάρχουν δημοσιονομικές δυνατότητες και βεβαίως ότι δεν έχει επανέλθει η οικονομική δραστηριότητα στα συγκεκριμένα νησιά στην προηγούμενη κατάσταση, προφανώς θα περάσουμε σε μια νέα αναστολή. Και να ξέρετε ότι, τουλάχιστον επί της ουσίας του θέματος, δεν υπάρχει και καμία διαφωνία εκ μέρους των ευρωπαϊκών θεσμών, αλλά και όλων όσοι συμμετέχουν στη διαπραγμάτευση σε σχέση με το μέτρο αυτό»

Για τις αντιδράσεις των θεσμών στις εξαγγελίες του Πρωθυπουργού:

«Η συμφωνία του Αυγούστου του 2015 λέει ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να παίρνει αποφάσεις, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν τέτοια δημοσιονομική επίπτωση που θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό του προγράμματος. Η συγκεκριμένη πολιτική απόφαση που πήρε η κυβέρνηση, κατά την ομολογία όχι της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά του συνόλου των θεσμών, δεν δημιουργεί πρόβλημα δημοσιονομικό, ούτε στο 2016, ούτε στο 2017, ούτε στο 2018»

«Έχουμε μια κυρίαρχη απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία δεν επηρεάζει την πορεία του προγράμματος. Αντιθέτως, αποτελεί το ελάχιστο που μπορούσε να κάνει η ελληνική κυβέρνηση με δεδομένους τους δημοσιονομικούς περιορισμούς της συμφωνίας και την αξιωματική αντιπολίτευση, αντί να στηρίξει τη συγκεκριμένη απόφαση, να προστρέξει να στηρίξει την πιο ακραία και την πιο αυστηρή στάση ενός εκ των δανειστών. Για ποιο λόγο; Διότι επιθυμεί διακαώς να αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις. Αυτό φαίνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή καθαρότητα. Η Ν.Δ. δεν επιθυμεί, αυτή τη στιγμή, να έχουμε μια καλή πορεία και μια θετική εξέλιξη των διαπραγματεύσεων. Αντιθέτως, επιθυμεί τον εκτροχιασμό του προγράμματος. Και ακριβώς αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τρέχει και συντάσσεται για άλλη μια φορά με τους πλέον ακραίους από τους δανειστές»

«Η ελληνική κυβέρνηση εφαρμόζει το πρόγραμμα, πετυχαίνει ένα δύσκολο πρόγραμμα, πετυχαίνει τους στόχους. Για πρώτη φορά βρισκόμαστε σε μια κατάσταση, όπου όχι απλώς πετυχαίνουμε τους στόχους, αλλά υπεραποδίδουν τα έσοδα. Και αυτή η προσπάθεια οδηγεί και στη δυνατότητά της, χωρίς κίνδυνο, να μπορέσει να αναδιανείμει τους πόρους τους οποίους έχει στη διάθεσή της»

Για το αν ήταν ενήμεροι οι θεσμοί για τις εξαγγελίες:

«Οι θεσμοί γνώριζαν ότι επιθυμούμε την υπεραπόδοση των εσόδων να την αναδιανείμουμε με κοινωνικό τρόπο. Από εκεί και πέρα, δεν υπήρξε συζήτηση για τις λεπτομέρειες των αποφάσεων τις οποίες τελικώς πήραμε. Η ελληνική κυβέρνηση ενημέρωσε για τις προθέσεις της. Από εκεί και πέρα, δεν ενημέρωσε σε ό,τι αφορά τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Θεωρούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο έδρασε η ελληνική κυβέρνηση είναι απολύτως εντός προγράμματος. Είναι απολύτως δικαίωμα της ελληνικής κυβέρνησης να κάνει όλα όσα έκανε. Και αυτό σας λέω ότι αποτυπώνεται και στην έκθεση που έχουν κάνει οι θεσμοί για το συγκεκριμένο μέτρο, παρά την αυστηρή γλώσσα»

Για το αν οι δηλώσεις ευρωπαίων αξιωματούχων και του εκπροσώπου του κ. Ντάισελμπλουμ, διαμορφώνουν αρνητικό κλίμα και ανησυχία για την Ελλάδα:

«Αυτό εξαρτάται από το πού επιλέγει κανείς να εστιάσει. Επιλέγει να εστιάσει στο ερώτημα που έθεσε το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών ή στην πλειάδα δηλώσεων που έγιναν κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής από Επιτρόπους, από Ευρωπαίους αξιωματούχους, από τον κ. Μοσκοβισί, από τον κ. Σαπέν, από τον κ. Ολάντ, από τον κ. Πιτέλα […]»

«Αυτή τη στιγμή, το κλίμα που επικρατεί στην Ευρώπη είναι ένα κλίμα στήριξης των προσπαθειών που κάνει η ελληνική κυβέρνηση. Είναι ένα κλίμα θετικό σε ό,τι αφορά την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Είναι ένα κλίμα θετικό σε ό,τι αφορά τη δυνατότητά μας να κλείσουμε την αξιολόγηση το δυνατόν συντομότερα. Το προβληματικό είναι ότι υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις, αλλά και δημοσιογραφικοί όμιλοι, οι οποίοι επιλέγουν διαρκώς να εστιάζουν στις δηλώσεις των πιο σκληρών εκ των δανειστών, δημιουργώντας μάλιστα ένα κλίμα το οποίο είναι διαστρεβλωτικό της πραγματικότητας»

Για τα σενάρια που αναφέρονται στη μη ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης:

«Κατά τον ίδιο τρόπο που φώναζαν για καιρό ότι δεν πρόκειται να κλείσει η πρώτη αξιολόγηση, ότι θα πέσει η κυβέρνηση, ότι η ελληνική οικονομία καταστρέφεται, ότι τα πράγματα πηγαίνουν διαρκώς από το κακό στο χειρότερο και τελικά διαψεύστηκαν επανειλημμένα, κατ΄ εξακολούθηση, κατά τον ίδιο τρόπο αυτές οι φωνές της καταστροφολογίας, της κινδυνολογίας, του μη σεβασμού στις προσπάθειες που κάνει το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας για να ανταπεξέλθει στα, πραγματικά, πολύ μεγάλα βάρη της κρίσης, και αυτή τη φορά θα πέσουν στο κενό»

Για τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στα θέματα της διαπραγμάτευσης:

«Θα έπρεπε, τουλάχιστον, να υπάρχει μια συνολική συμφωνία. Για παράδειγμα, για το γεγονός ότι πρέπει να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, χωρίς νέα μέτρα τα οποία ζητά το ΔΝΤ. Και το ερώτημα που τίθεται είναι: η κυβέρνηση δίνει αυτή τη στιγμή έναν πολιτικό αγώνα, ένα διαπραγματευτικό αγώνα. Να κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, χωρίς νέα μέτρα από το ΔΝΤ. Η Ν.Δ., όπως κι αν ορίζει κανείς το δημόσιο συμφέρον, θα πρέπει να τοποθετηθεί για το εάν και κατά πόσο θεωρεί ότι είναι ορθή η μάχη που δίνει αυτή τη στιγμή η ελληνική κυβέρνηση ή όχι. Όπως και να ορίζει κανείς το δημόσιο συμφέρον, δεν μπορεί να αποδεχθεί, κατά τη γνώμη μου, ότι θα πρέπει να υπάρξει μια νέα επιβάρυνση και μάλιστα για το 2019»

«Ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι συμφωνεί με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις του ΔΝΤ, είπε ότι η αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων αποτελεί ιδεοληπτική εμμονή της Αριστεράς, είπε μια σειρά από πράγματα. Εν πάση περιπτώσει, εγώ τα αφήνω αυτά, γιατί αυτά έχουν να κάνουν με τη σύγκρουση Αριστεράς-Δεξιάς. Έχουν να κάνουν με τη σύγκρουση της μιας αριστερής πολιτικής αντίληψης και μιας φιλελεύθερης πολιτικής αντίληψης. Αυτά, βεβαίως, να ακούγονται. Ο λαός ακούει, κρίνει, συγκρίνει προγράμματα, συγκρίνει πολιτικές. Εγώ αυτό το οποίο ρωτώ είναι αν ο κ. Μητσοτάκης συμφωνεί ή δεν συμφωνεί με την προσπάθεια που κάνει αυτή τη στιγμή η ελληνική κυβέρνηση να μην υπάρξουν εκ νέου μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα, όπως ζητά το ΔΝΤ. Δεν μιλώ, αυτή τη στιγμή, για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Δεν μιλώ για τις ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Δεν μιλώ για το μείγμα πολιτικής των δημοσιονομικών μέτρων. Μιλώ για κάτι πολύ συγκεκριμένο: 4,2 δις ζητά το ΔΝΤ για το 2019. Η Ν.Δ. τι λέει ως προς τον αγώνα που δίνει, αυτή τη στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση;»

Για τη διαπραγμάτευση, τις δεσμεύσεις της χώρας και τη στάση του ΔΝΤ:

«Το είπε και ο κ. Ντομπρόφσκις σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή της Κυριακής» ότι κανονικά οι διαφορές αυτές είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να γεφυρωθούν πάρα πολύ γρήγορα. Ωστόσο, υπάρχει ο σκόπελος της στάσης του ΔΝΤ. Εδώ, δεν μιλάμε για ένα πρόβλημα το οποίο αφορά την Ελλάδα ή στη σχέση της με τους δανειστές. Εδώ μιλάμε για μια πλανητικού χαρακτήρα απόφαση: αν το ΔΝΤ θα συνεχίσει ή δεν θα συνεχίσει να συμμετέχει στα προγράμματα των χωρών της Ευρωζώνης. Το να εστιάζουμε για αντιπολιτευτικούς λόγους, μικροκομματικούς λόγους, τη συζήτηση στην πιθανή ευθύνη της κυβέρνησης για το αν και κατά πόσο δεν κλείνει η αξιολόγηση, επειδή το ΔΝΤ ζητά αυτά, είναι εντελώς διαστρεβλωτικό της πραγματικότητας. Δεν έχει καμία σχέση με όσα τεκταίνονται, αυτή τη στιγμή, στο σύνολο των οικονομιών του δυτικού κόσμου»

«Το ΔΝΤ οφείλει κάποια στιγμή να απαντήσει για το τι ακριβώς θέλει να κάνει με το ελληνικό πρόγραμμα. Εάν αυτό θα είναι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη δεύτερη αξιολόγηση ή θα είναι μετά το κλείσιμό της, αυτό είναι θέμα το οποίο απασχολεί κατά κύριο λόγο ή πρέπει να απασχολεί το ΔΝΤ»

«Δεν συζητάμε αυτό (σ.σ. την αποχώρηση του ΔΝΤ). Εμείς αυτό το οποίο συζητάμε είναι: τον τρόπο με τον οποίο θα βρεθεί ένα νέο σημείο ισορροπίας, ένας συμβιβασμός, ο οποίος θα δώσει τη δυνατότητα για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης χωρίς νέα μέτρα. Σας θυμίζω ότι το ΔΝΤ έμεινε στο πρόγραμμα και κατά τη διάρκεια της πρώτης αξιολόγησης, παρά το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν υπέκυψε, όπως ζητούσε τότε η Ν.Δ. για να υπογράψουμε άρον-άρον, στις απαιτήσεις του για 3,6 δις μέτρα το 2018. Αντιθέτως, βρέθηκε ένας συμβιβασμός, ο οποίος δεν λέει κανείς ότι είναι εύκολος»

Για το αν υπάρχουν δεσμεύσεις της κυβέρνησης για την περίοδο πέραν του 2018:

«Έχει σημασία να ξεκαθαρίζουμε ορισμένα πράγματα, διότι φαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η συζήτηση, που πετάγονται αριθμοί από εδώ, υποτιθέμενες δεσμεύσεις από κει, στην πραγματικότητα αυτό το οποίο κάνει είναι να απλώνει ένα σκοτάδι, μία ομίχλη, όπου στο τέλος κανένας δεν καταλαβαίνει τίποτα. Να ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, τα πράγματα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μία δέσμευση για 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα μέχρι το 2018 και από εκεί και πέρα το πρόγραμμα προβλέπει ότι θα συζητηθούν τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, τα οποία, εάν παρθούν, θα συμπαρασύρουν προς τα κάτω και τα πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτή τη στιγμή το πρόγραμμα δουλεύει με την παραδοχή, η οποία είναι υπό αίρεση, υπό αίρεση ότι δεν έχουν παρθεί ακόμη τα μακροπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος. Όταν λοιπόν ξεκινήσει η συζήτηση γι’ αυτά τα ζητήματα, θα ξεκινήσει και η συζήτηση για τα πρωτογενή πλεονάσματα»

«Αυτό, λοιπόν, το οποίο συζητείται αυτή τη δεδομένη στιγμή που μιλάμε, στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης, είναι: «Πιάνει η Ελλάδα τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018, σύμφωνα με τις προβλέψεις των δανειστών της;». Και υπάρχουν τρεις θεσμοί που λένε ότι «ναι, πιάνει 3,5% χωρίς να χρειαστούν νέα μέτρα». Δεν μιλάμε για το δημοσιονομικό κενό των 200 εκατομμυρίων το οποίο έχει προκύψει και το οποίο είναι πάρα πολύ εύκολα γεφυρώσιμο. Πιάνει λοιπόν τους στόχους η Ελλάδα το 2018. Σας ξαναλέω, ESM, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Κομισιόν συμφωνούν σ’ αυτό. Και από την άλλη μεριά, υπάρχει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το οποίο λέει: «Με τα μέτρα τα οποία έχετε πάρει τώρα και σύμφωνα με τις προβλέψεις μου, δεν μπορείτε να πιάσετε 3,5% το 2018, αντιθέτως θα πιάσετε 1,5%». Αυτό δημιουργεί ένα δημοσιονομικό κενό, της τάξης του 2%. Γι’ αυτό τον λόγο, στην πρώτη αξιολόγηση για να υπάρξει μία πρόσθετη εγγύηση προς το ΔΝΤ, περάσαμε τη ρύθμιση για το δημοσιονομικό φρένο. Έτσι, το ΔΝΤ είπε: «Καλώς, δεν βάζω κώλυμα για το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης». Κλείσαμε την πρώτη αξιολόγηση και όλα πήγαν έτσι όπως δεν θεωρούσε ότι θα πάνε η ΝΔ τότε, που κινδυνολογούσε, καταστροφολογούσε κατά τον ίδιο τρόπο όταν κινδυνολογούσε ότι η χώρα πηγαίνει στα βράχια, πηγαίνει στον γκρεμό. Το 2019 το ΔΝΤ λέει: «Σύμφωνα με τις προβλέψεις μου, δεν μπορείτε να πιάσετε το 3,5% που προβλέπεται αυτή τη στιγμή από το πρόγραμμα. Επομένως λέω, είτε θα πάμε σε πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 1,5%, άρα θα συζητήσουμε τώρα για τη ρύθμιση του χρέους μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα είτε, εάν δεν συζητήσουμε τώρα για μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα, θα αποδεχθώ το 3,5% που λένε οι Ευρωπαίοι, ωστόσο, για να το αποδεχθώ θα πρέπει να βγαίνουν και οι δικές μου προβλέψεις». Οι καταστροφολογικές προβλέψεις που κάνει το ΔΝΤ και οι οποίες να θυμίσω ότι έχουν πέσει όλες έξω, την τελευταία διετία τουλάχιστον. Για να μην μιλήσουμε για τις παλιότερες προβλέψεις του, που ήταν εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα. Άρα, λοιπόν, σας λέω ότι αυτό το οποίο λέμε εμείς είναι ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή η δυνατότητα να βρεθεί ένας πολιτικός συμβιβασμός, μία ισορροπία που θα οδηγήσει στο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, χωρίς νέα μέτρα. Και το ερώτημα που τίθεται σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις είναι, εάν υποστηρίζουν αυτή την πολιτική και διαπραγματευτική γραμμή που έχει η κυβέρνηση ή θεωρούν ότι θα πρέπει να κλείσουμε τη δεύτερη αξιολόγηση (αλλά εάν το θεωρούν, πρέπει να το πουν) παίρνοντας τα μέτρα που ζητά το ΔΝΤ»

«Δεν υπάρχει περίπτωση να κλείσουμε τη β΄ αξιολόγηση δεχόμενοι τις απαιτήσεις του ΔΝΤ. Δεν θέλω να υπάρξει καμία παρεξήγηση σε σχέση με αυτό. Είναι απολύτως δεδομένο ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται να κάνει αποδεκτά τα μέτρα τα οποία προτείνει το ΔΝΤ»

Για το ρόλο της Γερμανίας στις διαπραγματεύσεις:

«Η Γερμανία και το ΔΝΤ αυτή τη στιγμή έχουν έναν κρίσιμο ρόλο στη διαπραγμάτευση. Η Γερμανία ζητά κάτι το οποίο είναι αδύνατο: Και το ΔΝΤ εντός προγράμματος, αλλά και καμία ρύθμιση για το χρέος.

Αυτή η αντίφαση της πολιτικής γραμμής της Γερμανίας, είναι στην πραγματικότητα η αντίφαση που ακολουθεί από την αρχή του το ελληνικό πρόγραμμα. Σας λέω, λοιπόν, ότι, όπως βρέθηκε λύση όλες τις προηγούμενες φορές, οι συντριπτικά μεγαλύτερες πιθανότητες είναι πως θα βρεθεί λύση και αυτή τη φορά και πλέον θα μπούμε στην τελική ευθεία για την τελική έξοδο από το πρόγραμμα»

Για το αν υφίσταται η πιθανότητα ρήξης:

«Με βάση το κλίμα που διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, με βάση τις δηλώσεις των επιτρόπων, με βάση τις δηλώσεις όλων όσων εμπλέκονται στη διαπραγμάτευση για το ελληνικό ζήτημα, δεν έχουμε κανέναν λόγο να πιστεύουμε ότι οδηγούμαστε σε μία κατάσταση ρήξης. Σας ξαναλέω ότι, τουλάχιστον έτσι όπως είναι τα πράγματα σήμερα, θα περιμένουμε να δούμε και τις εξελίξεις των επόμενων ημερών σε ό,τι αφορά τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, για να έχουμε και μια πιο καθαρή εικόνα. Διότι εγώ δεν θέλω να προεξοφλήσω θετικές εξελίξεις κλπ. Αυτά μένουν να τα δούμε. Και να δούμε ποιος θα δικαιωθεί και ποιος δεν θα δικαιωθεί. Σας λέω, λοιπόν, ότι κατά την εκτίμησή μου θα υπάρξουν θετικές εξελίξεις το επόμενο διάστημα και έχει προκύψει από το γενικό κλίμα ότι υπάρχει δυνατότητα ενός συμβιβασμού, ενός σημείου ισορροπίας, ο οποίος θα ευνοεί όλες τις πλευρές ή, εν πάση περιπτώσει, θα λύνει μια δύσκολη εξίσωση που έχουμε αυτή τη στιγμή μπροστά μας»

Για τα σενάρια που θέλουν την αξιολόγηση να κλείνει την Άνοιξη:

«Οι αξιολογήσεις μας για το πώς πρόκειται να κινηθούν τα πράγματα, να μην βασίζονται σε διαρροές, που γίνονται και για λόγους πολιτικής πίεσης, διαπραγματευτικής πίεσης, καθώς όταν βρισκόμαστε στην τελική ευθεία καταλαβαίνετε ότι η συζήτηση ανάβει απ’ όλες τις πλευρές, γιατί τελικά φαίνεται ότι κοντεύουμε σε ένα σημείο ισορροπίας»

«Περιμένουμε τις εξελίξεις σε ό,τι αφορά το ζήτημα που έχει προκύψει με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, που δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι δεν θα έχουμε θετική εξέλιξη στο συγκεκριμένο. Από εκεί και πέρα, οι τεχνικές διαπραγματεύσεις συνεχίζονται. Όπως έχει δηλώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πολλάκις, βρισκόμαστε πάρα πολύ κοντά στο 95% των ζητημάτων. Αυτό που απομένει, είναι να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να υπάρξει ένα σημείο ισορροπίας σε ό,τι αφορά την απαίτηση του ΔΝΤ για τα επιπλέον μέτρα μετά το 2018. Νομίζω ότι δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή ο συσχετισμός στην Ευρώπη για το ΔΝΤ, να επιβάλει μια τέτοια πολιτική επιλογή και γι’ αυτό είμαι αισιόδοξος ότι η αξιολόγηση θα πάρει τον δρόμο της και το συντομότερο δυνατόν, στη φάση όλων όσων έχουν ειπωθεί, θα μπορέσει να κλείσει. Αυτό νομίζω ότι είναι το σενάριο, με τις συντριπτικά μεγαλύτερες πιθανότητες αυτή τη στιγμή»

Για τα σενάρια σχετικά με το Grexit:

«Το σενάριο του Grexit σε οποιουδήποτε το μυαλό κι αν έχει μείνει, δεν είναι αυτή τη στιγμή στο μυαλό ούτε των οικονομικών αναλυτών ούτε των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών ούτε των ευρωπαϊκών θεσμών»

«Η συζήτηση για Grexit έχει κλείσει μια και καλή. Και το να επαναφέρουμε στην κουβέντα το ζήτημα αυτό, το μόνο που κάνει είναι να προσθέτει ανησυχία και αβεβαιότητα, κυρίως στους έλληνες πολίτες. Διότι κανένας στο εξωτερικό αυτή τη στιγμή δεν συζητά σοβαρά για την πιθανότητα ενός Grexit»

Για την πολιτική συγκυρία στην Ευρώπη:

«Το δεδομένο είναι το εξής: Ότι αυτή τη στιγμή την κατάσταση την οποία δημιούργησε η Ευρώπη, η συντηρητική γραμμή και η γραμμή του νεοφιλελευθερισμού την οποία υπηρέτησαν στην Ελλάδα και η Ν.Δ. αλλά και το ΠΑΣΟΚ φτάνει σε σημείο πολιτικής έκρηξης. Και το πολιτικό επίδικο σε αυτή τη φάση είναι, αν η αμφισβήτηση των κυρίαρχων πολιτικών θα έρθει από την Αριστερά και θα έχει προοδευτικό πρόσημο ή θα οδηγήσει την Ευρώπη σε πάρα πολύ σκοτεινές εποχές. Αυτό είναι το πολιτικό ερώτημα της εποχής. Δεν μπορούμε να επανέλθουμε, δεν πρόκειται να επανέλθουμε, όσο και αν το θέλει η Ν.Δ. και τα αδελφά συντηρητικά της κόμματα στην περίοδο της απόλυτης πολιτικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού»

«Δεν υπάρχει περίπτωση να επανέλθουμε στην περίοδο της απόλυτης πολιτικής και οικονομικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, έτσι όπως τον ζήσαμε τη δεκαετία του ‘ 90 και του 2000. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής οδήγησαν σε μια τεράστια παγκόσμια οικονομική κρίση και αυτή τη στιγμή το μεγάλο πολιτικό ερώτημα είναι, εάν η αμφισβήτηση αυτών των πολιτικών θα πάρει πρόσημο προοδευτικό, αριστερό, ριζοσπαστικό. Βεβαίως, αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο σε μια χώρα»

Για τη δυσφορία των πολιτών σχετικά με την πορεία της Ε.Ε. που καταγράφεται σε έρευνες:

«Ουδείς μπορεί να είναι ευχαριστημένος με την πορεία της Ε.Ε. Ουδείς μπορεί να είναι ευχαριστημένος με την κατάσταση της λιτότητας, της εξαιρετικά μεγάλης οικονομικής πίεσης που δέχεται η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού στη χώρα μας. Όλα αυτά είναι προφανή, είναι δεδομένα και ουδείς θέλει να τα παραγνωρίσει. Αντιθέτως, αυτό το οποίο προσπαθούμε να κάνουμε κάθε φορά είναι με δεδομένο το συντριπτικό συσχετισμό δύναμης, με δεδομένα τα προβλήματα, με δεδομένους τους περιορισμούς να υποστηρίζουμε διαπραγματευτικά, αλλά και στην καθημερινότητα τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία με τον τρόπο τον οποίο μπορούμε»

Για το αν οι δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων απέναντι στη ΝΔ και οι περιοδείες του Πρωθυπουργού δείχνουν κατεύθυνση πρόωρων εκλογών:

«Ο Πρωθυπουργός κάνει περιοδείες όπως έκανε και το προηγούμενο διάστημα για να ανακοινώσει πολιτικές, για να ακούσει τα προβλήματα των κοινωνιών, των τοπικών φορέων. Δεν νομίζω ότι πρέπει να συνδέονται οι πρωτοβουλίες που παίρνει ο Πρωθυπουργός με οποιοδήποτε εκλογικό σενάριο. Από εκεί και πέρα, στην πολιτική σύγκρουση, ειδικά όταν τα ζητήματα είναι καυτά, θα υπάρχουν πολιτικές συγκρούσεις και είναι καλές οι πολιτικές συγκρούσεις. Δεν νομίζω ότι θα μπορούμε να πιαστούμε από μια δήλωση ή από το διάβασμα του προγράμματος του Πρωθυπουργού για να ξεκινήσουμε να σεναριολογούμε»

Για το «κοινωνικό μέρισμα» Σαμαρά και τη στάση τότε του ΣΥΡΙΖΑ:

«Το 2014 το μέρισμα ήρθε με έναν τρόπο ο οποίος το ενέτασσε σε ένα πάρα πολύ μεγάλο νομοσχέδιο μνημονιακού χαρακτήρα με το οποίο είχαμε συγκεκριμένες διαφωνίες και το οποίο είχαμε καταψηφίσει»

«Τα 450 εκατ. ευρώ τα οποία είχε δώσει τότε ο κ. Σαμαράς, δεν τα είχε να τα δώσει. Και αναγκάστηκε να πάρει έντοκο γραμμάτιο για να τα δώσει. Επομένως, εντασσόταν σε μια απολύτως προεκλογική λογική, η οποία ήθελε να χρυσώσει το χάπι. Στη συνέχεια έγιναν όσα έγιναν. Ευτυχώς, έγιναν οι εκλογές του Γενάρη του 2015 και άλλαξε η καταστροφική οικονομικά και κοινωνικά συμφωνία την οποία είχαν υπογράψει οι κύριοι Σαμαράς και Βενιζέλος»

Για τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνία:

«Η συμφωνία την οποία εφαρμόζουμε δεν είναι μια εύκολη συμφωνία. Δεν είναι μια συμφωνία δημοσιονομικής επέκτασης, έτσι όπως θεωρούσαμε ότι είναι το ορθό, έτσι ώστε πάρα πολύ σύντομα η ελληνική οικονομία να ανακάμψει και να έρθει σε μια κατάσταση τέτοια που θα μπορεί να καρπωθεί τα οφέλη της ανάπτυξης. Το πρώτο είναι αυτό. Το δεύτερο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε την πολιτική τιμιότητα, μετά από μια σκληρή διαπραγμάτευση 7-8 μηνών, ήταν η πρώτη κυβέρνηση η οποία επέλεξε τη συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική και τη συγκεκριμένη πολιτική επιλογή, η οποία ήταν μια επιλογή που υπαγορεύτηκε από το καθήκον μας απέναντι στον ελληνικό λαό να προχωρήσει σε εκλογές μετά τη συμφωνία. Όπου δήλωσε με πολύ κατηγορηματικό τρόπο ότι αυτά καταφέραμε, αυτά μπορέσαμε να κάνουμε, κατ` αυτόν τον τρόπο μπορέσαμε να αλλάξουμε τις συμφωνίες που είχαν υπογράψει οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Και από εκεί και πέρα, αυτό το οποίο ζητάμε είναι μια εντολή για διαρκή διαπραγμάτευση και εφαρμογή της συμφωνίας την οποία έχετε μπροστά σας. Δεν πήραμε την πολιτική επιλογή να υλοποιήσουμε μια συμφωνία χωρίς την εντολή του ελληνικού λαού. Και νομίζω ότι αυτό όλοι οι πολίτες το αναγνωρίζουν. Την τιμιότητα τουλάχιστον που είχαμε, να πάμε και να πούμε ότι αυτό ήταν αυτό το οποίο καταφέραμε, το οποίο δεν είναι λίγο, αλλά σας ξαναλέω ότι θα θέλαμε να είχαμε πετύχει περισσότερα και να το υλοποιήσουμε»

Για την ανάγκη επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων:

«Αυτή τη στιγμή η ελληνική οικονομία περνάει σε μια φάση ανάκαμψης. Όλες οι προβλέψεις λένε ότι το 2016 θα κλείσει θετικά παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις πολλών. Θα κλείσει, λοιπόν, θετικά. Είναι πάρα πολύ κρίσιμο να υπάρχει μια κυβέρνηση η οποία έχει ως βασικό στόχο η ανάπτυξη να ωφελήσει τους πολλούς. Και αυτό γίνεται με συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις από τη δική μας μεριά, κορυφαία εκ των οποίων είναι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις. Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις είναι το όπλο των εργαζομένων, έτσι ώστε στη διαπραγμάτευσή τους με την εργοδοσία να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο, να διεκδικούν να μεγαλώνει το μερίδιο των μισθών στο συνολικό προϊόν. Αυτό είναι μια πολιτική επιλογή, η οποία ορίζει και τις διαχωριστικές γραμμές στο πολιτικό σύστημα»

Για τις διαχωριστικές γραμμές στο πολιτικό σύστημα:

«Από τη μια μεριά έχουμε την Αριστερά, τον ΣΥΡΙΖΑ που λέει «συλλογικές διαπραγματεύσεις, ενίσχυση των εργαζομένων, έτσι ώστε να μεγαλώνει το μερίδιο των μισθών στο συνολικό ΑΕΠ». Από την άλλη μεριά έχουμε τη ΝΔ η οποία συνεπής στη φιλελεύθερη αντίληψή της λέει ότι ο μοναδικός τρόπος για να περάσουμε στην ανάπτυξη είναι το πλήρες ξεχαρβάλωμα της αγοράς εργασίας. Είναι οι φοροαπαλλαγές στις μεγάλες επιχειρήσεις, είναι το να σταματήσουμε να φορολογούμε τα μερίσματα, των κερδών δηλαδή, είναι πράγματα τα οποία έχει πει ο κ. Μητσοτάκης. Κατ` αυτόν τον τρόπο ορίζεται αυτή τη στιγμή η πολιτική διαχωριστική γραμμή στο σήμερα. Πάνω σε αυτή την πολιτική διαχωριστική γραμμή συγκρούονται οι πολιτικές δυνάμεις. Και σας ξαναλέω ότι προφανώς μια κυβέρνηση η οποία εφαρμόζει ένα δύσκολο πρόγραμμα θα έχει φθορά. Ωστόσο θεωρώ ότι ο κόσμος καταλαβαίνει και αυτό θα εκφραστεί στην ώρα του, ποια είναι η κυβέρνηση εκείνη η οποία παλεύει για τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας και ποιες είναι οι πολιτικές δυνάμεις οι οποίες θεωρούν ότι ο μόνος τρόπος για να προοδεύσουν οι κοινωνίες είναι τα δώρα σε αυτό το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως ολιγαρχία»

«Αυτό το οποίο λέμε είναι ότι χρειαζόμαστε δημοσιονομικό χώρο για να υπάρξει καλύτερη κατανομή των βαρών, αναδιανομή του εισοδήματος, έτσι ώστε να στηριχθεί η κοινωνική πλειοψηφία. Βασική διαχωριστική γραμμή, αυτή τη στιγμή, είναι η διαχωριστική γραμμή που λέει ότι τα οφέλη της ανάπτυξης πρέπει να συμμετέχουν και οι εργαζόμενοι. Για να συμμετέχουν οι εργαζόμενοι με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ, είναι αναγκαία η αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Κάτι το οποίο η φιλελεύθερη παράταξη, η Ν.Δ., θεωρεί ότι είναι μια ιδεοληπτική εμμονή της Αριστεράς. Λοιπόν, εμείς δεν το θεωρούμε ιδεοληπτική εμμονή. Το δεύτερο πράγμα είναι ότι θεωρεί η Ν.Δ., ο κ. Μητσοτάκης, ότι μπορεί να βγάλει την Ελλάδα από την κρίση, μειώνοντας τους φόρους στα μερίσματα και στις μεγάλες επιχειρήσεις και κόβοντας δαπάνες από υγεία, παιδεία και κοινωνικό κράτος. Εδώ, λοιπόν, συγκρούονται στην πραγματικότητα δύο κόσμοι. Κανείς δεν λέει ότι δεν πρέπει να μειωθούν οι φόροι στους εργαζόμενους, στη μισθωτή εργασία, στους αυτοαπασχολούμενους, όμως εδώ δεν πρόκειται περί αυτού, δεν συζητάμε γι’ αυτό. Η Ν.Δ. έχει εντελώς διαφορετική αντίληψη. Ο στόχος της είναι η μείωση των φόρων στις μεγάλες επιχειρήσεις, η μείωση στα μερίσματα των κερδών, η μη αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια ειδική οικονομική ζώνη στην Ελλάδα όπου υποτίθεται, σύμφωνα με το αφήγημα που επικράτησε στη χώρα το ΄90 και το 2000, θα δημιουργήσει επενδυτικές ευκαιρίες για όλους και αυτό στην πραγματικότητα θα φέρει την ανάπτυξη, όπου κάποια στιγμή θα ωφελήσει και τον κόσμο της εργασίας. Λοιπόν, αυτές είναι δύο συγκρουόμενες πολιτικές αφηγήσεις και δεν πρόκειται ποτέ να μπορέσουν να συντεθούν. Και γι’ αυτό το λόγο υπάρχει και η πολιτική σύγκρουση και ευτυχώς που υπάρχει»

Συνέντευξη στον Ρ/Σ Παραπολιτικά 90,1 και τους δημοσιογράφους Σωτήρη Ξενάκη & Βασίλη Αδαμόπουλο

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε υπουργέ, χθες είδαμε μια οξύτατη αντιπαράθεσημεταξύ της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας, με αφορμή αυτό το επίδομα από την υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, που θα δοθεί στους συνταξιούχους. Βλέπετε, αποφεύγω προσεκτικά να το χαρακτηρίσω είτε ως εφάπαξ εισφορά είτε ως δέκατη τρίτη σύνταξη γιατί εδώ λιγάκι έχουμε μπερδευτεί. Όμως θα ήθελα να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας από μια αναφορά, που έγινε μέσα από το Μαξίμου, μια σκληρή κριτική κατά της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη προσωπικά. Γιατί τον κατηγορήσατε ότι άλλαξε γνώμη μετά από ένα τηλεφώνημα ακραίων κύκλων των δανειστών. Που σας προκύπτει εσάς κάτι τέτοιο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μας προκύπτει από το εξής. Και είναι προβληματικό το γεγονός ότι η ΝΔ ακόμα δεν έχει δώσει πειστικές απαντήσεις. Γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι η επίσημη θέση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία είχε δηλωθεί και μέσω ανακοίνωσης ήταν ότι θα υπερψηφίσει τα μέτρα. Αμέσως μετά το ερώτημα που τέθηκε από το γερμανικό υπουργείο οικονομικών και το οποίο οδήγησε στη συζήτηση – εν πάση περιπτώσει– και στην εξέταση των θεσμών στον αν και κατά πόσο η συγκεκριμένη αυτή κίνηση επηρεάζει ή όχι το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που έχει συμφωνήσει η Ελλάδα. Η στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης άλλαξε πλήρως και σχεδόν άμεσα. Επομένως είναι η στάση της ΝΔ που έχει πολλά ερωτηματικά. Για ποιο λόγο, ενώ δεν υπήρξε καμία απολύτως ένδειξη ότι οι θεσμοί θα απαντήσουν αρνητικά στο ερώτημα, το οποίο τέθηκε από τη μεριά του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών αλλά και του ESM μέσω του κ.Ντάισελμπλουμ. Για ποιό λόγο λοιπόν η ΝΔ άλλαξε άρδην την τοποθέτησή της;

Εμάς μας προξενεί πάρα πολύ μεγάλο προβληματισμό. Θα περιμέναμε από τη ΝΔ να έχει μια στάση η οποία θα συνέβαλε, θα συμβάλλει στην προσπάθεια η οποία γίνεται για τη στήριξη των κοινωνικών στρωμάτων που έχουν πληγεί από την κρίση και όχι να παίρνει τη θέση επί της ουσίας των πιο ακραίων [εκ των δανειστών] και υπό αυτήν την έννοια σας λέω ότι περιμένουμε ακόμα μια πειστική απάντηση από τη ΝΔ, για ποιο λόγο άλλαξε τη στάση της.

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Υπουργέ, αυτό που λέτε βέβαια είναι λίγο διαφορετικό από αυτό που διατυπώθηκε στο nonpaper.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Αυτό είναι ερώτημα που θέτεται, λογικό.

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Λογικότατο. Προκύπτει ως συμπέρασμα.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Αλλά είναι άλλο αυτό και άλλο μετά από τηλεφωνήματα ακραίων κύκλων των δανειστών, που του έδωσαν τη σχετική εντολή. Άλλο είναι το ένα και άλλο το άλλο. Το πρώτο που λέτε εδώ σε εμάς, είναι πολύ λογικό. Και εγώ για λογικό το ακούω. Το δεύτερο όμως δείχνει ότι έχετε μια πληροφόρηση ενδεχομένως.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι είμαστε πάρα πολύ σαφείς. Η ΝΔ και ο πρόεδρός της, ο κ. Μητσοτάκης, οφείλουν να δώσουν πειστική απάντηση για τους λόγους οι οποίοι τους έκαναν να κάνουν στροφή 180 μοιρών και να αλλάξουν την πολιτική τους τοποθέτηση η οποία δύο ημέρες πριν ήταν ότι θα υπερψηφίσουν τα μέτρα. Εγείρει ερωτηματικά και αυτό θα έπρεπε να μας προβληματίσει όλους ο λόγος για τον οποίο η ΝΔ οδηγήθηκε σε αυτή την απόφαση.

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Για να κάνουμε εμείς τώρα τον αντίλογο, να πούμε ότι με ένα τρόπο έχει απαντηθεί αυτό – πειστικά ή όχι, ο καθένας είναι σε θέση να το κρίνει και να το αξιολογήσει. Είπε, ας πούμε, ο κύριος Άδωνις Γεωργιάδης ότι ουσιαστικά με το «παρών» είπαν «ναι» στο επίδομα, αλλά «όχι» στην κυβέρνηση Τσίπρα, διότι μεσολάβησε αυτή η αντίδραση εκ μέρους των δανειστών.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αν κάποιος θέλει να πει «ναι» στο επίδομα τότε λέει «ναι» στο επίδομα. Η στάση του «παρών» επί της ουσίας είναι μια στάση που για μικροπολιτικούς λόγους προσπαθεί να δώσει την εικόνα ότι η συγκεκριμένη κίνηση μπορεί ή θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Και όπως είδατε η ΝΔ φαίνεται ότι είναι αυστηρότερη ως προς την τήρηση του προγράμματος από ό,τι είναι οι Θεσμοί. Γιατί γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι έχει υπάρξει μια άτυπη ενημέρωση του ESM, αλλά και οι δηλώσεις του κυρίου Ντομπρόβσκις και οι δηλώσεις του κυρίου Ρέγκλινγκ και οι δηλώσεις του κυρίου Ντάισελμπλουμ, που λένε ότι η συγκεκριμένη κίνηση δεν επηρεάζει δημοσιονομικά τους στόχους του προγράμματος.

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Για το 2017-2018.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι. Όχι μόνο για το 2017 και το 2018, αλλά και για το 2016. Αν προσέξατε, αυτό το οποίο λέει η άτυπη ενημέρωση του ESM σε ό,τι αφορά το 2016, είναι ότι η κίνηση αυτή μειώνει όχι το έσοδο αλλά το μαξιλαράκι το οποίο έχει κρατηθεί έτσι ώστε εάν οι προβλέψεις δεν είναι ακριβείς να μην έχουμε πρόβλημα σε ό,τι αφορά την τήρηση του στόχου. Άρα δημοσιονομικά δεν επηρεάζει ούτε το 2016. Και όχι μόνο αυτό, αλλά λέει ότι πλέον το EuroWorkingGroup(EWG) δεν έχει τεχνικό ή νομικό λόγο για να μην ξεπαγώσει τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος. Από εκεί και πέρα, είναι πολιτική απόφαση του EWG τι πρόκειται να κάνει και τι θέλει να κάνει. Και η ΝΔ, παρά το γεγονός αυτό, σπεύδει να είναι βασιλικότερη του βασιλέως σε ό,τι αφορά την τήρηση του προγράμματος. Kαι νομίζουμε ότι δίνει διαπιστευτήρια σε πολιτικούς κύκλους στο εξωτερικό, σε πολιτικούς κύκλους των δανειστών οι οποίοι γνωρίζετε ότι έχουν μια εξαιρετικά σκληρή στάση κάποιοι από αυτούςσε ό,τι αφορά την τήρηση του προγράμματος, το οποίο, ξαναλέω, δεν βρίσκεται σε κανέναν κίνδυνο πρώτον. Και δεύτερον δεν υπάρχει κανένας λόγος να θεωρούμε ότι δεν τηρείται εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης. Το αντίθετο συμβαίνει.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Αυτό που λέτε έχει πάλι μια λογική. Να ρωτήσω, τώρα να μου πείτε γιατί αυτοί οι όποιοι δανειστές ή όποιος δανειστής ή όποιος ενδιαφερόμενος τηλεφώνησε στη ΝΔ ή εν πάση περιπτώσει έστειλε ένα μήνυμα στη ΝΔ «μην το ψηφίσετε» δεν έκανε το ίδιο για το δεύτερο σκέλος του πακέτου αυτού που αφορά τον ΦΠΑ. Το οποίο η ΝΔ αλλάζοντας στάση, είναι αλήθεια, δηλώνει πως θα το ψηφίσει.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Διότι η ΝΔ έχει καταλάβει ότι διέπραξε ένα σοβαρό πολιτικό λάθος, ένα σοβαρότατο πολιτικό ατόπημα και γι’ αυτό το λόγο αποφάσισε ξανά μέσα σε πολύ λίγες ημέρες να αλλάξει τη στάση της και να επανέλθει στην αρχική της τοποθέτηση μετά και την εσωκομματική σύγκρουση η οποία έχει ξεσπάσει για την οποία όμως καλό είναι να μην σχολιάσουμε κάτι παραπάνω.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Προφανώς, δεν είναι και κομψό, αλλά γιατί άκουσε τον Σόιμπλε τότε –γιατί έτσι είχε τεθεί το ερώτημα, από το πρωτοσέλιδο της «Αυγής» την Παρασκευή – και δεν ακούει τον Σόιμπλε τώρα ενδεχομένως; Λέτε: γιατί κατάλαβε ότι θα έχει πολιτικό κόστος ενδεχομένως.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σας εξηγώ. Διότι πρόκειται για ένα τεράστιο πολιτικό ατόπημα, πρόκειται για μία επιλογή η οποία της στοίχησε. Και γιατί βλέπετε ότι τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν έτσι όπως τα περίμενε η ΝΔ. Είχαμε πει πάρα πολλές φορές στο παρελθόν ότι η ΝΔ επιθυμεί στην πραγματικότητα οι διαπραγματεύσεις να εκτροχιαστούν. Η ΝΔ επιθυμεί το κακό της χώρας, για να προσποριστεί μικροκομματικά οφέλη. Πλέον η κίνησή της αυτή, την προηγούμενη εβδομάδα, νομίζω ότι επιβεβαιώνει την πολιτική μας εκτίμηση. Δεν θέλει μία καλή εξέλιξη σε ό,τι αφορά τη δεύτερη αξιολόγηση, σε ό,τι αφορά τα επιμέρους ζητήματα, τα οποία μπορεί να προκύπτουν μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών, διότι αυτό που επιθυμεί διακαώς είναι να βρεθεί η ελληνική κυβέρνηση σε δύσκολη θέση. Δεν της γίνεται το χατίρι, δεν της γίνεται.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Με βάζετε στον πειρασμό να σας ρωτήσω: Όταν το 2014 δεν ψηφίζατε εσείς το κοινωνικό μέρισμα Σαμαρά, θέλατε το κακό της χώρας;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ακούστε. Το κοινωνικό μέρισμα Σαμαρά ή έτσι όπως τουλάχιστον το ονομάσανε, δεν έχει καμία σχέση με αυτό το οποίο κάναμε εμείς και θα σας πω για ποιον λόγο. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ τότε, ως κυβέρνηση, ψευδώς είπαν ότι μοιράζουν πλεόνασμα. Ξέρετε πάρα πολύ καλά ότι το πλεόνασμα του 2013, όποιο ήταν αυτό το πλεόνασμα, δεν μπορεί να μοιραστεί το 2014. Διότι αυτό το οποίο έδωσε η ΝΔ τότε εγγράφηκε στη δαπάνη του 2014, ρίχνοντας στην πραγματικότητα το πρόγραμμα έξω.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Ήταν 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ επικυρωμένο από τη Eurostat το πλεόνασμα του 2013.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ναι, ναι. Μόνο που δεν μπορείς να το μοιράσεις εκ των υστέρων. Ό,τι μοιράζεις από εκεί και πέρα, εγγράφεται στη δαπάνη του επόμενου έτους, ό,τι μοιράζεις μετά τον Δεκέμβρη του 2013.

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Διαδικαστικό, όμως, ήταν αυτό.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν είναι καθόλου διαδικαστικό, διότι ρίχνει το πρόγραμμα έξω, αδειάζει τα ταμεία και σας θυμίζω επίσης ότι δεν είχε καν ταμειακά διαθέσιμα ο κύριος Σαμαράς για να το μοιράσει και πήρε έντοκο γραμμάτιο. Όμως, το σημαντικό είναι άλλο.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Δηλαδή, προστατεύουν το πρόγραμμα λέτε εσείς.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι. Αν θυμάστε καλά, όμως, είχε κατατεθεί με ένα άρθρο και έναν νόμο μαζί με πολλές άλλες μνημονιακές ρυθμίσεις, αν δεν κάνω λάθος. Και ήταν και αυτός ένας από τους λόγους για τους οποίους η δική μας κυβέρνηση, η αντιπολίτευση τότε, δεν είχε ψηφίσει τη συγκεκριμένη επιλογή.

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Για να το κλείσουμε αυτό το θέμα, υπάρχει ένα σημείο στην ανακοίνωση της ΝΔ, όπου διαπιστώνει κανείς μία αντικειμενική βάση, έτσι; Και ποια είναι αυτή; Ότι πραγματικά άλλη γλώσσα χρησιμοποίησε ο Πρωθυπουργός στο διάγγελμά του για τη χορήγηση του συγκεκριμένου επιδόματος και άλλη γλώσσα χρησιμοποίησε στις δηλώσεις που έκανε έξω. Δηλαδή, ενώ εδώ είχε μιλήσει για δέσμευση που γίνεται πράξη σχετικά με τη 13η σύνταξη, έξω μίλησε για μια εφάπαξ απόφαση. Και είδα, μάλιστα, ότι στην ανακοίνωση που έβγαλε το Μέγαρο Μαξίμου προσπάθησε να συγκεράσει αυτά τα δύο μαζί, μιλώντας για εφάπαξ 13η σύνταξη. Εδώ δεν μπορεί να μιλήσει κανείς – δεν θέλω να πω διγλωσσία, ίσως ακουστεί πολύ σκληρό – για διαφορετική διατύπωση; Εν πάση περιπτώσει, για διαφορετική διατύπωση μέσα και διαφορετική διατύπωση έξω;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Και στις δύο περιπτώσεις σας λέω ότι η βασική βούληση της κυβέρνησης είναι εφόσον έχει τη δυνατότητα στα επόμενα έτη να υπεραποδίδει και να υπερβαίνει τους στόχους, η βούλησή της είναι να επαναλάβει την ίδια κίνηση. Από εκεί και πέρα, αυτό εξαρτάται και από τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και από τις δυνατότητες που θα έχουμε να υπερβαίνουμε τους στόχους και να δημιουργείται ένας δημοσιονομικός χώρος για να επαναλάβουμε τις αντίστοιχες παροχές.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, είστε νέος στην ηλικία, αλλά έμπειρος στην πολιτική. Επειδή και εμείς έχουμε φάει αρκετές δεκαετίες στην πολιτική, εγώ θα έλεγα – αυτό είναι προσωπική εκτίμηση δεν μπορώ να το στηρίξω πουθενά – ότι το πολιτικό κλίμα το οποίο παρακολουθώ να εκτυλίσσεται τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς και οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες – αύριο ο Πρωθυπουργός πάει στην Κρήτη μέσα στην εβδομάδα των Χριστουγέννων, γενικώς γυρίζει σε όλη την Ελλάδα – εμένα προσωπικά, μου λέει ότι κάτι έχει στο μυαλό του. Και στο μυαλό του αυτό που μπορεί να έχει δεν είναι τίποτα άλλο – κάτι μου λέει μέσα μου – παρά μόνο μια εκλογική αναμέτρηση, στην οποία μπορεί να οδηγηθεί, είτε γιατί ο ίδιος το θέλει είτε γιατί τα πράγματα το εξωθήσουν να φτάσει εκεί. Αυτό εσείς το αποκλείετε στον δημόσιο λόγο σας κατηγορηματικά, αλλά δεν φοβάστε ότι μπορεί – γιατί η αξιολόγηση αργεί ακόμη – να χρειαστεί να προσφύγετε τελικά στις κάλπες και αυτό να συμβεί στο αμέσως επόμενο διάστημα;

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Το είπε ο κ. Ντομπρόβσκις ότι η αξιολόγηση αργεί ακόμη.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σας λέω ότι ο Πρωθυπουργός κάνει περιοδείες για να επισκεφθεί πολίτες, να ακούσει προβλήματα, να ανακοινώσει συγκεκριμένες πολιτικές. Σας θυμίζω επίσης ότι είναι και βουλευτής Ηρακλείου και θα έπρεπε κάποια στιγμή να επισκεφθεί και την Κρήτη. Όμως, επειδή μου βάζετε πάρα πολλά ερωτήματα, οι εκλογές δεν αποτελούν… επειδή μου είπατε και για τον κ. Ντομπρόβσκις…

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Θα τα πούμε και για τον κ. Ντομπρόβσκις.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Οι εκλογές δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση τμήμα του σχεδιασμού μας. Έχουμε δηλώσει σε όλους τους τόνους ότι δεν υπάρχει περίπτωση να διακινδυνεύσουμε να παραδοθεί η χώρα στους προθύμους των δανειστών. Η στόχευσή μας είναι να κλείσουμε την αξιολόγηση, να μπούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, και από εκεί και πέρα, να ξεκινήσουμε δοκιμαστικές εξόδους στις αγορές, έτσι ώστε τον Αύγουστο του 2018 να είμαστε έτοιμοι να βγούμε επιτέλους από τα μνημόνια και από την επιτροπεία. Αυτό είναι το βασικό σενάριο, πάνω σε αυτό δουλεύουμε, δεν μας απασχολεί απολύτως τίποτα άλλο. Όμως σας ξαναλέω ότι ακόμη και στην πολύ απίθανη περίπτωση που η αξιολόγηση καθυστερεί, διότι δεν μπορεί εύκολα να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ των διαφορετικών απόψεων, δεν είναι σε καμία περίπτωση στην πρόθεσή μας να προχωρήσουμε σε εκλογές. Αυτή τη στιγμή το τελευταίο πράγμα το οποίο χρειάζεται η χώρα είναι εκλογές.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Αυτή τη διατύπωση την έχετε ξανακάνει. Αυτή η διατύπωση, κύριε Εκπρόσωπε, δεν βγάζει μια ηττοπάθεια; Είναι σαν να λέτε ότι αν γίνουν εκλογές τώρα, τις χάσατε. Αυτό λέτε. Γιατί λέτε ότι δεν θα παραδώσουμε…

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Είπα ότι δεν θα διακινδυνεύσουμεσε αυτή τη φάση που είμαστε, στη μέση μιας προσπάθειας την οποία κάνουμε για την έξοδο της χώρας από το μνημόνιο και την επιτροπεία, μια πιθανή παλινόρθωση. Δεν είμαι ηττοπαθής. Σας λέω ότι όταν υπάρχει μια εθνική μάχη όλα είναι πιθανά. Εμείς έχουμε σκοπό να εξαντλήσουμε την κατά το Σύνταγμα προβλεπόμενη θητεία αυτής της κυβέρνησης.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Δημοψήφισμα μήπως; Ενδεχομένως; Έχουμε ξανακάνει και έχουμε εμπειρία.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτά είναι δημοσιογραφικές εκτιμήσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία βάση.

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Θα ήθελα να σταθώ λίγο, επειδή και εσείς το αναφέρατε, στις δηλώσεις που έκανε ο κ. Ντομπρόβσκις, ο οποίος είπε ότι δεν είναι αδιέξοδη η κατάσταση, αλλά είναι πιο ταραχώδης από ό,τι πριν από μερικές εβδομάδες, και ουσιαστικά προανήγγειλε μια καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης, έτσι; Κάποιων εβδομάδων, κάποιων μηνών. Πώς το σχολιάζετε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Το πρώτο που θέλω να πω, είναι ότι ο κ. Ντομπρόβσκις δεν έχει απευθείας εικόνα της εξέλιξης των διαπραγματεύσεων, σε αντίθεση με άλλους επιτρόπους, άλλους Ευρωπαίους αξιωματούχους που είναι άμεσα εμπλεκόμενοι στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Αυτό είναι το πρώτο. Το δεύτερο είναι ότι είναι μια πολιτική εκτίμηση την οποία δικαιούται βεβαίως να την έχει ο κ. Ντομπρόβσκις. Όμως, σας λέω πως αν υπάρχει πολιτική βούληση, εκ μέρους όλων των πλευρών για την εξεύρεση μιας συμβιβαστικής συμφωνίας, νομίζω ότι έχουμε τη δυνατότητα να κλείσουμε πάρα πολύ σύντομα. Να σας πω και ένα τρίτο πράγμα. Αυτό το οποίο αναφέρει ο κ. Ντομπρόβσκις, που δίνει μάλιστα και τη λύση ή μάλλον εκτιμά ότι μπορεί να βρεθεί λύση, δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο δεν μπορεί να οδηγήσει άμεσα, διότι λέει στη συνέντευξή του, κάποια στιγμή, «όπως βρέθηκε λύση στην 1η αξιολόγηση, έτσι είναι δυνατόν και αυτή τη στιγμή να βρεθεί λύση». Επομένως, αφού ο κ. Ντομπρόβσκις και οι υπόλοιποι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν στο μυαλό τους έναν τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαμε να υπερβούμε αυτή τη στιγμή τις διαφωνίες, για ποιο λόγο δεν τον καταθέτουν έτσι ώστε να προχωρήσουμε πάρα πολύ γρήγορα και να κλείσουμε την αξιολόγηση μέχρι τέλος του χρόνου ή στις πρώτες μέρες του Γενάρη. Δηλαδή, είναι λίγο αντιφατικό το γεγονός ότι δηλώνει με σιγουριά πως μπορεί να ξεπεραστούν οι διαφορές και από την άλλη μεριά λέει ότι μπορεί να καθυστερήσει και να πάει και μέχρι την άνοιξη η αξιολόγηση. Σας λέω, λοιπόν, χρειάζεται εποικοδομητική στάση από όλους, βοήθεια από όλους, προτάσεις από όλους, έτσι ώστε να μπορέσουμε να βρούμε ένα νέο σημείο ισορροπίας και να προχωρήσουμε κανονικότατα στην εφαρμογή του προγράμματος, χωρίς να υπάρχουν περαιτέρω προβλήματα.

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Υπουργέ, για να έχει και ο κόσμος μια υπεύθυνη απάντηση, με αφορμή αυτή την κουβέντα που έχουμε εμείς, σε τι σημείο βρισκόμαστε; Η κυβέρνηση σε ποιο σημείο εκτιμά ότι βρίσκεται αυτή τη στιγμή η διαπραγμάτευση για την αξιολόγηση; Πού βρισκόμαστε;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Βρισκόμαστε στο σημείο όπου το ΔΝΤ έχει την απαίτηση για νέα μέτρα μετά το 2018, μετά τη λήξη του προγράμματος και η ελληνική κυβέρνηση με κατηγορηματικό τρόπο έχει δηλώσει ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να κάνει αποδεκτή μια τέτοια πρόταση. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν τρόποι για να ξεπεραστεί το συγκεκριμένο ζήτημα όπως είναι για παράδειγμα η πρόταση που έχει κάνει ο Υπουργός Οικονομικών για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2019, στο 2,5%, όπου το 1% του δημοσιονομικού πόρου που θα βρεθεί θα μπορέσει να δοθεί για την ενίσχυση της ανάπτυξης. Υπάρχουν και άλλες προτάσεις οι οποίες μπορούν να κατατεθούν, έτσι ώστε να υπερβούμε τις δυσκολίες. Αυτή είναι η φάση στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή.

ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό για το οποίο σας κατηγορεί η ΝΔ έντονα, είναι ότι έχετε ουσιαστικά υπογράψει πλεονάσματα για μια 10ετία στο 3,5%.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ΝΔ είναι και πάλι ανακριβής. Αναφέρεται στην έκθεση την οποία κατέθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Eurogroup, την οποία όπως ξέρετε δεν έχει υπογράψει η ελληνική πλευρά. Αυτό το οποίο έχει υπογράψει η ελληνική πλευρά είναι το 3,5% σε «μεσοπρόθεσμη βάση» και γι` αυτό γίνεται όλη η φασαρία για το πώς ερμηνεύεται αυτός ο όρος, για δύο χρόνια, πέντε χρόνια κλπ. Αυτό έχει υπογράψει η ελληνική πλευρά. Και το δεύτερο πράγμα που θέλω να σας πω, είναι ότι η ΝΔ είναι η τελευταία που μπορεί να μιλά για τα ύψη των πρωτογενών πλεονασμάτων, όταν το πρόγραμμα του 2012, το οποίο εκείνη είχε υπογράψει με πανηγυρισμούς, έλεγε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα θα έπρεπε να είναι κατά μέσο όρο 4% μέχρι το 2030. Επομένως, καλό είναι η ΝΔ να κοιτά τις δικές της υπογραφές και να αφήσει τις ανύπαρκτες υπογραφές της κυβέρνησης.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Μια τελευταία ερώτηση από εμένα, κύριε Εκπρόσωπε, γενικότερης φύσεως. Εσείς είστε στη θέση αυτή, ενάμιση δύο μήνες, σας έχουμε ακούσει, όσο και αν διαφωνεί κάποιος μαζί σας ακούει ένα λόγο ο οποίος είναι συγκρατημένος, συγκροτημένος και ευπρεπής. Ωστόσο το τελευταίο διάστημα υπάρχουν κυβερνητικά στελέχη και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ – δεν θέλω να πω ονόματα, θα πω όμως περιπτώσεις – τα οποία έκαναν δηλώσεις που προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση. Να ξεκινήσω από αυτό με τα νησάκια τα πέντε-έξι που μπορούμε να δώσουμε, να πω για τις τοποθετήσεις για τη Χρυσή Αυγή, να πω για τις τοποθετήσεις για την ελληνική σημαία, μπορώ να σας πω και άλλα. Αυτό το πράγμα, αυτή η πανσπερμία δηλώσεων και μάλιστα και από κυβερνητικά στελέχη και από απλούς βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργούν ένα προβλήματα στην εικόνα της κυβέρνησης προς τα έξω και στην προσπάθεια που κάνει αυτή τη στιγμή που βρίσκεται στην κορύφωση η διαπραγμάτευση και είναι δύσκολη η στιγμή, η οποία περνά.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι στον πολιτικό λόγο ο οποίος είναι καθημερινός και στη διαρκή έκθεση πολλές φορές εν τη ρύμη του λόγου μπορεί κάποιος να προβεί σε δηλώσεις τις οποίες δεν θα ήθελε, μπορεί να πει μια λέξη ή φράση λανθασμένη, την οποία μπορεί στη συνέχεια να διορθώσει. Δεν νομίζω ότι δημιουργούν πολιτικό πρόβλημα οι συγκεκριμένες δηλώσεις. Αντιθέτως, έχουν δοθεί για όλα αυτά τα οποία μου λέτε, διευκρινήσεις. Και πολλές φορές νομίζω ότι υπάρχει και μια πρακτική διόγκωσης των συγκεκριμένων δηλώσεων για πολιτικούς λόγους, όχι μόνο από την αντιπολίτευση αλλά και από συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης τα οποία παίζουν αντιπολιτευτικό ρόλο και αυτό είναι απολύτως ξεκάθαρο όχι μόνο σε εμένα ή σε εσάς αλλά σε ολόκληρο τον ελληνικό λαό.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Εγώ συμφωνώ μαζί σας και εσείς θα συμφωνήσετε ότι υπάρχουν πάρα πολλά στελέχη και κυβερνητικά και του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν έχουν δώσει τέτοιες αφορμές στο δημόσιο λόγο τους, σωστά; Φαντάζομαι, συμφωνείτε μαζί μου;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Εντάξει, μπορεί να έχουν σε συγκεκριμένα ζητήματα, μπορεί να μην έχουν δώσει αφορμές…

ΞΕΝΑΚΗΣ: Αν λείπανε, φαντάζομαι, θα σας διευκολύνανε – αν λείπανε αυτές οι φωνές. Υποθέτω, δεν ξέρω.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Όχι, δεν θα μας διευκόλυνε το να μην έχουν τη δυνατότητα οι βουλευτές της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να έχουν τη γνώμη τους και να την εκφράζουν με παρρησία.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Ακόμα και αν πρόκειται για γνώμη η οποία δημιουργεί ζητήματα και εσωτερικάκαι αποδοκιμάζεται και από κυβερνητικά και από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αυτή η γνώμη πολλές φορές. Δεν μιλάω κεντρικά από την κυβέρνηση και από εσάς, μιλάω για τον διάλογο, τον πολιτικό.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε κάθε περίπτωση όμως η γνώμη είναι ιερή, ειδικά, σε μια δημοκρατία.

ΞΕΝΑΚΗΣ: Ευχαριστούμε, κύριε Τζανακόπουλε! Καλή εβδομάδα και καλές γιορτές!

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Να είστε καλά.

Ενημέρωση των διαπιστευμένων πολιτικών συντακτών και ανταποκριτών ξένου τύπου

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ

→ Η ελληνική κυβέρνηση δεν θα αποδεχθεί τη νομοθέτηση μέτρων μετά το πέρας του προγράμματος.

→ Η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόκειται να παραδώσει τη χώρα και την κοινωνία στους πρόθυμους.

→ Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου είχε δεσμεύσει τη χώρα για πρωτογενή πλεονάσματα με μέσο όρο 4% μέχρι το 2030.

→ Δεν ισχύει ότι το 50% των νοικοκυριών εξαιρείται από τη φορολογία, ούτε ότι οι καταβαλλόμενες συντάξεις έχουν ύψος αντίστοιχο με αυτές που καταβάλλονται από ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες. Οι δαπάνες της Ελλάδας για συντάξεις και άλλα επιδόματα βρίσκονται στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ και στο 52%. Την ίδια στιγμή το 45% των συνταξιούχων λαμβάνει σύνταξη κάτω από 665 ευρώ, που αποτελεί το όριο της φτώχειας, ενώ πάνω από 4 εκατομμύρια Έλληνες αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

→ Ο Πρωθυπουργός, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής θα έχει σειρά επαφών, μεταξύ άλλων, με τον Πρόεδρο της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, τον Γάλλο Πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ και τον Ολλανδό Πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε.

→ Η ατζέντα της συνάντησης με την Άνγκελα Μέρκελ περιλαμβάνει την πορεία του προγράμματος, το προσφυγικό, τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό και τις σχέσεις ανάμεσα στην ΕΕ και την Τουρκία.

 

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ

Μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού από τη Βουλή, έχουν πλέον τεθεί οι στόχοι και έχουν μπει οι βάσεις για την ελληνική οικονομία το 2017.

Ο Πρωθυπουργός κατά τη συζήτηση έκλεισε το σενάριο των πρόωρων εκλογών. Ξεκαθάρισε με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν πρόκειται να παραδώσει τη χώρα και την κοινωνία στους πρόθυμους.

Επίσης έχουμε ήδη καταστήσει σαφές ότι οι βουλευτές της πλειοψηφίας δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να προστεθούν σε όσους από την αντιπολίτευση μείζονα και ελάσσονα απεργάζονται σενάριο αυξημένης πλειοψηφίας για την ψήφιση επιπλέον μέτρων.
Η θέση της κυβέρνησης ήταν είναι και θα είναι κατηγορηματική: Δεν θα αποδεχτεί τη νομοθέτηση μέτρων μετά το πέρας του προγράμματος.

Κατά τη συζήτηση μπήκαν με σαφήνεια οι διαχωριστικές πολιτικές και ιδεολογικές γραμμές μεταξύ της κυβέρνησης και της ΝΔ.
Από τη μια το σχέδιο της κυβέρνησης για την υπεράσπιση της κοινωνικής πλειοψηφίας, το κλείσιμο της β΄ αξιολόγησης με αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων ώστε από την ανάκαμψη να επωφεληθούν κυρίως οι εργαζόμενοι.

Από την άλλη το σχέδιο του Κου Μητσοτάκη που επιδιώκει την διακοπή των διαπραγματεύσεων και την αποσταθεροποίηση ώστε να επιβάλει ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας χρεώνοντας το στην σημερινή κυβέρνηση.

Το σχέδιο του όμως θα καταρρεύσει όπως κατέρρευσε κατά τη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή και το success story που προσπάθησε το τελευταίο διάστημα να νεκραναστήσει το επικοινωνιακό επιτελείο της ΝΔ.

Καθώς αποδείχτηκε ότι η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου είχε δεσμεύσει τη χώρα για πρωτογενή πλεονάσματα με μέσο όρο 4% μέχρι το 2030.

Όσον αφορά τις εξελίξεις στη διαπραγμάτευση, η ελληνική κυβέρνηση και οι εκπρόσωποι των θεσμών θα συναντηθούν σήμερα. Θα συνεχίσουν τη συζήτηση από εκεί που σταμάτησε.

Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης, παραμένει σταθερή στα ήδη γνωστά ζητήματα των εργασιακών και των δημοσιονομικών στόχων. Αμετάβλητη παραμένει η πάγια θέση της ελληνικής κυβέρνησης για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων στη βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.

Το ίδιο ισχύει και για τα δημοσιονομικά, στα οποία αναφέρθηκε εκτενέστατα ο Υπουργός Οικονομικών στη Βουλή αλλά και ο Πρωθυπουργός επαναλαμβάνοντας ότι δεν γίνονται αποδεκτά νέα μέτρα μετά τη λήξη του προγράμματος.

Ένα σχόλιο είναι απαραίτητο όμως για τη στάση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αλλά και το χθεσινό άρθρο των κυρίων Τόμσεν και Ομπσφελντ.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται εκεί το Ταμείο δεν επιθυμεί περαιτέρω λιτότητα και υπερασπίζεται πλεονάσματα 1,5% για μετά τη λήξη του προγράμματος.

Προξενεί όμως απορία το γεγονός ότι την ίδια στιγμή οι δύο αξιωματούχοι αυτοαναιρούμενοι αναφέρουν ότι θα αποδεχτούν τις απαιτήσεις των Ευρωπαίων για 3,5% πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και ότι θα απαιτήσουν νέα μέτρα λιτότητας καθώς εκτιμούν ότι οι προβλέψεις πάνω στις οποίες βασίζεται το Πρόγραμμα είναι υπεραισιόδοξες.

Οι εκτιμήσεις τους όμως είναι λανθασμένες ενώ οι πληροφορίες που αναφέρουν είναι ψευδείς.

Σε ότι αφορά ειδικά τις εκτιμήσεις να θυμίσω:

→ Το 2010 το Ταμείο προέβλεπε ότι η ελληνική οικονομία θα επανέλθει στην ανάπτυξη με ρυθμούς 1,1% το 2012, ενώ τελικά η ελληνική οικονομία τότε παρουσίασε ύφεση 6,6%

→ Στη συνέχεια, το 2013 ήλθε η ομολογία εκ μέρους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ότι είχε κάνει λάθος στους πολλαπλασιαστές.

Έτσι για το 3ο Πρόγραμμα αντέστρεψε πλήρως την τακτική του και εγκαινίασε μια τακτική καταστροφολογικών προβλέψεων οι οποίες έχουν και πάλι όλες διαψευστεί.

→ Σας θυμίζω ότι για το 2015 προέβλεπε πρωτογενές έλλειμμα ενώ η ελληνική οικονομία πέτυχε πλεόνασμα 0,2%

→ Για το 2016 προέβλεπε πάλι έλλειμμα και βαθειά ύφεση ενώ η ελληνική οικονομία όχι μόνο υπεραποδίδει στους στόχους για πρωτογενές πλεόνασμα αλλά είναι πολύ πιθανό η χρονιά να κλείσει ακόμη και με θετικό πρόσημο στην ανάπτυξη.

Και τα δεδομένα όμως που επικαλείται το άρθρο για την ελληνική οικονομία είναι ψευδή.

→ Συγκεκριμένα ούτε το 50% των νοικοκυριών εξαιρείται από τη φορολογία ούτε οι καταβαλλόμενες συντάξεις έχουν ύψος αντίστοιχο με αυτές που καταβάλλονται από ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες.

→ Αντίθετα όπως αναφέρει σε σημερινό του άρθρο απάντησης ο Υπουργός Οικονομικών κύριος Ευκλείδης Τσακαλώτος οι δαπάνες της Ελλάδας για συντάξεις και άλλα επιδόματα βρίσκονται στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ και στο 52%.

→ Την ίδια στιγμή το 45% των συνταξιούχων λαμβάνει σύνταξη κάτω από 665 Ευρώ που αποτελεί το όριο της φτώχειας ενώ πάνω από 4 εκατομμύρια Έλληνες αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Μάλλον λοιπόν το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι οι φοροαπαλλαγές και οι υψηλές συντάξεις.

Το ΔΝΤ λοιπόν οφείλει να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του όχι μόνο απέναντι στην Ελλάδα αλλά και απέναντι στην διεθνή κοινότητα επιμένοντας στην ανάγκη για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 1,5% για μετά τη λήξη του προγράμματος και βελτιώνοντας την τεχνοκρατική του επάρκεια σε ότι αφορά τις προβλέψεις του.

Αναφορικά με το πρόγραμμα του Πρωθυπουργού, γνωρίζετε ότι βρίσκεται στη Νίσυρο από όπου σε λίγη ώρα θα ανακοινώσει σειρά παρεμβάσεων που σχετίζονται με τη νησιωτική πολιτική ενώ στη συνέχεια θα μεταβεί στην Τήλο.

Αύριο θα βρεθεί τη Θεσσαλονίκη, όπου θα πραγματοποιήσει σειρά συσκέψεων ενώ στη συνέχεια θα αναχωρήσει για τις Βρυξέλλες ώστε
Ο Πρωθυπουργός, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής θα έχει σειρά επαφών, μεταξύ άλλων, με τον Πρόεδρο της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, τον Γάλλο Πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ και τον Ολλανδό Πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε.

Την Παρασκευή, ο Πρωθυπουργός θα μεταβεί στο Βερολίνο, όπου θα συναντηθεί με την Καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ. Η ατζέντα της συνάντησης περιλαμβάνει το προσφυγικό, τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό και τις σχέσεις ανάμεσα στην ΕΕ και την Τουρκία. Στο περιθώριο της συνάντησης αναμένεται να συζητήσουν και θέματα που άπτονται της διαπραγμάτευσης. Σας παραπέμπω άλλωστε και στις σχετικές ανακοινώσεις της εκπροσώπου της Γερμανικής Κυβέρνησης, κ. Ντέμερ.

Τέλος, το Σάββατο ο Πρωθυπουργός θα απευθύνει χαιρετισμό στο Συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που διεξάγεται στη γερμανική πρωτεύουσα.