Ομιλίες

Ομιλία στη Βουλή κατά τη συζήτηση επί της προτάσεως δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης

ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ

 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ κ. ΣΑΜΑΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΕ
Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση το ύφος απολογίας του κ. Σαμαρά. Μια ιστορική αναδρομή πιθανώς σε μία προσπάθεια να ζητήσει μια άκομψη συγγνώμη στην κα. Ντόρα Μπακογιάννη και τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη και για το γεγονός ότι το 1993 έριξε την κυβέρνηση του πατέρα τους. Έκανε μια απολογητική αποτίμηση ο κ. Σαμαράς και αποφάσισε για τον εαυτό του ότι «τα πήγε καλά» στη διαπραγμάτευση για το ονοματολογικό το 1991-1992. Υπάρχει όμως και μια άλλη ιστορική αποτίμηση για τις αποδόσεις του. Αυτή του κ. Μητσοτάκη που σε συνέντευξή του προ 4ετίας δήλωσε πως «τα έκαμε μούσκεμα». Είπε κι άλλα διάφορα πράγματα ο κ. Σαμαράς. Αντί άλλης απάντησης ας διαβάσει το χθεσινό άρθρο του κ. Κασιμάτη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ που σας εξηγεί γιατί η Συμφωνία που θα υπογράψουμε είναι και καλή και διασφαλίζει τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Που φαντάζομαι δεν είναι κάποιος ακραίος αριστερός συριζαίος, κλπ, κλπ. Διαβάστε αυτή ή άλλες αναλύσεις από πραγματικούς φιλελεύθερους που σέβονται τον εαυτό τους. Όχι σαν κι εσάς δηλαδή που πάτε όπου φυσάει ο άνεμος κάθε φορά ανάλογα με το τί βολεύει. Δεν μας είπε ο κ. Σαμαράς αν είναι ή δεν είναι με το σύνθετο όνομα. Μας είπε ότι ο κ. Βενιζέλος εξέφρασε μια προσωπική του άποψη στον ΟΗΕ. Ξέχασε να μας πει όμως ότι στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του το 2012 είχε υπερψηφιστεί η θέση περί σύνθετης ονομασίας. Το ξέχασε κι αυτό. Δεν πειράζει. Μας είπε ότι προσπαθούμε να διασπάσουμε τη ΝΔ. Αυτός που έχει ταλέντο στη διάσπαση της ΝΔ είναι ο κ. Σαμαράς δεν είμαστε εμείς, το έχει ξανακάνει. Οι λόγοι για τους οποίους εμείς θα επιλύσουμε αυτή τη διένεξη έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι ασκούμε εξωτερική πολιτική με υπευθυνότητα και σχετίζονται με την ανάγκη για ειρήνη και συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή.
 
ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ
Υπό την καθοδήγηση του κ. Σαμαρά, ο κ. Μητσοτάκης θεώρησε τους τελευταίους 6 μήνες ότι βρήκε το πολιτικό θέμα που θα τον πάει στις εκλογές. Και κάνοντας μια τεράστια πολιτική παραχώρηση στην ακροδεξιά ηγετική ομάδα που ελέγχει ο κ. Σαμαράς και που τον κρατάει όμηρο, σήκωσε σημαία αντιπαράθεσης για το ζήτημα των διαπραγματεύσεων με τη πΓΔΜ. Δε νομίζω ότι έχει καταλάβει ακριβώς τις συνέπειες αυτής της πολιτικής του επιλογής. Ούτε για το κόμμα του ούτε για τη χώρα πολύ περισσότερο. Διότι στην πραγματικότητα ο κ. Μητσοτάκης απελευθέρωσε ένα βαθύ εθνικιστικό ιδεολογικό δυναμικό και μετέτρεψε σε ελάχιστο χρόνο τη ΝΔ από κεντροδεξιό φιλελεύθερο κόμμα σε εθνολαϊκιστικό μόρφωμα. Αν ακούσετε τις τοποθετήσεις των βουλευτών της αυτές τις ημέρες θα το επιβεβαιώσετε. Όμως αυτή η πολιτική επιλογή μετατοπίζει συνολικά τον άξονα γύρω από τον οποίο προσδιορίζεται η Δεξιά στη χώρα μας και αυτή είναι η ύστατη και η πιο επικίνδυνη συνέπεια της επιλογής του κ. Μητσοτάκη. Διότι τι αλήθεια περιμένει κανείς να ακούσει από τον χρυσαυγίτη Μπαρμπαρούση όταν ο πρώην ΠΘ της χώρας μιλάει για “ξεπουλήματα” και οι βουλευτές της ΝΔ για “εθνικές προδοσίες” και για “μειοδοσίες”; Όταν η ΝΔ μιλά για προδοσία, η Χρυσή Αυγή θα μιλήσει για την ανάγκη πραξικοπήματος. Για αυτό και ο κ. Μητσοτάκης φέρει ακέραια και ολοκληρωτική την ευθύνη για όσα συνέβησαν χθες στη Βουλή. Είναι η λογική συνέπεια του γεγονότος ότι έχουν στρώσει το χαλί στον εθνικισμό. Τρέφετε το τέρας του εθνικισμού.
 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΗΣ ΝΔ
Ο κ. Μητσοτάκης ξεκίνησε εδώ και κάποιες μέρες να αμφισβητεί την εξουσία του Πρωθυπουργού και του ΥΠΕΞ να υπογράψουν Διεθνή Συμφωνία. Πέρα από κάθε νομική και συνταγματική λογική, προσπάθησε να επιχειρηματολογήσει ότι δήθεν η κυβέρνηση θα έπρεπε να ζητήσει την άδεια της Βουλής για να ασκήσει τη νόμιμη και συνταγματική αρμοδιότητά της. Ζήτησε μάλιστα ο κ. Μητσοτάκης και την παρέμβαση του ΠτΔ που ευγενικά τον έβαλε στη θέση του. Το Σύνταγμα και το Διεθνές Δίκαιο γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι ορίζουν σαφώς τις αρμοδιότητες των υπουργών και πρωθυπουργών για να υπογράφουν διεθνείς συμβάσεις. Πήγατε λοιπόν να μετατρέψετε ένα ζήτημα πολιτικής αρμοδιότητας σε ζήτημα συνταγματικής τάξης. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα ατοπήματά σας. Το παράδοξο είναι με τον τρόπο αυτό ο κ. Μητσοτάκης κατάφερε μέσα σε 2 ημέρες η ελληνική κυβέρνηση να επιβεβαιώσει την εμπιστοσύνη της Βουλής 2 φορές.
 
ΓΙΑ ΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΗΣ ΝΔ
Ο κ. Μητσοτάκης με τη στάση του κατάφερε να δικαιώσει ιστορικά και πολιτικά τον Αντώνη Σαμαρά που εκφράζοντας τις απόψεις που εκφράζει σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης έριξε την Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη πριν από 25 χρόνια. Νομίζω ότι αυτό το παράδοξο επισφραγίζει ακριβώς και επιβεβαιώνει την πολιτική ομηρία του κ. Μητσοτάκη από την ακροδεξιά ομάδα της οποίας ηγείται ο κ. Σαμαράς.
 
ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΗΣ ΝΔ
Η ΝΔ ήταν καταγεγραμμένη στην Ευρώπη ως ένα φιλελεύθερο και φιλοευρωπαϊκό κόμμα που σήκωσε ανάστημα απέναντι στον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα σε 2 μόλις μέρες ο κ. Μητσοτάκης κατάφερε: α) η ΝΔ να αποδοκιμάζεται στο Ευρωκοινοβούλιο για τη στάση της απέναντι στη Συμφωνία, β) η ναυαρχίδα του γερμανικού συντηρητικού Τύπου FRANKFURT ALLEMAGNE ZEITUNG να αποκαλεί τον κ. Μητσοτάκη «εκπρόσωπο του παλαιού πολιτικού καθεστώτος που χρεοκόπησε την Ελλάδα», γ) το περιοδικό FOCUS να τον παρομοιάζει σήμερα με τον Βίκτορ Όρμπαν, τον υπερεθνικιστή ηγέτη της Ουγγαρίας και νούμερο 1 αντίπαλο της ανοιχτής Ευρώπης και δ) το περιοδικό FOREIGN POLICY να κάνει λόγο για «την εθνικιστική αντιπολίτευση της Ελλάδας». Ο κ. Μητσοτάκης κατάφερε να πείσει του Ευρωπαίους για αυτό που η κυβέρνηση έλεγε εδώ και πάρα πολύ καιρό ότι δηλαδή η ΝΔ είναι ένα εθνολαϊκιστικό κόμμα.
 
ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΤΗΣ ΝΔ
Δείτε και συγκρίνετε τις δηλώσεις του εθνικιστικού δεξιού VMRO και του κ. Μητσοτάκη, του κ. Κουμουτσάκου και των άλλων. Λένε ακριβώς τα ίδια. Το VMRO αποκαλεί τον κ. Ζάεφ μειοδότη, η ΝΔ αποκαλεί τον κ. Τσίπρα μειοδότη. Τελικά ποιος από τους δύο είναι ο μειοδότης; Ο Τσίπρας ή ο Zaev; Κανένας από τους δύο. Απλώς βρέθηκαν επιτέλους δύο ηγέτες με λίγο μυαλό στο κεφάλι τους για να επιλύσουν μια διένεξη που στερούσε διπλωματικό κεφάλαιο από την Ελλάδα και τα Βαλκάνια και για να κλείσουν οριστικά το κεφάλαιο της εθνικιστικής έξαρσης, των μεγαλοϊδεατισμών, των ακροτήτων, των εξάρσεων.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, άκουσα με προσοχή την ομιλία  του κ. Σαμαρά. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση το ύφος του. Ήταν ένα ύφος απολογίας, μια ιστορική αναδρομή, πιθανόν για να προσπαθήσει να ζητήσει μια άκομψη συγγνώμη στην κυρία Μπακογιάννη και στον κ. Μητσοτάκη για το γεγονός ότι το 1993 έριξε την Κυβέρνηση του πατέρα τους. 

Νομίζω ότι έκανε μια απολογητική αποτίμηση ο κ. Σαμαράς και αποφάσισε για τον εαυτό του ότι τα πήγε καλά στη διαπραγμάτευση για το θέμα του ονόματος την περίοδο 1991-1992. Υπάρχει, όμως, και μια άλλη ιστορική αποτίμηση για τις αποδόσεις του κ. Σαμαρά εκείνη την περίοδο, που έχει έρθει από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. 

Πριν από τέσσερα περίπου χρόνια σε μια συνέντευξή του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ο κ. Μητσοτάκης είπε για τον κ. Σαμαρά, ο οποίος πριν από λίγο μας δήλωσε ότι τα πήγε πολύ καλά στη διαπραγμάτευση, ότι «Ο κ. Σαμαράς τα έκανε  μούσκεμα». Αυτή ήταν η ιστορική αποτίμηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για τον κ. Σαμαρά, που χειροκροτούσατε όλοι μαζί πριν από λίγη ώρα εδώ. 

Ο κ. Σαμαράς, με τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την όλη διαδικασία της διαπραγμάτευσης τότε, αποσταθεροποίησε πλήρως τις σχέσεις μας με τη γειτονική χώρα. Κόντεψε να αποσταθεροποιήσει το σύνολο των Βαλκανίων και τώρα νομίζει ότι θα βάλει κινδυνολογικά και εκβιαστικά βέτο στην προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να επιλύσει αυτή τη διένεξη, η οποία κρατάει εδώ και είκοσι έξι χρόνια. Δεν  θα το καταφέρει. 

Είπε και άλλα πολλά ο κ. Σαμαράς για τον αλυτρωτισμό, για τη γλώσσα, για την υπηκοότητα, διαστρέβλωσε πράγματα, παρουσιάστηκε εδώ ως δικολάβος. Εν πάση περιπτώσει, αντί άλλης απάντησης για τον κ. Σαμαρά θα του συνέστηνα να διαβάσει ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο, το οποίο δεν έχει γραφτεί από κάποιον φιλοσυριζαίο. Έχει δημοσιευθεί στην Καθημερινή, αν δεν κάνω λάθος. Είναι το άρθρο του κ. Στέφανου Κασιμάτη, ο οποίος σας εξηγεί για ποιον λόγο η συμφωνία την οποία θα υπογράψουμε σε λίγες ώρες είναι και καλή, αλλά και διασφαλίζει απολύτως τα εθνικά συμφέροντα της χώρας.

Ο κ. Κασιμάτης φαντάζομαι δεν είναι κάποιος ακραίος Αριστερός συριζαίος κ.λπ.

Αντί, λοιπόν, για άλλη απάντηση, διαβάστε το συγκεκριμένο άρθρο ή μπορείτε να διαβάσετε και άλλες αναλύσεις που έχουν γραφτεί στον Τύπο από πραγματικούς φιλελεύθερους, που σέβονται το εαυτό τους, όχι σαν εσάς που πηγαίνετε κάθε φορά όπου φυσάει ο άνεμος, αναλόγως με το τι βολεύει την  πολιτική σας λογοδιάρροια.

Αυτό που δεν μας είπε ο κ. Σαμαράς είναι βεβαίως αν και κατά πόσο είναι ή δεν είναι με το σύνθετο όνομα. Είπε ότι ο κ. Βενιζέλος εξέφρασε μια προσωπική του άποψη στον ΟΗΕ. Δεν μας είπε, όμως, ότι στις προγραμματικές  δηλώσεις της κυβέρνησής του, το 2012, είχε υπερψηφιστεί η θέση περί σύνθετης ονομασίας. Το ξέχασε κι αυτό. Δεν πειράζει.

Μας είπε, επίσης, ότι ο λόγος για τον οποίο θέλουμε να δώσουμε λύση στο πρόβλημα αφορά την προσπάθειά μας να διασπάσουμε τη Νέα Δημοκρατία. Αυτός που έχει ταλέντο στη διάσπαση της Νέας Δημοκρατίας είναι ο κ. Σαμαράς, δεν είμαστε εμείς. Το έχει ξανακάνει.

Οι λόγοι για τους οποίους εμείς θα επιλύσουμε τη συγκεκριμένη διένεξη έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι ασκούμε εξωτερική με υπευθυνότητα, σχετίζεται με την ανάγκη για σταθερότητα, ειρήνη και συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή.

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι βουλευτές, υπό την καθοδήγηση του κ. Σαμαρά, ο κ. Μητσοτάκης τους τελευταίους έξι μήνες θεώρησε ότι βρήκε το πολιτικό θέμα που θα τον πάει σε εκλογές. Ο κ. Μητσοτάκης κάνοντας μια τεράστια πολιτική παραχώρηση στην ακροδεξιά ηγετική ομάδα, την οποία ελέγχει ο κ. Σαμαράς στη Νέα Δημοκρατία και που τον κρατάει όμηρο, σήκωσε σημαία αντιπαράθεσης για το ζήτημα των διαπραγματεύσεων με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Δεν νομίζω ότι έχει καταλάβει ακριβώς τις συνέπειες αυτής της πολιτικής του επιλογής, ούτε για το κόμμα του, ούτε για τη χώρα, πολύ περισσότερο. Διότι στην πραγματικότητα και να ακούσετε τις τοποθετήσεις των Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και του κ. Σαμαρά προηγουμένως, που μίλησαν αυτές τις μέρες θα το επιβεβαιώσετε πλήρως ότι ο κ. Μητσοτάκης απελευθέρως ένα βαθύ εθνικιστικό, ιδεολογικό δυναμικό και μετέτρεψε τη Νέα Δημοκρατία, σε ελάχιστο χρόνο, από δεξιό νεοφιλελεύθερο κόμμα σε εθνολαϊκιστικό μόρφωμα.

Όμως, και αυτό είναι το πρόβλημα, αυτή η πολιτική επιλογή μετατοπίζει συνολικά τον άξονα γύρω από τον οποίο προσδιορίζεται η Δεξιά στη χώρα μας και αυτό είναι ακριβώς η ύστατη συνέπεια της πολιτικής επιλογής του κ. Μητσοτάκη. Η πιο επικίνδυνη, μάλιστα, συνέπεια, διότι τι -αλήθεια- περιμένει να ακούσει κανείς από τον χρυσαυγίτη Μπαρμπαρούση, όταν ο πρώην Πρωθυπουργός της χώρας μιλάει για «ξεπουλήματα», όταν οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας μιλούν για εθνικές προδοσίες, για μειοδοσίες;

Τι ακριβώς περιμένει κανείς να ακούσει από τον κ. Μπαρμπαρούση; Περιμένει να καλέσει  για ανατροπή του Προέδρου της Δημοκρατίας, για σύλληψη του Πρωθυπουργού. Είναι φυσικό επακόλουθο, το οποίο εσείς προκαλέσατε με τη στάση σας, αυτό το οποίο συνέβη χθες στη Βουλή. Είναι η λογική συνέπεια του γεγονότος ότι έχετε στρώσει το χαλί στον εθνικισμό. Τρέφετε το τέρας του εθνικισμού, εσείς και οι συνάδελφοί σας!

Όταν η Νέα Δημοκρατία μιλάει για προδοσία, η Χρυσή Αυγή θα μιλήσει για την ανάγκη πραξικοπήματος.

Και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο ο κ. Μητσοτάκης φέρει ακέραια και ολοκληρωτική την ευθύνη για όλα όσα συνέβησαν χθες στην ελληνική Βουλή, ακέραια και ολοκληρωτική.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, υπάρχουν στον λόγο και τη στάση της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και στα αποτελέσματα της επιλογής της τέσσερα ανυπόφορα παράδοξα που θέλω να επισημάνω.

Παράδοξο πρώτο, το συνταγματικό παράδοξο. Ο κ. Μητσοτάκης ξεκίνησε εδώ και κάποιες μέρες να αμφισβητεί την εξουσία του Υπουργού Εξωτερικών και του Πρωθυπουργού να υπογράψουν διεθνή συμφωνία. Προσπάθησε να επιχειρηματολογήσει πέρα από κάθε νομική και συνταγματική λογική ότι η Κυβέρνηση πρέπει να ζητήσει δήθεν την έγκριση της Βουλής για την υπογραφή.  Να ζητήσει, δηλαδή, η εκτελεστική εξουσία την έγκριση της Βουλής, όπως έκαναν οι δύο, τρεις πρώτες μνημονιακές κυβερνήσεις, όταν έπρεπε να υπογράψουν τον εξωδικαστικό συμβιβασμό με τη Siemens. Επειδή φοβούνταν οι Υπουργοί να πάνε να τις υπογράψουν μόνοι τους, γιατί δεν ήξεραν τι θα επακολουθούσε μετά, ζητούσαν την έγκριση της Βουλής για να είναι καλυμμένοι και νομικά. 

Μας είπαν, λοιπόν, ότι αυτό το οποίο ανακάλυψαν ως πατέντα τα πρώτα μεταμνημονιακά χρόνια θα πρέπει να μετατραπεί σε συνταγματική λογική και ότι δήθεν η Κυβέρνηση έπρεπε να ζητήσει την άδεια της Βουλής για να πάει να ασκήσει τη νόμιμη συνταγματική αρμοδιότητά της.

Ζήτησε μάλιστα και τη σχετική παρέμβαση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος τον έβαλε στη θέση του σε ελάχιστα δευτερόλεπτα με πολύ ευγενικό τρόπο, θα έλεγα.

Το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο γνωρίζετε πάρα πολύ καλά ότι ορίζει σαφώς τις αρμοδιότητες της Κυβέρνησης. Το διεθνές δίκαιο μάλιστα στο άρθρο 8 της Σύμβασης της Βιέννης για τις διεθνείς συνθήκες προβλέπει ότι ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός Εξωτερικών έχουν την δυνατότητα να υπογράφουν διεθνείς συνθήκες. Είναι κομμάτι της εκτελεστικής τους εξουσίας αυτό. 

Επομένως, το γεγονός ότι πήγατε να μετατρέψετε μια πολιτική αντιπαράθεση σε θέμα συνταγματικής τάξης νομίζω ότι είναι ένα από τα μεγαλύτερα ατοπήματά σας.

Θα μου πείτε ποιο είναι το παράδοξο; Το παράδοξο ξέρετε ποιο είναι; Το παράδοξο είναι ότι την πρώτη φορά που στην κοινοβουλευτική ιστορία μετά από την αναγγελία κατάθεσης πρότασης μομφής από τον αρχηγό σας ήρθε η Βουλή και εν ολομελεία υπερψήφισε νομοσχέδιο της Κυβέρνησης με 154 ψήφους. Δηλαδή, ο κ. Μητσοτάκης κατάφερε εντός δύο ημερών η ελληνική Κυβέρνηση να επιβεβαιώσει την εμπιστοσύνη της Βουλής δύο φορές. Πρόκειται για πρωτοφανές κοινοβουλευτικό γεγονός και τον ευχαριστούμε πάρα πολύ για αυτό.

Παράδοξο δεύτερο, το οικογενειακό παράδοξο το οποίο νομίζω ότι είναι μάλλον προφανές. Ο κ. Μητσοτάκης με τη στάση του κατάφερε να δικαιώσει ιστορικά και πολιτικά τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος εκφράζοντας τις απόψεις που εκφράζει σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης έριξε την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Νομίζω ότι αυτό το παράδοξο επισφραγίζει ακριβώς και επιβεβαιώνει την πολιτική ομηρία του κ. Μητσοτάκη από την ακροδεξιά ομάδα της οποίας ηγείται ο κ. Σαμαράς.

Παράδοξο τρίτο, το ευρωπαϊκό παράδοξο. Η Νέα Δημοκρατία ήταν καταγεγραμμένη στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή έως ένα φιλελεύθερο, φιλοευρωπαϊκό κόμμα, ένα κόμμα το οποίο σήκωσε τη σημαία υποτίθεται και το ανάστημά του απέναντι στον λαϊκισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Μέσα, λοιπόν, σε δύο μέρες μόλις ο κ. Μητσοτάκης κατάφερε τα εξής πρωτοφανή: 

Η Νέα Δημοκρατία να αποδοκιμάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη στάση της απέναντι στη συμφωνία. Η ναυαρχίδα του γερμανικού συντηρητικού Τύπου, η «Frankfurter Allgemeine Zeitung» να αποκαλεί τον κ. Μητσοτάκη εκπρόσωπο του παλιού πολιτικού καθεστώτος που χρεωκόπησε την Ελλάδα. Το περιοδικό «Focus» σήμερα να τον παρομοιάζει με τον Βίκτορ Όρμπαν, τον υπερεθνικιστή ηγέτη της Ουγγαρίας, νούμερο ένα αντίπαλο της ανοικτής Ευρώπης. Και το περιοδικό «Foreign Policy» να κάνει λόγο για την εθνικιστική αντιπολίτευση της Ελλάδας.

Αυτό κατάφερε ο κ. Μητσοτάκης μέσα σε δύο μόλις μέρες. Κατάφερε κατά τη διάρκεια της δικής του ηγεσίας να πείσει τους Ευρωπαίους γι’ αυτό που η Κυβέρνηση έλεγε εδώ και πάρα πολύ καιρό, ότι δηλαδή η Νέα Δημοκρατία είναι ένα εθνολαϊκιστικό κόμμα. 

Κλείνω με το τέταρτο παράδοξο, το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου και το πιο ανυπόφορο, το εθνικιστικό παράδοξο. Για να αντιληφθείτε σε τι ακριβώς συνίσταται το εθνικιστικό παράδοξο, δεν έχετε παρά να ρίξουμε μια ματιά και να συγκρίνετε τις δηλώσεις του εθνικιστικού δεξιού VMRO και του κ. Μητσοτάκη, του κ. Κουμουτσάκου και άλλων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας.

Είναι ακριβώς οι ίδιες! Θυμάστε που ο κ. Μητσοτάκης έλεγε ότι δεν θα διχάσει τους Έλληνες για να ενώσει τους Σκοπιανούς; Τελικά αυτό που κατάφερε ο κ. Μητσοτάκης είναι ο ίδιος να ενωθεί με τους πιο συντηρητικούς και ακραίους εθνικιστικούς κύκλους της γειτονικής μας χώρας. Συγχαρητήρια, λοιπόν, και γι’ αυτό.

Επί της ουσίας, το VMRO αποκαλεί τον κ. Ζάεφ μειοδότη. Η Νέα Δημοκρατία και ο κ. Μητσοτάκης αποκαλούν τον κ. Τσίπρα μειοδότη. Το ερώτημα τελικά είναι: Ποιος από τους δύο μειοδότησε, ο κ. Τσίπρας ή ο κ. Ζάεφ; Κανένας από τους δύο δεν μειοδότησε, κυρίες και κύριοι της  Αντιπολίτευσης. Απλώς βρέθηκαν επιτέλους δύο ηγέτες με λίγο μυαλό στο κεφάλι τους για να θέσουν οριστικό τέλος σε μία διένεξη.

Βρέθηκαν δύο ηγέτες, λοιπόν, με μυαλό στο κεφάλι τους για να επιλύσουν μια διένεξη που στερούσε διπλωματικό και πολιτικό κεφάλαιο από την Ελλάδα, αλλά και από τα Βαλκάνια. Βρέθηκαν δύο ηγέτες να κλείσουν οριστικά το κεφάλαιο της εθνικιστικής έξαρσης και των μεγαλοϊδεατισμών, οι οποίες δεν αφορούν μόνο τους γείτονές μας, αλλά αφορούν και τις δικές σας μεγάλες ιδέες και τα δικά σας εθνικιστικά παραληρήματα, τα οποία συνεχίζετε να συντηρείτε εκατό χρόνια μετά την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτός ο αιώνας των μεγαλοϊδεατισμών, αυτός ο αιώνας του εθνικισμού και των ακροτήτων και των εξάρσεων κλείνει σήμερα με αυτή τη Συμφωνία.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Ομιλία στην εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ Μεσσηνίας στην Καλαμάτα

Φίλες και Φίλοι,

Βρισκόμαστε σε μία εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο.

Η χώρα πατάει γερά στα πόδια της, η οικονομία ανακάμπτει και παίρνουν απτή μορφή τα αποτελέσματα της στρατηγικής την οποία περιγράψαμε στον ελληνικό λαό, την ενέκρινε στις κάλπες του Σεπτεμβρίου του 2015 και εφεξής υλοποιούμε.

Αναλάβαμε λοιπόν, μια μεγάλη ευθύνη.

Ένα εγχείρημα με δυσκολίες που δεν συνάντησε καμία άλλη κυβέρνηση στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Να οδηγήσουμε τη χώρα με ασφάλεια έξω από τα μνημόνια και την ασφυκτική επιτροπεία.

Να βάλουμε ένα τέλος σε μια παρατεταμένη περίοδο που αφήνει πίσω τις βαθιά τραύματα στην κοινωνική πλειοψηφία, στην παραγωγική δομή της χώρας αλλά και στους θεσμούς της.

Και καταφέραμε να διανύσουμε σε αυτά τα δύο χρόνια μια μεγάλη απόσταση.

 

 

Το κάναμε έχοντας ως πυξίδα τόσο τη δέσμευση που αναλάβαμε απέναντι στον ελληνικό λαό όσο όμως και τον απόλυτο σεβασμό στις θυσίες του, τα χρόνια της κρίσης.

Γνωρίζαμε εξ αρχής ότι είχαμε να αντιμετωπίσουμε ένα βασικό κίνδυνο.

Να συμπεριφερθούμε με τον τρόπο που πορεύτηκαν όλες οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα της κρίσης. Να αφεθούμε να μας πάει το κύμα.

Και τι εννοώ με αυτό;

Τα χρόνια της κρίσης, δομήθηκε μια ορισμένη «μηχανική του μνημονίου».

Η βασική της μορφή ήταν η ψήφιση σκληρών και παράλογων μέτρων με αντάλλαγμα την εκάστοτε δόση από τους δανειστές. Αυτό λοιπόν αφορούσε το οικονομικό σκέλος.

Η «μηχανική του μνημονίου» όμως, είχε και μια πολιτική πτυχή, αν θέλετε.

Η απόλυτη και άνευ όρων προσχώρηση των κυβερνήσεων σε κάθε πιθανή και απίθανη απαίτηση που έπεφτε στο τραπέζι από τους δανειστές, με αντάλλαγμα την πολιτική επιβίωση της εκάστοτε κυβέρνησης.

Έτσι λοιπόν, με αυτή την ιδιοτελή και κοντόφθαλμη λογική, οι κυβερνήσεις της περιόδου 2010-2014, αγόραζαν πολιτικό χρόνο, εξασφαλίζοντας το επιχείρημα ότι κάθε φορά έσωζαν τη χώρα από τη χρεωκοπία.

Και το έκαναν με τόσο κυνικό τρόπο διότι δεν ένιωθαν ποτέ καμία πολιτική απειλή.

Ήταν άλλωστε αυτοί που για 40 χρόνια κυβέρνησαν είτε εναλλάξ, είτε και μαζί την τελευταία περίοδο.

Αυτή τους η ασφάλεια ξεκίνησε να έχει ρήγματα στις εκλογές του 2012, για να έρθει το 2015 και σε επανειλημμένες εκλογικές αναμετρήσεις, να υποστούν τις πολιτικές συνέπειες των καταστροφικών επιλογών τους.

Κινηθήκαμε λοιπόν στον αντίποδα αυτής της λογικής.

Διότι οι δεσμεύσεις μας ήταν συγκεκριμένες και καθαρές απέναντι στον ελληνικό λαό:

Να υλοποιήσουμε τη συμφωνία.

Να προχωρήσουμε σε πολιτικές, εντός του υπάρχοντος πλαισίου, που θα ενισχύσουν την προστασία των πλέον αδυνάμων.

Να οδηγήσουμε με ασφάλεια τη χώρα στην μετά κρίσης εποχή.

Το εγχείρημα μας αυτό δεν ήταν και δεν είναι, φυσικά, εύκολο.

Δώσαμε μάχες, στο πεδίο της διαπραγμάτευσης όχι μόνο απέναντι σε παράλογες απαιτήσεις μέρους των δανειστών αλλά κυρίως απέναντι στις ήδη υπάρχουσες δεσμεύσεις, στο όνομα της χώρας, από την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.

Γιατί αυτή ήταν η παρακαταθήκη του success story που παρέδωσαν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Όχι μόνο η κοινωνική ερήμωση, η φτώχεια, η έκρηξη της ανεργίας, η διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας. Αλλά και η ναρκοθέτηση της επόμενης μέρας.

Καταφέραμε όμως, να υπερβούμε με σκληρή και επίμονη προσπάθεια και αυτό το σκόπελο.

Και σήμερα είμαστε εδώ.

Με τη χώρα να βρίσκει σταδιακά το βηματισμό της.

Η οικονομία τρέχει με ρυθμό ανάπτυξης που αναμένεται στο τέλος του 2017 να διαμορφωθεί κοντά στο 2%.

Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, καταγράφεται δημοσιονομική υπεραπόδοση. Κάτι που μας επιτρέπει και φέτος να προχωρήσουμε σε μια έκτακτη ενίσχυση εν είδη κοινωνικού μερίσματος σε όσους έχουν πραγματικά ανάγκη.

Η ανεργία έχει περιοριστεί πάνω από 6 ποσοστιαίες μονάδες από τη μέρα που αναλάβαμε. Και μάλιστα, βάσει των πρόσφατων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, για πρώτη φορά μετά το 2011, βρισκόμαστε κάτω από το 1 εκατομμύριο ανέργων.

Η χώρα ανέκτησε, σε πρώτη φάση δοκιμαστικά, την πρόσβαση της στις αγορές χρήματος και μάλιστα με πολύ ευνοϊκότερους όρους από το πυροτέχνημα Σαμαρά το 2014.

Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, αναβαθμίζουν διαρκώς τη θέση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Διαμορφώνεται, με λίγα λόγια, η εικόνα μιας οικονομίας που αντιστοιχεί σε μια χώρα που ανακάμπτει. Και δεν θυμίζει πλέον μια χώρα σε διαρκή κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που φυτοζωεί, αναπαράγοντας την οικονομική καχεξία και τη δυσπραγία.

Όλα τα παραπάνω είναι η έμπρακτη απόδειξη, ότι η χώρα βαδίζει με συντεταγμένο τρόπο προς το τέλος της σκληρής περιόδου των μνημονίων τον Αύγουστο του 2018.

Και για το λόγο αυτό, εργαζόμαστε εντατικά ώστε αυτή η πορεία να επιταχυνθεί.

Ήδη στις διαπραγματεύσεις για την τρίτη αξιολόγηση, τα μηνύματα είναι κάτι παραπάνω από ενθαρρυντικά.

Δεν υπάρχουν στο τραπέζι παράλογες απαιτήσεις, ούτε τεχνητές καθυστερήσεις.

Καθώς όλοι πλέον αντιλαμβάνονται ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση όχι μόνο ασφαλούς δημοσιονομικής πορείας αλλά καταγράφει και μια σημαντική αναπτυξιακή δυναμική.

Και είναι θετικό ότι η εικόνα που αποτυπώθηκε στην πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων, καταγράφηκε και στις τοποθετήσεις των ευρωπαίων αξιωματούχων κατά το πρόσφατο Eurogroup.

Είναι δεδομένο λοιπόν ότι και από την πλευρά των δανειστών υπάρχει η εκπεφρασμένη βούληση να προχωρήσουν τάχιστα οι διαπραγματεύσεις ώστε μέχρι το τέλος του έτους, όπως ανέφερε και ο Επίτροπος Μοσκοβισί, να έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση.

Και όπως φαίνεται από τα ήδη συμφωνηθέντα, θα ολοκληρωθεί:

Πρώτον, χωρίς κανένα πρόσθετο μέτρο.

Δεύτερον, με τους εργαζόμενους να επανέρχονται πρώτοι στη σειρά κατάταξης κατά την εξόφληση οφειλών από επιχειρήσεις. Δηλαδή πάνω από τις τράπεζες, το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά Ταμεία.

Τρίτον, με τη διάσωση και την επέκταση του ταμείου των δημοσιογράφων.

Τέταρτον, επίσης σημαντικό, με συμφωνία για τις συντάξεις χηρείας και την ύπαρξη κατώτατου πλαφόν στο ύψος της εθνικής σύνταξης τόσο για τον, ή την σύζυγο, όσο και για τα τέκνα.

Πέμπτον και επίσης, με τη συμφωνία για την ρύθμιση των οφειλών ύψους από 20.000 ως 50.000 ευρώ, για τους ελεύθερους επαγγελματίες, στα πλαίσια του εξωδικαστικού συμβιβασμού.

Με δυνατότητα 120 δόσεων, και με κούρεμα των προσαυξήσεων της τάξης του 85%.

Πρέπει όμως σε αυτό το σημείο, να κάνουμε την εξής παρατήρηση.

Η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας και η προοπτική της εξόδου από το μνημόνιο, δεν είναι επιδίωξη και επιθυμία όλων σε αυτή τη χώρα.

Και οι λόγοι γι΄ αυτό είναι βαθύτατα πολιτικοί και, επιτρέψτε μου να πω, αντικειμενικοί.

Διότι σε αυτή τη χώρα, είναι ενεργή και διαρκής η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο πολιτικά σχέδια.

Από τη μία το σχέδιο που εκφράζει η Αριστερά και βρίσκεται στον πυρήνα της στρατηγικής αυτής της κυβέρνησης.

Ένα σχέδιο που, τελείως περιφραστικά μπορώ να αναφέρω ότι βασίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη, τη δημιουργία ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους, την αναδιανομή του πλούτου, την προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος.

Από την άλλη όμως, βρίσκεται το σχέδιο που εκφράζει η ΝΔ του κ. Μητσοτάκη.

Ένα μοντέλο ακραίου νεοφιλελευθερισμού, ή ένα μοντέλο που αποδέχεται την εφαρμογή στην πράξη της φυσικής νομοτέλειας των κοινωνικών ανισοτήτων.  Με άξονες τη συντριβή της εργασίας, τη διάλυση του κοινωνικού κράτους, την φοροαποφυγή του μεγάλου πλούτου.

Είναι λοιπόν προφανές, ότι κάθε μέρα που η χώρα απομακρύνεται από το πλαίσιο και τη λογική των μνημονίων, απομακρύνεται και από το πολιτικό σχέδιο του κ. Μητσοτάκη.

Διότι, ας μη γελιόμαστε, τα χρόνια 2010-2014, τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ διαρκώς, το πρόγραμμα τους εφάρμοζαν.

Ένα ακραίο, ταξικά μεροληπτικό υπέρ των ολίγων, πολιτικό πρόγραμμα το οποίο όπως χαρακτηριστικά έχει δηλώσει πρώην επιφανές στέλεχος των κυβερνήσεων τους, θα έπρεπε αν δεν υπήρχε, να το εφεύρουμε.

Δυσαρεστείται λοιπόν ο κ. Μητσοτάκης και οι συν αυτώ γιατί η πορεία των πραγμάτων βρίσκεται σε αντίθετη φορά από τη νεοφιλελεύθερη δυστοπία που ευαγγελίζεται.

Δυσαρεστείται όμως – και γι’ αυτό πολλές φορές τόσο αυτός όσο και όσοι τον πλαισιώνουν, παραληρούν – και για έναν ακόμη λόγο.

Γιατί κάθε μέρα που περνά με την παρούσα κυβέρνηση, το πολιτικό σύστημα της διαπλοκής που διαφέντευσε τον τόπο για δεκαετίες, νιώθει τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του.

Διότι, δεν υπάρχουν πλέον οι μηχανισμοί συγκάλυψης, οι σκελετοί στις ντουλάπες είναι πολλοί και αργά αλλά σταθερά, έρχονται στο φώς.

Και πλέον, ο σημερινός επικεφαλής αυτού του πολιτικού κατεστημένου, βλέπει ότι οι αποκαλύψεις φθάνουν μέχρι την πόρτα του.

Για την offshore που αποκαλύπτεται ότι διατηρεί η σύζυγος του.

Για τις κακές παρέες του εκλεκτού του για Γραμματέα του κόμματος, κ. Αυγενάκη.

Και φυσικά για τα όσα αναφέρει η πρώην γραμματέας του Μιχάλη Χριστοφοράκου, για την προνομιακή μεταχείριση του κ. Μητσοτάκη από τη Siemens.

Φυσικά, απάντηση ακόμα δεν έχει πάρει ο ελληνικός λαός από τον κ. Μητσοτάκη.

Αντιθέτως, τον παρακολουθεί – και τον παρακολουθούμε – σε διαρκή παραληρήματα και σε ένα κρεσέντο ακροδεξιάς ρητορικής.

Και τι δεν έχει πει τις τελευταίες μέρες.

Για βία, για ανομία, για παρακράτος. Προσπαθεί λοιπόν, μέσα από ακρότητες και ψέματα, να δομήσει μια ατζέντα μήπως και ξεφύγει όχι μόνο από το στρατηγικό αδιέξοδο της πολιτικής του γραμμής αλλά πλέον και από τις ευθύνες του.

Όμως φίλες και φίλοι, η πορεία της χώρας τον ξεπερνά. Τα αιτούμενα της περιόδου δεν έχουν καμία σχέση με τα αδιέξοδα και το τυχοδιωκτικό αμόκ του κ. Μητσοτάκη.

Και το βασικό αιτούμενο, είναι η επόμενη μέρα της χώρας.

Δηλαδή, πώς πρέπει και μπορεί να είναι η χώρα όταν αφήσει πίσω της τα μνημόνια και την ασφυκτική επιτροπεία.

Για μας αυτός ο σχεδιασμός δεν εκκινεί τον Αύγουστο του 2018 αλλά προχωρά ήδη.

Και στον πυρήνα αυτού του σχεδιασμού, πρώτη προτεραιότητα είναι η στρατηγική για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο.

Ένα μοντέλο σύγχρονο, βιώσιμό, δίκαιο και εξισωτικό.

Βρισκόμαστε ήδη σε μια πορεία διαβούλευσης και παράλληλα υλοποίησης αυτής της στρατηγικής.

Με τη διεξαγωγή των Περιφερειακών Συνεδρίων για την Παραγωγική Ανασυγκρότηση, σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας, μπαίνουν στο επίκεντρο οι ανάγκες και οι δυνατότητες των τοπικών κοινωνιών.

Πέρα από χρεοκοπημένα μοντέλα της γενικευμένης διαφθοράς και το σχεδιασμό που εξυπηρετούσε μια κρατικοδίαιτη επιχειρηματική ελίτ.

Ανοίγουμε τη συζήτηση, κάνουμε συμμέτοχο σε αυτή την προσπάθεια την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους Παραγωγικούς Φορείς, όλους όσους πρέπει να ακουστούν και να έχουν λόγο για την επόμενη μέρα της χώρας.

Η ανάγκη για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο δεν αφορά μονάχα την τωρινή συγκυρία και το ξεπέρασμα της κρίσης. Είναι και όρος για να μην επιστρέψουμε σε αυτή.

Και για το λόγο αυτό, οφείλει να βασιστεί σε ορισμένους άξονες, στον αντίποδα ενός κρατικοδίαιτου, παρασιτικού μοντέλου το οποίο χαρακτήρισε την εγχώρια παραγωγη και το οποίο οδήγησε σε αδιέξοδα και κατάρρευση.

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα είναι βιώσιμο, ανταγωνιστικό, αλλά και κοινωνικά δίκαιο.

Χρειαζόμαστε ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Που θα στοχεύει στην αυξημένη κάλυψη των αναγκών από την εγχώρια παραγωγή. Και, επομένως, στην εκτεταμένη υποκατάσταση των εισαγωγών.

Ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα οδηγεί σε αύξηση της απασχόλησης, που θα παράγει θέσεις σταθερής και αξιοπρεπούς εργασίας.

Ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα στηρίζεται σε ένα άρτια καταρτισμένο και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Που θα επενδύει στην καινοτομία, στη νεοφυή επιχειρηματικότητα, στις νέες τεχνολογίες. Υπάρχουν τόσο οι δυνατότητες, όσο και το ανθρώπινο κεφάλαιο για να στηριχθεί αυτό.

Τέλος, ένα μοντέλο ανάπτυξης, που θα απεγκλωβίζει τη χώρα από την παγίδα στην οποία ήταν για δεκαετίες εγκλωβισμένη.

Σε μια ενδιάμεση θέση, ανάμεσα στις οικονομίες χαμηλού εργατικού κόστους και τις οικονομίες της υψηλής γνώσης.

Θα την απεγκλωβίζει και θα την ωθεί σταθερά προς την κατεύθυνση μιας οικονομίας έντασης γνώσης.

Μακριά δηλαδή από μια λογική διαρκούς συμπίεσης του εργατικού κόστους, η οποία έχει πολλαπλές καταστροφικές συνέπειες στο συνολικό κύκλο της οικονομικής δραστηριότητας καθώς συνθλίβει την κατανάλωση. Εκτός όμως από οικονομικά αναποτελεσματική είναι και κοινωνικά άδικη.

Και εδώ βρίσκεται ένα ακόμα κρίσιμο κομμάτι της στρατηγικής μας για το παρόν και το μέλλον της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Αναφέρομαι στην απόλυτη προτεραιότητα μας ως προς την ανάγκη για την ανάκτηση της εργασίας.

Και παράλληλα όμως, την προστασία και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή.

Αποτελεί βασική αρχή μας, να βλέπουμε τόσο την πορεία αποκλιμάκωσης της ανεργίας όσο όμως και την πορεία της δημιουργίας θέσεων σταθερής και πλήρους εργασίας.

Διότι ο στόχος καταπολέμησης της ανεργίας είναι διττός.

Από τη μία, η ανεργία πρέπει να μειώνεται από την άλλη θα πρέπει να περιορίζεται η ανακύκλωση της.

Η μείωση της επιτυγχάνεται φυσικά μέσα από την ανάπτυξη της οικονομίας, τις επενδύσεις και την ενίσχυση νέων παραγωγικών κλάδων όπως αυτοί που ανέφερα πριν, δηλαδή της καινοτομίας και της νεοφυούς επιχειρηματικότητας.

Η ανάσχεση όμως της ανακύκλωσης της, περνάει μέσα από τη δημιουργία θέσεων πλήρους απασχόλησης.

Και είναι γεγονός ότι, μία πολύ κακή κληρονομιά που άφησαν οι κυβερνήσεις του άκρατου νεοφιλελευθερισμού τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κρίσης, είναι ότι απορρύθμισαν την αγορά εργασίας.

Και ενίσχυσαν μορφές απασχόλησης, οι οποίες είναι φτηνές, ευέλικτες και ασαφείς ως προς το αντικείμενο τους.

Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η ανακύκλωση, η οποία μάλιστα λειτουργεί στη βάση της διαρκούς μείωσης του μισθολογικού κόστους.

Έτσι λοιπόν, δημιουργήθηκε μια γκρίζα ζώνη στην αγορά εργασίας, μεταξύ επισφαλούς, αδήλωτης εργασίας και ανεργίας, με τμήματα του εργατικού δυναμικού να επιβιώνουν κινούμενα διαρκώς σε αυτό το φαύλο κύκλο.

Αυτή η απελπιστική κατάσταση, οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου υποχώρηση των θέσεων πλήρους εργασίας ειδικά την περίοδο Σαμαρά-Βενιζέλου και φυσικά πυροδότησε ένα κύμα μαζικής μετανάστευσης, ειδικά νέων εργαζομένων, στο εξωτερικό.

Είναι λοιπόν σαφές, ότι το σχέδιο το οποίο υλοποιούμε στον τομέα της καταπολέμησης της ανεργίας, δεν αφορά μόνο τους δείκτες αλλά ένα συνολικό επαναπροσδιορισμό αρχών για τις ανάγκες, την προστασία και τα δικαιώματα του εργαζόμενου κόσμου.

Και αυτό είναι ένα πεδίο που μας χωρίζει άβυσσος τόσο με το κόμμα του κ. Μητσοτάκη όσο και με αρκετούς από το στρατόπεδο της Κεντροαριστεράς.

Και είναι ενδεικτική, στο ζήτημα αυτό, η τοποθέτηση του κ. Μητσοτάκη όταν η κυβέρνηση διεκδικούσε την επαναφορά των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων, την οποία και πέτυχε.

Αυτό λοιπόν που εμείς θεωρούμε αναφαίρετο δικαίωμα, αυτός το θεωρεί ιδεοληπτική εμμονή της Αριστεράς.

Η αλήθεια όμως είναι ότι η μόνη εμμονή που υπάρχει είναι αυτή στο μυαλό των νεοφιλελεύθερων εσωτερικού και εξωτερικού που επέβαλαν την εξαίρεση των εργαζομένων σε αυτή τη χώρα, από αυτό το βασικό στοιχείο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου.

Και θέλω εδώ να κλείσω την αναφορά μου στους βασικούς τομείς που συγκροτούν το σχέδιο μας για την επόμενη μέρα, με το Κοινωνικό Κράτος.

Μαζί με την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη πληγή που αφήνει πίσω της η μνημονιακή εποχή.

Αν και είναι αλήθεια ότι η πορεία υποβάθμισης του, ξεκίνησε πολύ πριν το 2010, και συγκεκριμένα στην απαρχή της επέλασης του εκσυγχρονισμού που ήρθε να κάνει όσα δεν διανοήθηκε καν να κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη στις αρχές του ’90.

Από την πρώτη μέρα που βρεθήκαμε στη διακυβέρνηση, η μέριμνα μας είναι διαρκής.

Ξεκινώντας από τους πλέον αδύναμους, με τα Προγράμματα για την Αντιμετώπιση της Ανθρωπιστικής Κρίσης και σήμερα συνεχίζουμε για δεύτερη χρονιά και με ποσό άνω των 700 εκατομμυρίων το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης.

Την ίδια στιγμή, έχουν γίνει μεγάλα βήματα στον τομέα της ανασυγκρότησης της Δημόσιας Υγείας.

Ψηφίσαμε την πρόσβαση των ανασφάλιστων στις υπηρεσίες Υγείας. Μια αυτονόητη υποχρέωση απέναντι σε 2,5 εκατομμύρια συμπολίτες μας.

Καταφέραμε να καλύψουμε ελλείψεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.

Από τον Οκτώβριο του 2015 μέχρι σήμερα, έχουμε ενισχύσει το ΕΣΥ με περίπου 9000 άτομα, που έχουν αναλάβει υπηρεσία τα τελευταία δύο χρόνια.

Από αυτούς, οι 3000 είναι μόνιμο προσωπικό και έχουμε δρομολογήσει, έχουν προκηρυχθεί ή αναμένονται να προκηρυχθούν θέσεις για άλλα περίπου 9500 άτομα.

Και πριν λίγους μήνες, νομοθετήσαμε τη μεταρρύθμιση για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, με την ίδρυση 200 και πλέον μονάδων σε όλη τη χώρα για που θα δώσει σημαντική βοήθεια στους πολίτες και παράλληλα θα αποσυμφορήσει και τα Δημόσια Νοσοκομεία.

Αυτά είναι μονάχα ορισμένα εμβληματικά σημεία, στα οποία στέκομαι για την οικονομία της συζήτησης.

Αυτό που έχει σημασία, είναι λοιπόν, η στόχευση.

Η προσήλωση μας στη δημιουργία ενός στιβαρού κοινωνικού κράτους που θα είναι στήριγμα για τον πολίτη.

Και είναι γεγονός ότι η απόσταση που πρέπει να καλύψουμε είναι μεγάλη.

Όμως είναι σαφές ότι όσο θα διευρύνονται τα δημοσιονομικά περιθώρια, θα αυξάνονται και οι δυνατότητες να ενισχύσουμε ακόμα περισσότερο τους κρίσιμους τομείς του κοινωνικού κράτους.

Φίλες και Φίλοι,

Νομίζω είναι σαφές ότι η χώρα βαδίζει με ασφάλεια σε μια νέα εποχή.

Δεν σημαίνει αυτό ότι έχουμε τελειώσει με τις δυσκολίες. Όμως σήμερα υπάρχει προοπτική.

Η κυβέρνηση διεξάγει ένα μεγάλο και διαρκή αγώνα, για να πιάσουν τόπο εν τέλει οι θυσίες και οι κόποι ενός ολόκληρου λαού.

Και είναι τώρα η στιγμή που διαμορφώνουμε τις συνθήκες για την επόμενη μέρα.

Που δεν μπορεί να έχει σχέση με την Ελλάδα του ’12 ούτε με την Ελλάδα του ’09.

Δεν είμαστε διατεθειμένοι να χτίσουμε το νέο με τα φθαρμένα υλικά.

Θα χρειαστεί κόπο, σκληρή δουλειά, δημιουργικότητα, αλλά ο σκοπός μας υπερβαίνει.

Σας ευχαριστώ.

Χαιρετισμός στο συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης
Κυρία Πρόεδρε,
Αξιότιμοι πρώην Πρωθυπουργοί,
Αξιότιμοι εκπρόσωποι των κομμάτων,
Κυρίες και κύριοι,
To Συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης διεξάγεται εντός μιας μακράς περιόδου τεκτονικών πολιτικών και κοινωνικών ανακατατάξεων και βαθύτατων μετασχηματισμών στο έδαφος που δημιούργησε η κρίση αλλά κυρίως οι πολιτικές διαχείρισής της.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη είναι ακριβώς αυτή η διαχείριση που έχει προκαλέσει ρήγματα στην ηγεμονία των μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες αναμφισβήτητα κυρίαρχων δυνάμεων των προηγούμενων δεκαετιών.
Ρήγματα που παραμένουν ενεργά στο βαθμό που οι πολιτικές ελίτ βαθαίνουν τις κοινωνικές και μισθολογικές ανισότητες, επιτίθενται στην εργασία προς όφελος του κεφαλαίου και επιχειρούν διαρκώς να διευρύνουν την επικράτεια του κέρδους σε βάρος των κοινών αγαθών.
Όσο λοιπόν οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρώπη προσπαθούν να επιβάλλουν νέους όρους κεφαλαιακής συσσώρευσης στη βάση της έντασης της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού αποκλεισμού, η κρίση ηγεμονίας τους όχι μόνο θα σοβεί αλλά θα εντείνεται.
Εκκρεμεί λοιπόν μια απάντηση. Ποια πολιτική δύναμη και με ποιο πολιτικό σχέδιο, θα καταφέρει να επικρατήσει ώστε να καθορίσει τις εξελίξεις για την επόμενη μέρα της Ευρώπης και των λαών της.
Η απάντηση σήμερα δεν είναι σαφής. Διότι τα πολιτικά σχέδια και οι φορείς τους βρίσκονται σε μια άλλοτε σιωπηρή άλλοτε πιο οξυμένη κοινωνική σύγκρουση. Και πέραν του βασικού παίχτη, που είναι η παραδοσιακή συντηρητική οικογένεια της Ευρωπαϊκής Δεξιάς, υπάρχουν ακόμη δύο παίκτες που αναδύονται.
Από τη μία η ακροδεξιά. Που οραματίζεται μια ακραία αντικοινωνική προοπτική για τους λαούς των χωρών της Ευρώπης και πολιτεύεται με έναν απόλυτα διχαστικό τρόπο με βασικό οδηγό την ξενοφοβία και τον απροσχημάτιστο ρατσισμό αλλά και τον εθνικισμό.
Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι αν οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, είτε προέρχονται από τη Δεξιά είτε από την παραδοσιακή Κεντροαριστερά, όσο και αν αυτές οι δυνάμεις καυχιούνται ότι επικράτησαν της ακροδεξιάς σε μια σειρά εκλογικών αναμετρήσεων, δεν μπορούν να αποτελέσουν σε καμία περίπτωση τη λύση στα προβλήματα που παράγει η επιμονή στα δόγματα της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού.
Η επιμονή στους όρους στη βάση των οποίων έγινε η διαχείριση της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ξέσπασε το 2008 και η οποία βασίστηκε στους όρους οικοδόμησης της Ευρωζώνης που αποφασίστηκε δύο δεκαετίες νωρίτερα.
Διότι αυτές οι δυνάμεις, με την προσήλωσή τους στη λιτότητα και στους συγκεκριμένους όρους διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, οδηγούν την κοινωνία στην όξυνση των ανισοτήτων, στην ακόμα μεγαλύτερη περιθωριοποίηση, τον ακόμα μεγαλύτερο αποκλεισμό και αποτελούν τη βασική αιτία για την άνοδο των ξενοφοβικών και ρατσιστικών κομμάτων στην Ευρώπη.
Άρα βρισκόμαστε μακριά ακόμα από το συμπέρασμα ότι η ακροδεξιά έχει πάψει να αποτελεί απειλή επειδή υπήρξαν δύο ή τρία εκλογικά αποτελέσματα τους προηγούμενους μήνες στην Ευρώπη που για λίγο καιρό απομάκρυναν τον κίνδυνο μιας ακροδεξιάς διακυβέρνησης σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωζώνης ή της ΕΕ, είτε μιλάμε για τη Γαλλία, είτε μιλάμε για την Αυστρία ή την Ολλανδία. Διότι οι αιτίες που αύξησαν την πολιτική επιρροή της ακροδεξιάς είναι ακόμα εδώ.
Από την άλλη πλευρά και απολύτως αντιπαραθετικά με το σχέδιο των νεοφιλελεύθερων ελίτ και της ακροδεξιάς, βρίσκεται η Αριστερά.
Μια Αριστερά που δεν πρέπει να πολιτεύεται ούτε ως ρομαντική φωνή στον ορυμαγδό της real politik, ούτε όμως ως συμπλήρωμα στα κόμματα του νεοφιλελεύθερου τόξου.
Και θέτει συγκεκριμένες προτεραιότητες: την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, την προστασία και διεύρυνση των εργασιακών δικαιωμάτων, την αντιστροφή της τάσης απορρύθμισης της αγοράς εργασίας για την οποία μέχρι στιγμής πολύ λίγα έχουν ακουστεί, τη δίκαιη διανομή του παραγόμενου πλούτου και φυσικά την προστασία του περιβάλλοντος.
Και είναι στη βάση αυτών των προταγμάτων που η Αριστερά διευρύνει την επιρροή της και ταυτόχρονα διαμορφώνει δυνατότητες συνεννόησης και ώσμωσης με τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.
Και σε αυτό το πεδίο υπάρχουν τα πρώτα αισιόδοξα μηνύματα. Οι εξελίξεις στην Ισπανία, με την προσέγγιση των Σοσιαλιστών και της Αριστεράς, όπως επίσης και ανάλογες θετικές εξελίξεις στην Πορτογαλία, δείχνουν ότι υπάρχουν δυνατότητες συνεννόησης και κοινής δράσης όταν υπάρχει σαφής βούληση για μια αριστερόστροφη κατεύθυνση αυτών των προγραμματικών συγκλίσεων.
Και δεν πρέπει να μένει καθόλου εκτός πλαισίου, η πολύ μεγάλη επιτυχία των Εργατικών του Jeremy Corbyn στη Μεγάλη Βρετανία. Μια επιτυχία που βασίστηκε σε μια ριζοσπαστική πολιτική στρατηγική που σηματοδότησε το διαζύγιο των Βρετανών Εργατικών με τη χρεοκοπημένη γραμμή του Μπλερισμού, τη γραμμή δηλαδή της σύμπλευσης της σοσιαλδημοκρατίας με τις δυνάμεις του απόλυτου νεοφιλελευθερισμού και η οποία αποτέλεσε υπόδειγμα για πολύ μεγάλο τμήμα των ευρωπαίων σοσιαλιστών που οδηγήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες ακριβώς σε αυτήν την ταύτιση με τις νεοφιλελεύθερες ιδέες και απαξίωσαν έτσι ιστορικές παραδόσεις, καταβολές και εμπειρίες αλλά και την ίδια την καταγωγή αυτής της πολιτικής οικογένειας που προέρχεται φυσικά από την κοινή μήτρα του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος.
Με δεδομένη λοιπόν την κοινωνική και πολιτική ρευστότητα της περιόδου ο νέος πολιτικός συσχετισμός και άρα το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών θα είναι το αποτέλεσμα μιας σκληρής, μιας αδυσώπητης πολιτικής σύγκρουσης.
Μιας συνολικής αντιπαράθεσης πλήρως ανταγωνιστικών αρχών, αξιών και υποδειγμάτων οργάνωσης της κοινωνίας. Και σε μια τέτοια αντιπαράθεση δεν μπορούν να υπάρξουν ίσες αποστάσεις, δεν μπορούν να υπάρξουν ουδετερότητες, δεν μπορούν να υπάρξουν σχήματα ενιαίας εθνικής συνεννόησης. Ακριβώς επειδή είναι αυτή η πολιτική συγκυρία που ορίζει τις μάχες που πρέπει να δοθούν και δεν είναι τα πολιτικά υποκείμενα.
Κυρίες και Κύριοι,
Αν κάτι μπορεί να ισχυριστούμε με βεβαιότητα, είναι το ότι η εισαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς της επιτροπείας και των μνημονίων, διέρρηξε παραδοσιακές πολιτικές εκπροσωπήσεις και διαμόρφωσε νέες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες.
Το πολιτικό τοπίο στη χώρα άλλαξε, απόρροια των πολιτικών επιλογών των δύο ισχυρότερων κομμάτων της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η ελληνική Σοσιαλδημοκρατία, υπέστη ιστορικές απώλειες, παρά το ότι διατηρούσε την παρακαταθήκη σημαντικών κατακτήσεων και προοδευτικών τομών κατά τη δεκαετία του 1980.
Η πολιτική ευθύνη του ΠΑΣΟΚ όσον αφορά τις αιτίες αλλά και τη διαχείριση της κρίσης, αποδόθηκαν από τον ελληνικό λαό. Και δεν χρειάζεται να επεκταθώ στην κριτική που έγκαιρα διατύπωσε η ριζοσπαστική αριστερά απέναντι στο φορέα της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα, ειδικά από το βήμα αυτού του συνεδρίου.
Τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, αυτή η περίοδος ανακατατάξεων – στην οποία αναφέρθηκα αρχικά – δεν μπορεί να είναι ατέρμονη. Η κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης, αίρεται ή μάλλον αμβλύνεται, όταν αρχίζουν να υποχωρούν και οι αιτίες που την προκάλεσαν. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι άμα τη λήξει της, τα πάντα επιστρέφουν στη στιγμή της εμφάνισης της.
Στην ελληνική περίπτωση, έχουμε τη σταδιακή αποκρυστάλλωση ενός νέου πολιτικού συσχετισμού ο οποίος αποτυπώθηκε άλλωστε και στις εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων πέντε ετών.
Η υπέρβαση της κρίσης και η επερχόμενη έξοδος από τα μνημόνια και την επιτροπεία, στο τέλος του τρέχοντος προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018, αποτελούν ορόσημο για την μελλοντική πορεία της ελληνικής οικονομίας αλλά και της ελληνικής κοινωνίας.
Στη βάση αυτού του ορόσημου, διαμορφώνονται τα ανταγωνιστικά πολιτικά σχέδια και η επικράτηση του ενός ή του άλλου θα κρίνει και την πορεία της μεταμνημονιακής Ελλάδας.
Από τη μία πλευρά το πολιτικό σχέδιο που εκπορεύεται από τις δυνάμεις της νεοφιλελεύθερης, συντηρητικής ελληνικής δεξιάς και εκφράζεται σαφώς από τη ΝΔ.
Ένα σχέδιο που στον τομέα της οικονομίας συμπυκνώνεται στην εμβάθυνση της στρατηγικής της εσωτερικής υποτίμησης και της διάλυσης του κοινωνικού κράτους.
Οι ανάλογες εξαγγελίες έχουν γίνει άλλωστε από τη ΝΔ: πλήρης απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, κατάργηση των βασικών πυλώνων της κοινωνικής προστασίας, περικοπή δαπανών στο κοινωνικό κράτος, την υγεία, την παιδεία, εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, παράδοση σε ιδιωτικά συμφέροντα μιας σειράς κομβικών δημοσίων αγαθών, φοροαπαλλαγές στην ολιγαρχία του πλούτου.
Αυτό το πολιτικό σχέδιο, δεν εξαντλείται όμως μονάχα στην οικονομία. Η ελληνική δεξιά, δεν υπήρξε ποτέ φειδωλή στην ιδεολογική αντιπαράθεση και παρά τα βήματα που έγιναν τις πρόσφατες δεκαετίες, σήμερα μοιάζει να επανέρχεται στις ιδρυτικές ιδεολογικές ρίζες της.
Διότι λίγη σχέση έχει με την κεντροδεξιά, ένα κόμμα του οποίου τη στρατηγική ορίζουν στελέχη περιβόητων ακροδεξιών σχηματισμών, πολιτεύεται απέναντι στην Αριστερά με ακατάσχετη λασπολογία και κινείται διαρκώς στα όρια της προβοκάτσιας, αναπαράγοντας κατά καιρούς και διχαστικά στερεότυπα για τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Πρόκειται για ένα κόμμα που πριν από λίγες μέρες ο ίδιος του ο αρχηγός αντιμετώπισε μια ναζιστική εγκληματική οργάνωση, «σα να μην υπάρχει».
Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχει ένα ανταγωνιστικό προοδευτικό πολιτικό σχέδιο, το οποίο σήμερα επιδιώκει να εκφράσει ο ΣΥΡΙΖΑ και η σημερινή κυβέρνηση.
Ένα συνολικό σχέδιο ριζοσπαστικών αλλαγών, στην οικονομία, την εργασία, το κοινωνικό κράτος, την τοπική αυτοδιοίκηση.
Με παραγωγή νέου πλούτου και στήριξη στους τομείς που η χώρα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα και με βασικό μέλημα να αξιοποιήσουμε το πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό των χιλιάδων νέων επιστημόνων, που στα χρόνια της κρίσης έφτασαν να αντιμετωπίζονται ως πλεονάζον προσωπικό σε επιχείρηση υπό εκκαθάριση.
Διότι ξέρετε, όσοι θεωρούν ότι μπορούν να στηρίξουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας σε μοντέλα τα οποία ξεκίνησαν να κερδίζουν την πολιτική και οικονομική ηγεμονία επί Θάτσερ, δηλαδή σε μοντέλα τα οποία στοχεύουν μόνο και αποκλειστικά στη μείωση του μισθολογικού κόστους και την πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας δεν έχουν καμία τύχη ούτε να δώσουν τέλος στην κρίση ηγεμονίας αλλά ούτε και να επιτύχουν τον υποτιθέμενο στόχο τους.
Άρα λοιπόν το σχέδιο αυτό πρέπει να είναι ένα σχέδιο που θα πρέπει να υπακούει σε συγκεκριμένες αρχές και συγκεκριμένες αξίες.
Με θέσεις πλήρους εργασίας, σταθερές και αξιοπρεπώς αμειβόμενες.
Με επενδύσεις σε έργα και υποδομές προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και με σεβασμό στο περιβάλλον.
Με τη δημιουργία ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους, όπως αρμόζει σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα.
Με σεβασμό στις ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα. Χωρίς διακρίσεις με βάση την καταγωγή, το φύλο, τη θρησκεία, τον σεξουαλικό προσανατολισμό.
Αυτά είναι μονάχα τα βασικά σημεία μιας στρατηγικής που είναι ανάγκη να αποτελέσει υπόθεση όχι μόνο ενός κόμματος αλλά να τύχει ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής στήριξης.
Διότι όπως έχει αποδείξει η εμπειρία, ειδικά των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης, οι μεγάλες προοδευτικές τομές απαιτούν πλατιές κοινωνικές συμμαχίες.
Η Αριστερά, επιδιώκει να είναι στην πρώτη γραμμή της μάχης για την υλοποίηση αυτού του προοδευτικού σχεδίου που θα βγάλει τη χώρα και το λαό από τα αδιέξοδα που παράγει η κρίση.
Οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας, είναι μεγάλες. Είναι ανοιχτό το ερώτημα της επόμενης μέρας για την Ελλάδα μετά τα μνημόνια, για την Ευρώπη μετά την κρίση.
Και νομίζω είναι σαφές ότι σε αυτό το ερώτημα αποκλείεται ως απάντηση, μια στρατηγική εθνικής συναίνεσης ή συνεννόησης, με τη συμμετοχή της ΝΔ ως δήθεν αναγκαίας για να αποκρουστούν οι έξωθεν επιβολές και οι οικονομικοί εκβιασμοί. Διότι τυγχάνει ξέρετε πολλές από τις αντικοινωνικές έξωθεν επιβολές και πολλοί από τους εκβιασμούς για συγκεκριμένα μέτρα να είναι ταυτόσημοι με το πολιτικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας.
Τα πολιτικά σχέδια της Αριστεράς και της Δεξιάς ήταν, είναι και θα παραμείνουν ασυμφιλίωτα και ευθέως ανταγωνιστικά.
Στο ερώτημα της επόμενης μέρας, επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει δυστυχώς η πολυτέλεια των ίσων αποστάσεων. Καθένας κρίνεται με βάση τα μέτωπα που θα ανοίξει, τις ιεραρχήσεις που θα θέσει, τις μάχες που είναι έτοιμος να δώσει, τα συμφέροντα που επιδιώκει να εκπροσωπήσει και να υπηρετήσει. Και η κεντροαριστερά θα κριθεί από τις επιλογές που θα κάνει σε αυτή την ιστορική καμπή.
Η Αριστερά, θα είναι εξάλλου εκεί που βρισκόταν πάντα. Στην υπηρεσία των κοινωνικών αναγκών, στο πλάι του εργαζόμενου λαού και των υποτελών τάξεων. Πάντα έτοιμη να σηκώσει το βάρος της ευθύνης που της αναλογεί.
Σας εύχομαι καλή επιτυχία στις διαδικασίες του Συνεδρίου σας.