Άρθρα

𝝥𝞀𝝾𝝾𝝳𝝴𝞄𝞃𝝸𝝹ή 𝝳𝝸𝝰𝝹𝞄𝝱έ𝞀𝝼𝝶𝞂𝝶: 𝝘𝝸𝝰 έ𝝼𝝰 𝝼έ𝝾 𝝰ί𝞂𝝷𝝶𝝻𝝰 𝞃𝝾𝞄 𝞂𝞄𝝼𝝰𝝼ή𝝹𝝴𝝸𝝼

Άρθρο στο θέμα της Εφημερίδας των Συντακτών : Προοδευτική Διακυβέρνηση

Είναι πλέον κοινός πολιτικός τόπος ακόμα και μεταξύ των ισχυρών φίλων και υποστηρικτών του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι η κυβέρνηση έχει εισέλθει σε έναν μάλλον αναντίστρεπτο κύκλο φθοράς. Η αποτυχία στην αντιμετώπιση της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης που τη συνοδεύει είναι πλέον ολοκληρωτική και στρατηγικού χαρακτήρα. Δεν είναι απλώς αποτυχία διαχείρισης που σχετίζεται κυρίως με την τεχνοκρατική ανεπάρκεια ή την ανικανότητα των επιτελών του Μαξίμου και των Υπουργών αλλά είναι αποτυχία ενός μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ενός μοντέλου βαθιά ταξικού, ιδεοληπτικού και εμμονικού. Την ώρα που η πανδημία ανέδειξε τα αδιέξοδα ακριβώς του νεοφιλελευθερισμού και ενώ σε άλλες χώρες της Ευρώπης κερδίζει έδαφος έστω πρόσκαιρα η ιδέα ότι η ενίσχυση των δημόσιων συστημάτων υγείας αποτελεί το κλειδί για την επιτυχή αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης και την ώρα που στο πεδίο της οικονομίας εφαρμόζεται ένας ιδιότυπος κεϋνσιανισμός της κρίσης, η κυβέρνηση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένουν προσκολλημένοι εμμονικά σε έναν παρωχημένο και σκληρό νεοφιλελευθερισμό επαρχιωτικού τύπου. Συντριβή της εργασίας μέσω της ελαστικοποίησης και της μείωσης μισθών, εκκαθάριση μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ώστε να επιτευχθούν όροι συγκεντροποίησης κεφαλαίου, ιδιωτικοποιήσεις και ενίσχυση μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων χωρίς εξασφαλίσεις προς όφελος του δημοσίου συνθέτουν ακριβώς την εικόνα αυτού του παρωχημένου μοντέλου που βρήκε την πιο καθαρή έκφραση του στην έκθεση Πισσαρίδη την οποία οικειοποιήθηκε στο σύνολο της η κυβέρνηση. Τα αποτελέσματα αυτών των επιλογών είναι ήδη ορατά. Το μεγαλύτερης διάρκειας και ίσως πιο αποτυχημένο lockdown της Ευρώπης, η 2η μεγαλύτερη μείωση εισοδημάτων μισθωτών και μια ύφεση της τάξης του 11% δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα που απειλεί μαζί με την ανθρωπιστική καταστροφή να μετατρέψει την κρίση του Covid σε μια νέα σαρωτική κρίση χρέους για την Ελλάδα.
 
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη και ενώ το ζήτημα της δημοκρατίας τίθεται πλέον με νέους όρους σε ολόκληρο τον κόσμο λόγω των ειδικών περιστάσεων εξαίρεσης που δημιουργούν τα μέτρα περιορισμού για την προστασία της δημόσιας υγείας η κυβέρνηση επιλέγει έναν εξαιρετικά επικίνδυνο δρόμο που άνοιξε ήδη από την περίοδο της Συμφωνίας των Πρεσπών: επενδύει σε υπερσυντηρητικές, ακροδεξιές ιδεολογίες και πρακτικές, που διεμβολίζουν τμήματα των λαϊκών στρωμάτων – για λόγους που δεν είναι της παρούσης να εξετάσουμε – τότε για να δημιουργήσει πλειοψηφικό ρεύμα, σήμερα για να εξακολουθήσει να έχει προσβάσεις σε αυτά και να μην καταρρεύσει υπό το βάρος της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Η έξαρση της κρατικής βίας και οι ρυθμίσεις πειθάρχησης που υιοθετούνται σήμερα από την κυβέρνηση δεν αποτελούν λοιπόν απλώς ή κυρίως τις προπαρασκευαστικές ενέργειες μιας στρατιωτικού τύπου αντιπαράθεσης και ενός κρεσέντου καταστολής έναντι των λαϊκών στρωμάτων των οποίων (υποτίθεται ότι) η εξέγερση επίκειται λόγω των σκληρών οικονομικών συνθηκών όπως θέλει να φαντάζεται ή να φαντασιώνεται μια κάποια αριστερά. Αποτελούν στοιχεία μιας πολύ πιο σύνθετης και εκλεπτυσμένης στρατηγικής ηγεμονίας που αξιοποιεί το φόβο, την ανασφάλεια, την απελπισία και το πληγωμένο αίσθημα αξιοπρέπειας τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων με τρόπους αντίστοιχους – αλλά όχι βέβαια συγκρίσιμους – με αυτούς των φασιστικών κομμάτων την περίοδο του μεσοπολέμου. Πρόκειται εδώ για την κατεξοχήν στρατηγική κατασκευής του εσωτερικού εχθρού μέσω της οποίας διατηρείται ή επιχειρείται να διατηρηθεί το αίσθημα του συνανήκειν, το αίσθημα ενός κοινού σκοπού μιας συντετριμμένης από την κρίση πλειοψηφίας.
 
Και είναι ακριβώς σε αυτό σημείο που αναδεικνύεται η επιτακτική ανάγκη, το επείγον της συγκρότησης ενός νέου αισθήματος του συνανήκειν που θα δημιουργήσει μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία. Ένα αίσθημα του συνανήκειν που δεν θα οικοδομείται γύρω από υποσχέσεις, λες και η μάχη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό είναι κάποιου είδους συνυποσχετικό – τη σχετική κριτική, σε άλλο συγκείμενο, έχει κάνει, εξάλλου, ο Αλτουσέρ στο Ρουσσώ – αλλά γύρω από κοινούς στόχους που καθορίζονται από την κοινότητα των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων. Πράγματα απλά αλλά και αναγκαία: ενίσχυση του συστήματος υγείας, στήριξη των μισθών, διαγραφή του ιδιωτικού χρέους, αξιοποίηση – πάντα επισφαλής – των ρωγμών εντός της ευρωπαϊκής ένωσης για την ανατροπή της ευρωζωνικής αρχιτεκτονικής και του Συμφώνου Σταθερότητας, διαφάνεια και καταπολέμηση της διαφθοράς, ενίσχυση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών με την έμπρακτη αμφισβήτηση των διακυβερνητικών πρακτικών της κοινωνίας της πειθαρχίας, και, βεβαίως, μια πολιτική ηθική της κοινής προσπάθειας και όχι του διαχωρισμού μεταξύ ελίτ και πληβείων που καλλιεργεί ο λουδοβικισμός της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Είναι ακριβώς αυτοί οι πολιτικοί στόχοι, και όχι υποσχέσεις, οι οποίοι συγκροτούν τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή για την προοδευτική διακυβέρνηση. Και εκεί, στο ρυθμό της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορούν και πρέπει να οικοδομηθούν οι σχέσεις εμπιστοσύνης, συνέργειας και συμπόρευσης των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που τους συμμερίζονται.
Άρθρο στην εφημερίδα 𝚻𝚶 𝚷𝚨𝚸𝚶𝚴: “Ο αγώνας κατά της κυβέρνησης είναι αγώνας υπέρ της δημοκρατίας”
𝚷ρέπει πλέον να το πούμε χωρίς περιστροφές. Η ελληνική δημοκρατία έχει εισέλθει σε μια σκοτεινή περίοδο θεσμικού εκφυλισμού και ιδιότυπης αντιδημοκρατικής εκτροπής με ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Δεν πρόκειται εδώ απλώς για τη γνωστή μεταδημοκρατική συνθήκη που έχει επικρατήσει σε πολλά κράτη του ύστερου καπιταλισμού, όπου η δημοκρατική διαμάχη και αντιπαράθεση έχει αντικατασταθεί από την ιδεολογία του τεχνοκρατισμού. Σύμφωνα με αυτή τα ζητήματα που θεωρούνταν παραδοσιακά πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης όπως πχ η οργάνωση της παραγωγής, η λειτουργία των Τραπεζών, το ύψος των μισθών, η εργατική νομοθεσία, το μοντέλο οργάνωσης των κοινωνικών υπηρεσιών, η φορολογία παρουσιάζονται από τους τεχνοκράτες – τεχνολαϊκιστές ως απλώς τεχνικά και ουδέτερα ζητήματα που έχουν μόνο μία ορθή απάντηση για όλους. Απάντηση η οποία όλως τυχαίως είναι πάντοτε η απάντηση του νεοφιλελευθερισμού, η απάντηση των κυρίαρχων τάξεων. Μέσα από αυτό το πρίσμα, την ιδεολογία της μη ιδεολογίας, η πολιτική αποστερείται της ουσίας της και μετατρέπεται σε αντιπαράθεση διαχείρισης. Μεταδημοκρατία, τεχνοκρατισμός, τεχνολαϊκισμός είναι πράγματι προβλήματα του καιρού μας. Και μάλιστα τεράστια καθώς αποτελούν τη μορφή έκφρασης της ιδεολογικής κυριαρχίας του αστικού συνασπισμού εξουσίας στις περισσότερες δυτικές χώρες.
𝚱αι ενώ αυτά τα προβλήματα είναι και δικά μας προβλήματα, εδώ στην Ελλάδα, δεν είναι δυστυχώς τα μόνα. Ισχυρίζομαι ότι η διακυβέρνηση Μητσοτάκη σηματοδοτεί μια ποιοτική τομή, το πέρασμα σε μια άλλη ιδεολογική και πολιτική συγκυρία όπου πλέον δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε απλώς τη μεταδημοκρατική συνθήκη, αλλά πολύ περισσότερο ένα καθεστώς που επιτίθεται σε θεσμούς, αρχές και αξίες που αν και δεν μένουν άθικτες δεν αμφισβητούνται ευθέως στα μεταδημοκρατικά καθεστώτα τα οποία, συνήθως, φροντίζουν να τηρούν τουλάχιστον τα κοινοβουλευτικά προσχήματα. Μιλώ για ένα καθεστώς, το μητσοτακικό καθεστώς που επενδύει ευθέως στην κρατική βία όχι ως αναγκαστικό κατασταλτικό μέσο τελευταίας καταφυγής για την αντιμετώπιση του εγκλήματος σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία αλλά ως ιδεολογικό μέσο που εγγυάται την πρόσβαση σε υπερσυντηρητικά στρώματα τα οποία αποτέλεσαν κρίσιμο μέγεθος για την επιστροφή της ΝΔ στη διακυβέρνηση της χώρας τον Ιούλιο του 2019. Η καταστολή και η κρατική βία δεν παρουσιάζεται έτσι ως αναγκαστικό κακό αλλά ως πρακτική για την οποία τα στελέχη της ΝΔ έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να επιχαίρουν και να πανηγυρίζουν κραυγάζοντας εντός και εκτός βουλής: «Επιτέλους, Επιτέλους». Και είναι ακριβώς αυτή η μετατόπιση στην αντιμετώπιση της κρατικής βίας που σηματοδοτεί μεταξύ άλλων το πέρασμα σε μια νέα επικίνδυνη ιδεολογική συγκυρία.
𝚨υτή όμως είναι μόνο μια από τις στιγμές της οικοδόμησης του νέου αστυνομικοδικαστικού κράτους. Δυστυχώς, υπάρχουν και άλλες. Αυτά που συντελέστηκαν την προηγούμενη εβδομάδα στη βουλή είναι εξόχως χαρακτηριστικά. Η επιλογή της ΝΔ να δώσει άδεια για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά της βουλεύτριας του Μέρα 25, Αγγελικής Αδαμοπούλου, επειδή εξέφρασε τη γνώμη, απολύτως εμπεριστατωμένη δε, ότι στην αστυνομία υπάρχουν θύλακες οι οποίοι λειτουργούν προβοκατόρικα κατά τη διάρκεια λαϊκών κινητοποιήσεων δεν ήταν καθόλου τυχαία. Όπως καθόλου τυχαία δεν ήταν η επιλογή να δοθεί άδεια και για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Παύλου Πολάκη μετά τη δεύτερη και καταχρηστική έγκληση του εκδότη των Παραπολιτικών Γιάννη Κουρτάκη. Αφού λοιπόν οι βουλευτές και Υπουργοί της ΝΔ ζήτησαν δημοσίως συγγνώμη από τον εκδότη για το προηγούμενο ατόπημά τους, να μην υπερψηφίσουν την άρση ασυλίας Πολάκη πριν μερικούς μήνες για την ίδια υπόθεση και για τις ίδιες καταγγελίες μεθόδευσαν νέα ψηφοφορία για να διορθώσουν την ψήφο τους.Με αυτό τον τρόπο η Βουλή όχι μόνο μετατράπηκε σε παρακολούθημα επιχειρηματικών και εκδοτικών συμφερόντων αλλά μπήκε σε λειτουργία και ένα σχέδιο φίμωσης και τρομοκράτησης των βουλευτών ώστε να μην εκφράζουν απόψεις, γνώμες, θέσεις και να μην αναδεικνύουν κοινωνικά και πολιτικά μέτωπα που ενοχλούν την κυβέρνηση ή δημιουργούν προβλήματα σε εκδοτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα εγκαινιάζοντας έτσι νέα ήθη για τον κοινοβουλευτικό βίο.
𝚯α μπορούσα να συνεχίσω τον κατάλογο των κυβερνητικών πρακτικών που συνιστούν κίνδυνο για την ίδια τη δημοκρατία αναφέροντας τη λίστα Πέτσα, τις παραιτήσεις δημοσιογράφων μετά από ασφυκτικές πιέσεις του Μαξίμου, τα περιστατικά λογοκρισίας σε μεγάλα συγκροτήματα τύπου, τη βιομηχανία απευθείας αναθέσεων, τις προγραφές δημοσίων υπαλλήλων, την καθημερινή πλέον παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων με πρόσχημα την πανδημία, τις συλλήψεις των τριών πολιτών μπροστά από το Μέγαρο Μαξίμου πριν μερικές μέρες επειδή τόλμησαν να διαμαρτυρηθούν συμβολικά και τηρώντας όλα τα υγειονομικά μέτρα για την αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης αλλά και των εννέα φεμινιστριών την παγκόσμια μέρα κατά της βίας εναντίον γυναικών, την εκκίνηση διαδικασίας προκαταρκτικής εξέτασης κατά των επικεφαλής των κομμάτων της Αριστεράς για τις εκδηλώσεις τιμής την ημέρα του Πολυτεχνείου, τις αγριότητες της αστυνομίας στις 6 Δεκέμβρη και πόσα άλλα.
𝚴ομίζω όμως ότι αρκεί και το συμπέρασμα είναι σαφές. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ηγείται πλέον ενός συνασπισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που έχουν συγκροτήσει ένα υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού, ακραίου κέντρου και άκρας δεξιάς. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αποτελεί ακριβώς το σημείο διαρραφής, το άδειο πρόσωπο επικοινωνιακά σμιλεμένο στο οποίο μπορεί να προβάλλονται οι συγκλίνουσες επιδιώξεις αυτού ακριβώς του μπλοκ δυνάμεων. Έναν Λουδοβίκο του 21ου αιώνα που ενδιαφέρεται απλώς και μόνο για την αναπαραγωγή της εξουσίας του. Και το πρόβλημα εδώ είναι ότι όσο οι πολιτικές του θα παράγουν αδιέξοδα τόσο θα σκληραίνει την στάση του καθεστώτος που έχει οικοδομήσει. Γι’ αυτό και η δημιουργία ενός μαζικού λαϊκού ρεύματος για την ανατροπή του είναι πλέον ζήτημα (και) δημοκρατίας.
Άρθρο στην εφημερίδα Thessnews

«Ακροδεξιά υστερία και οργή των ελίτ»

Η μετατόπιση της σημερινής ηγεσίας της ΝΔ προς την ακροδεξιά είναι μια εδώ και καιρό συντελούμενη διαδικασία η οποία σχετίζεται με την εξάρτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την ακροδεξιά ομάδα των Σαμαρά – Βορίδη – Γεωργιάδη. 

Η ΝΔ μεταλλάσσεται υπό αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη σε ένα κόμμα – υβρίδιο που έχει προκύψει από τη διασταύρωση της πιο σκληρής νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας με την ακροδεξιά ιδεολογία και τον εθνικισμό. 

Αυτή η εξέλιξη φυσικά δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο καθώς παρατηρείται μια συντελούμενη ή ήδη συντελεσμένη πολιτική μετάλλαξη της δεξιάς σε αρκετούς κοινωνικούς σχηματισμούς με κύρια παραδείγματα την Αυστρία, την Ουγγαρία, την  Βραζιλία, όπου και εκεί βλέπουμε τις ακροδεξιές ιδεολογικές σταθερές να παντρεύονται με τα πιο σκληρά νεοφιλελεύθερα προγράμματα κοινωνικής ισοπέδωσης. 

Οι λόγοι αυτής της διασταύρωσης και του γεγονότος ότι οι εκ πρώτης όψεως ασύμβατες αυτές πολιτικές παραδόσεις και ιδεολογίες αποδεικνύονται στην πράξη απολύτως ταιριαστές και αλληλοσυμπληρούμενες σχετίζεται μάλλον με τον ρόλο που παίζει η έννοια της ισχύος και της ιεραρχίας στο εσωτερικό τους αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. 

Το βέβαιον είναι ότι η μετάλλαξη αυτή της Νέας Δημοκρατίας έχει παράξει συγκεκριμένα και ορατά πλέον αποτελέσματα στην πολιτική της γραμμή με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη στάση της στη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και με την περιθωριοποίηση στελεχών της πάλαι ποτέ ηγεμονικής, μετριοπαθούς κεντροδεξιάς και φιλελεύθερης πτέρυγας της ΝΔ.

Την ίδια στιγμή όμως φαίνεται ότι και η ποιότητα του πολιτικού της λόγου έχει υποστεί μια πρωτοφανή υποβάθμιση με τη διαμόρφωση μιας ρητορικής που βρίθει από οργισμένες αντιδράσεις στα όρια του παροξυσμού, από  χαρακτηρισμούς, απειλές, ύβρεις και προσβολές ενώ την ίδια στιγμή υποδέχεται ευχαρίστως θεωρίες συνωμοσίας, παραδοξολογίες και παραπολιτικά σενάρια ως κεντρικά της στοιχεία. 

Ο νέος αυτός πολιτικός λόγος και το ύφος με το οποίο διατυπώνεται, παρά το γεγονός ότι αξιώνουν τη λαϊκότητα, δεν έχουν κανένα τέτοιο στοιχείο. Δεν εκφράζουν μια αυθεντική λαϊκή οργή ούτε συμπυκνώνουν κάποιο πάνδημο αίτημα πολιτικής ανατροπής. 

Αντίθετα, αποτελούν κατασκευάσματα του επικοινωνιακού εργαστηρίου που παράγει κακόγουστα και κακόηχα συνθήματα με μια επίφαση λαϊκότητας τα οποία τελικά δεν αποτυπώνουν τίποτα άλλο παρά τον νέο πολιτικό χαρακτήρα της Νέας Δημοκρατίας ως συμμαχίας της πολιτικής ελίτ με τμήματα του ακροδεξιού πολιτικού προσωπικού. 

Από τη μια μεριά οι ασυνάρτητες καταγγελίες, η διάδοση ψευδών ειδήσεων, τα σενάρια συνωμοσίας που βασίζονται σε απίθανους συνειρμούς επί πραγματικών γεγονότων χωρίς τεκμηρίωση, η αναπαράσταση του ελληνικού έθνους ως ταυτόχρονα περιούσιου αλλά και διωκόμενου από το εσωτερικό (προδότες – εθνομηδενιστές ) αλλά και από το εξωτερικό (μεγάλες δυνάμεις που επιβουλεύονται την Ελλάδα) είναι κεντρικά χαρακτηριστικά του ακροδεξιού λόγου που έχει υιοθετήσει πλέον στο σύνολό τους η Νέα Δημοκρατία. 

Από την άλλη μεριά οι ύβρεις και οι χαρακτηρισμοί, τα ξεσπάσματα οργής εναντίον κυβερνητικών στελεχών, βουλευτών αλλά και κοινοβουλευτικών θεσμών αλλά και μια διαρκής προσπάθεια υποτίμησης της Αριστεράς αποτελούν σύμπτωμα του ιδιοκτησιακού συνδρόμου της «νέας Νέας Δημοκρατίας». 

Διότι αυτή η εξεζητημένη έκφραση οργής με καφενειακό λεξιλόγιο που πολλές φορές αφήνει άναυδο το ακροατήριο και προκαλεί πραγματική θλίψη για την κατάντια του πολιτικού λόγου του Προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πολλών στελεχών της (μόνο σε μια παρέμβαση προ ολίγων ημερών ο κ. Μητσοτάκης έκανε λόγο για εύκαμπτους βουλευτές και γυρολόγους, για ενοικίαση πρόθυμων κομπάρσων, χαρακτήρισε τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου κομματικό υπάλληλο, ενώ μίλησε για πλειοψηφίες ευκαιρίας σε τιμές ευκαιρίας ) δεν είναι τίποτα άλλο παρά η έκφραση της οργής της ελίτ διότι κάποιος, στην προκειμένη περίπτωση η Αριστερά, αμφισβήτησε την κυριότητά της επί των κρατικών θεσμών και άρχισε να ξηλώνει το δίκτυο εξουσίας που οικοδομήθηκε επί δεκαετίες στη χώρα. 

Η τάση αυτή, που μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ήδη από το 2015, σήμερα φαίνεται να είναι η κυρίαρχη. Δείγματα αυτής της διολίσθησης υπήρχαν αλλά τα πράγματα πλέον έχουν ξεφύγει από κάθε όριο. Κάθε παρέμβαση των στελεχών της ΝΔ αλλά και αρκετών από τους αντιπολιτευόμενους δημοσιογράφους που λειτουργούν ως ηχεία αυτής της πολιτικής κακοφωνίας είναι χειρότερη από την προηγούμενη. 

Και νομίζω ότι η απάντηση στο ερώτημα για ποιο λόγο παρατηρείται αυτή η όξυνση σήμερα είναι κάτι περισσότερο από προφανής. Σχετίζεται φυσικά με το γεγονός ότι η ΝΔ έχει υποστεί αλλεπάλληλες πολιτικές και κοινοβουλευτικές ήττες. Από την κατάρρευση του αφηγήματος περί 4ου Μνημονίου, μέχρι τη διάψευση των προσδοκιών για πρόκληση πολιτικών εξελίξεων με αφορμή τη Συμφωνία των Πρεσπών και από την αύξηση του κατώτατου μισθού μέχρι την επιτυχημένη έξοδο στις αγορές, η ΝΔ έχει ηττηθεί σε όλα τα πεδία. 

Και πλέον φαίνεται να κατανοεί όσο και αν θέλει να το απωθεί ότι μια νέα ήττα της στις ερχόμενες εκλογές είναι ένα εξαιρετικά πιθανό – αν όχι το πιθανότερο -σενάριο. Και ως γνωστόν το σύμπτωμα δεν είναι τίποτα άλλο παρά η επιστροφή του απωθημένου. 

«Αριστερά και Δεξιά: Δύο ανταγωνιστικά πολιτικά σχέδια»

Η επιβολή των μνημονίων και η ακραία πολιτική λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης που αποτέλεσαν τους κύριους -αν όχι τους μόνους- άξονες της διαχείρισης της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα επέφεραν κατακλυσμιαίες αλλαγές στους πολιτικούς συσχετισμούς και στη διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου στη χώρα. 

Η περίοδος τομής είναι χωρίς αμφιβολία αυτή μεταξύ του καλοκαιριού του 2011 και των δίδυμων εθνικών εκλογών του 2012, όταν κάτω από την πίεση ακραίων πολιτικών δημοσιονομικής προσαρμογής, μείωσης μισθών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και σωρευτικής ύφεσης άνω του 12% το πολιτικό σύστημα, όπως το γνωρίζαμε τουλάχιστον από το 1981 και μετά, κατέρρευσε. 

Η λαϊκή δυσαρέσκεια οδήγησε σε μαζικές πολιτικές επανατοποθετήσεις, στην ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση καθώς και στη δημιουργία νέων πολιτικών φορέων χωρίς σαφείς ιδεολογικές αναφορές αλλά και χωρίς επαρκή κοινωνική γείωση. 

Επρόκειτο για το ζενίθ της κρίσης αντιπροσώπευσης που σοβούσε στο ελληνικό πολιτικό σύστημα από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 αλλά όχι για πλήρη πολιτική ρευστοποίηση, καθώς διαμορφώθηκε ένας πολιτικός χάρτης που θα κυριαρχούσε χωρίς μεγάλες διαφοροποιήσεις για τα επόμενα έξι χρόνια στην πολιτική ζωή της χώρας. 

Η συνθήκη αυτή δημιούργησε εκ πρώτης όψεως παράδοξες πολιτικές συναντήσεις, συμμαχίες και κοινές πορείες φορέων και κομμάτων που ανήκαν σε εντελώς διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές παραδόσεις. Διαμορφώθηκαν στην  πραγματικότητα δύο μπλοκ δυνάμεων που ήταν σαφώς υπερπροσδιορισμένα από την αντίθεση μνημόνιο – αντιμνημόνιο. Και τούτο διότι η αντίθεση αυτή κυριαρχούσε έναντι άλλων πιο πυρηνικών αντιθέσεων που σε τελευταία ανάλυση είναι καθοριστικές για τις μακροπρόθεσμες πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, όπως η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας ή Δεξιάς – Αριστεράς. 

Από τη μια μεριά το μπλοκ του παραδοσιακού συστήματος εξουσίας που συνασπίστηκε σε μια προσπάθεια να αποσοβηθεί ο κίνδυνος της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Ένα κόμμα του κράτους και της συνέχειάς του που εξέφρασε τις κατεστημένες οικονομικές, θεσμικές και παραθεσμικές εξουσίες, υπερασπίστηκε στον πυρήνα τους τις πολιτικές των μνημονιακών μεταρρυθμίσεων και στόχευσε στην απρόσκοπτη αναπαραγωγή της κατάστασης πραγμάτων ώστε να μην τεθούν σε διακινδύνευση τα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ και της πολιτικής ολιγαρχίας. 

Από την άλλη μεριά συγκροτήθηκε ένα σαφώς ετερόκλητο και αντιφατικό αλλά πολιτικά και κοινωνικά ισχυρό μπλοκ δυνάμεων με την ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ που έθεσε στο επίκεντρο τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας, την ανάγκη για πολιτικές αναδιανομής εισοδήματος υπέρ των εργαζόμενων τάξεων αλλά και το κοινωνικό αίτημα για εμβάθυνση της δημοκρατίας και απόδοση δικαιοσύνης. Ήταν ακριβώς η ριζοσπαστικότητα αυτού του πολιτικού συνασπισμού και κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ που απέτρεψε την άνοδο της ακροδεξιάς και του φασισμού, παρά το γεγονός ότι η ρητορική και το ξενοφοβικό αφήγημα της Χρυσής Αυγής κέρδισαν αναμφισβήτητα έδαφος. 

Από την περίοδο εκείνη μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει πολλά: 

-Η διαπραγμάτευση του 2015 και ο δύσκολος συμβιβασμός του Ιουλίου κάτω από την ασφυκτική πίεση που ασκήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση από τις πολιτικές χρηματοπιστωτικής ασφυξίας 

-Η εφαρμογή του τρίτου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής – σαφώς ηπιότερου από τα δύο προηγούμενα αλλά σε κάθε περίπτωση επιβαρυντικού για τις υποτελείς τάξεις παρά τις προσπάθειες δικαιότερης κατανομής των βαρών με δεδομένο ότι είχαν ήδη σωρευτεί δυσανάλογες επιβαρύνσεις από την πρώτη και τη δεύτερη μνημονιακή περίοδο

-Οι προσπάθειες για την άσκηση πολιτικών οικοδόμησης θεσμών κοινωνικού κράτους και ενίσχυσης των εργαζομένων παρά τους περιορισμούς (ανθρωπιστική κρίση, κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης, καθολική κατοχύρωση του δικαιώματος πρόσβασης στην υγεία, επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, καταπολέμηση της μαύρης και υποδηλωμένης εργασίας κ.ά.)

-Και τελικά η έξοδος από την μνημονιακή επιτροπεία τον Αύγουστο του 2018 που επαναφέρει την Ελλάδα σε μια κατάσταση σχετικής κανονικότητας καθώς πλέον παύει να λειτουργεί ο μνημονιακός μηχανισμός πειθάρχησης που εξαρτιόταν από την αδυναμία του ελληνικού δημοσίου να έχει πρόσβαση στις αγορές χρήματος. 

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν φυσικά ότι σταματά να λειτουργεί η τεχνολογία εξουσίας που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του σύγχρονου καπιταλισμού και η οποία σχετίζεται με τη δυνατότητα των αγορών να επιβάλλουν πολιτικές αυξομειώνοντας το ύψος των επιτοκίων δανεισμού μιας χώρας. Η τεχνολογία αυτή όμως δεν έχει την ίδια αποτελεσματικότητα με την αντίστοιχη μνημονιακή καθώς η ετυμηγορία των αγορών, όσων δηλαδή επενδύουν σε ελληνικά ομόλογα, διαμεσολαβείται και από άλλους παράγοντες εκτός από αυτόν που αφορά τις ασκούμενες πολιτικές. 

Αυτό που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι με το πέρασμα σε αυτήν τη νέα φάση ελλείπουν πλέον οι λόγοι της πολιτικής διαμόρφωσης της περιόδου 2012-2018. Οι πολιτικές δυνάμεις αρχίζουν να πολώνονται στη βάση πιο παραδοσιακών διακυβευμάτων και διαχωριστικών γραμμών που πλέον δεν υπερπροσδιορίζονται από την αντίθεση μνημόνιο – αντιμνημόνιο. Πολιτικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν στη βάση της πολιτικής αναταραχής της μνημονιακής περιόδου, χωρίς σαφείς κοινωνικές αναφορές και ιδεολογικό στίγμα, διαπερνώνται από φυγόκεντρες τάσεις προς τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος. Το δε πολιτικό γεγονός της συμφωνίας των Πρεσπών και οι αντιθέσεις που δημιούργησε – αντιθέσεις που διαπέρασαν οριζόντια όλα τα πολιτικά κόμματα εκτός του ΣΥΡΙΖΑ – φαίνεται ότι λειτούργησαν ως καταλύτης για την επιτάχυνση αυτής της αναπόφευκτης εξέλιξης. 

Σήμερα οι πολιτικοί συσχετισμοί αναδιαμορφώνονται επομένως ξανά. Όχι όμως στην κατεύθυνση της πολυδιάσπασης του 2012 αλλά στην κατεύθυνση της παγίωσης δύο μεγάλων πολιτικών πόλων, της Αριστεράς και της Δεξιάς, που αντιπαρατίθενται στη βάση δύο σαφώς ανταγωνιστικών σχεδίων. 

Και τα σχέδια αυτά δεν αφορούν πλέον τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης αλλά τους όρους εκπροσώπησης αντιπαρατιθέμενων κοινωνικών δυνάμεων στη μεταμνημονιακή περίοδο. Οι πολιτικές προτεραιότητες του ΣΥΡΙΖΑ αφορούν φυσικά την ενίσχυση του εισοδήματος και της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων, την οικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού κράτους και την αναδιανομή εισοδημάτων υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας όχι απλώς για λόγους κοινωνικής ευαισθησίας αλλά ταυτόχρονα και για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας, καθώς μόνο αυτή η οικονομική στρατηγική δημιουργεί όρους βιώσιμης και ισχυρής ανάπτυξης.  

Οι αντίστοιχες της Νέας Δημοκρατίας αφορούν την υπεράσπιση της οικονομικής ολιγαρχίας και την παλινόρθωση του παραδοσιακού συστήματος εξουσίας με μια παραδοσιακή συνταγή: περαιτέρω εσωτερική υποτίμηση για να στηριχτεί δήθεν η επενδυτική δραστηριότητα που με τη σειρά της υποτίθεται ότι θα βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο για το σύνολο της κοινωνίας. Με μία πρόταση, η επιδίωξη της ΝΔ δεν είναι άλλη από την υποταγή των συμφερόντων των πολλών σε αυτά των λίγων. 

Και για άλλη μια φορά, όπως συμβαίνει πάντοτε στην πολιτική σύγκρουση, όλοι θα κληθούν να πάρουν θέση. 

Άρθρο στην εφημερίδα Νέα Σελίδα

Το τέλος του ημερολογιακού έτους έχει επικρατήσει να συνδέεται με τον αναστοχασμό και την αναδρομή σε όσα προηγήθηκαν αλλά και τις προβολές, τις σκέψεις και τους σχεδιασμούς όσων θα ακολουθήσουν.

 

Αν και σπανίως ο πολιτικός χρόνος συμπίπτει με τον συμβατικό χρόνο, έχει νόημα να σεβαστούμε αυτή την παράδοση καθώς δίνει την ευκαιρία ώστε προσωπικά και συλλογικά να αναλογιστούμε και να συστηματοποιήσουμε το παρελθόν αλλά και να οργανώσουμε το μέλλον. Πράγμα που δεν είναι πάντοτε εύκολο όταν κανείς παρασύρεται στο φρενήρη ρυθμό της καθημερινότητας και της πολιτικής αλλά και κοινωνικής αντιπαράθεσης.

 

Η αναφορά εξάλλου στο παρελθόν, η προσπάθεια να το σκεφτούμε και να το αφηγηθούμε, να το κατανοήσουμε και να το εξηγήσουμε δεν είναι μια απλή θεωρητική άσκηση. Είναι πράξη βαθειά πολιτική καθώς διαμορφώνει τους όρους διαχείρισης του μέλλοντος.

 

Δεν είναι καθόλου τυχαίο επομένως ότι σε μεγάλο βαθμό και η τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση αφορά όχι μόνο στο μέλλον αλλά και στο παρελθόν. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι εκπρόσωποι της παραδοσιακής πολιτικής ελίτ της χώρας υπερασπίζονται με τέτοια ένταση και τέτοια επιμονή τις προηγούμενες επιλογές τους, το πολιτικό τους δηλαδή παρελθόν.

 

Έτσι κάπως φτάνουμε στην αγωνιώδη προσπάθεια της αξιωματικής αντιπολίτευσης να επαναφέρει στο πολιτικό προσκήνιο την συζήτηση για το αλήστου μνήμης success story του 2014.

 

Αυτή ήταν εξάλλου η βασική επιχειρηματολογία της και κατά τη διάρκεια της συζήτησης του προϋπολογισμού του 2018 λίγες μέρες πριν.

 

Τι ισχυρίστηκαν όμως κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης τα στελέχη της; Ότι δήθεν η Ελλάδα ήταν έτοιμη το 2014 να ολοκληρώσει με επιτυχία το δεύτερο πρόγραμμα και είχε ανοιχτό το δρόμο μπροστά της ώστε να επαναφέρει τη χώρα στις διεθνείς αγορές από τις οποίες είχε αποκλειστεί από το 2010.  Τελικά, σύμφωνα πάντα με αυτή την αφήγηση του παρελθόντος, το μόνο που εκτροχίασε την τότε κυβέρνηση ήταν η ανεύθυνη στάση του ΣΥΡΙΖΑ και κατά λογική συνέπεια του ελληνικού λαού που τον έφερε στη θέση της κυβέρνησης τον Ιανουάριο του 2015.

 

Υπάρχουν εδώ δύο σημαντικές παραδοχές. Η πρώτη είναι η ευκολότερα αποδομήσιμη και αφορά την ουσία του success story το οποίο υπήρχε μόνο στη φαντασία όσων το επικαλέστηκαν τότε και το επικαλούνται ακόμα και σήμερα. Διότι σε τι ακριβώς συνίσταται η επιτυχία; Στην ανεργία του 27%, στην μη επίτευξη του στόχου του τότε προγράμματος για πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% το 2014 (αποτέλεσμα έτους 0,2%);

Στην ανυπαρξία ταμειακών διαθέσιμων αλλά και οποιασδήποτε δέσμευσης για ρύθμιση του ελληνικού χρέους από τη μεριά των δανειστών;

Στην καθοδική τάση όλων των θεμελιωδών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας; στην πολιτική αδυναμία της τότε κυβέρνησης να ολοκληρώσει την πέμπτη αξιολόγηση;

Στην αποτυχημένη δεύτερη έξοδο στις αγορές; Ή μήπως στην σαφή δήλωση της τρόικας ήδη από τον Ιούνιο του 2014 ότι το πρόγραμμα είναι “αναντίστρεπτα εκτός πορείας” (irretrievably out of track);

 

Για να δούμε όμως και το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος, την δεύτερη παραδοχή. Τι λέει περίπου; Ναι, όλα αυτά ισχύουν όμως ο λόγος ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε υποσχεθεί στον ελληνικό λαό να τερματίσει το πρόγραμμα και να ακολουθήσει μια διαφορετική πολιτική. Και ο «αδαής» λαός, ή εν πάση περιπτώσει ένα μεγάλο τμήμα του, πίστεψε αυτή την υπόσχεση, ότι δηλαδή τα πράγματα μπορούν να γίνουν και διαφορετικά, έχασε την εμπιστοσύνη του στην κυβέρνηση, ενώ ταυτόχρονα ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να προκαλέσει και εκλογές με την μη σύμπραξη στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Πράγμα που αποδιοργάνωσε, με την πάροδο του χρόνου, την συμπολίτευση, η οποία δεν είχε πια τη δυνατότητα να στηρίξει κοινοβουλευτικά την ολοκλήρωση της πέμπτης αξιολόγησης. Εδώ για να είμαστε ακριβείς δεν έχουμε μια μόνο παραδοχή αλλά δεκάδες. Στην πραγματικότητα η ευθύνη σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα για όλα τα κακά της μοίρας της τότε συγκυβέρνησης δεν ήταν ακριβώς ο ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν ο ελληνικός λαός που δεν κατανόησε το μεγαλείο του σχεδιασμού των κων Σαμαρά και Βενιζέλου. Ο Σύριζα ήταν απλώς το όχημα μέσα από το οποίο εκφράστηκε αυτή η «ανεύθυνη στάση» του ελληνικού λαού που έπρεπε να υπομείνει τα πρωτογενή πλεονάσματα του 4,5% μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας,  την ρήτρα μηδενικού ελλείμματος στα επικουρικά ταμεία, τις 15.000 απολύσεις στο δημόσιο, την Μικρή ΔΕΗ, το λοκ αουτ, την απελευθέρωση των μαζικών απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, τα μέτρα ύψους  5,5 δις μόνο για το 2015 (θυμίζω ότι το δημοσιονομικό κενό ήταν τότε 2,8% σύμφωνα με τους ευρωπαίους, γιατί το ΔΝΤ προσέθετε ακόμη περισσότερα) και πολλά άλλα που βεβαίως ανασχέθηκαν με την «καταστροφική διαπραγμάτευση του 2015». Ίσως βεβαίως ο ελληνικός λαός θα έπρεπε να τα αφήσει να υλοποιηθούν καθώς ήταν απαράδεκτο  από μέρους του να μην επιτρέψει την ιστορική δικαίωση του τότε Πρωθυπουργού και του Αντιπροέδρου του.

 

Η γνώμη μου είναι ότι όλο το επιχείρημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Είναι στην πραγματικότητα ένας εύκολος τρόπος για να συγκαλυφθούν τα πολιτικά αδιέξοδα της τότε συγκυβέρνησης αλλά και του ίδιου του δεύτερου προγράμματος που είχε συμφωνήσει και τελικά να χρεωθούν σε κάποιον άλλον, ήτοι τον ελληνικό λαό που δεν εννόησε και το ΣΥΡΙΖΑ που λειτούργησε ως εκφραστής αυτής της λαϊκής ανοησίας.  Την ίδια στιγμή η επανάληψη του αφηγήματος του success story εκ μέρους της σημερινής ηγεσίας της ΝΔ είναι η απόδειξη ότι ο πολιτικός της σχεδιασμός είναι να ακολουθήσει την ίδια βαθιά αντιδραστική πολιτική της περιόδου 2012-2014 και αυτή είναι σίγουρα μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιπλοκή.

 

Αυτό που θα είχε βεβαίως μια κάποια σημασία θα ήταν να εξεταστεί και η ιδεολογική εικόνα για το λαό και την αντιληπτική δυνατότητα των πολιτών που υποβαστάζει όλο το συναφές αφήγημα, πράγμα που θα ήταν εξόχως αποκαλυπτικό για την εγγενή αλαζονεία των ελίτ της χώρας. Αλλά αυτό δεν εντάσσεται στην στοχοθεσία του παρόντος.

 

Εν πάση περιπτώσει, από τα παραπάνω ένα συμπέρασμα βγαίνει. Ότι τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ και η σημερινή κυβέρνηση δεν έχουν να συγκριθούν με την κολοσσιαία αποτυχία της συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου. Αυτό αφορά κάποιους ελάχιστους και ελάχιστες που συνηθίζουν να κυκλοφορούν στα κοσμικά σαλόνια της πρωτεύουσας, κάποια μέλη της παλιάς πολιτικής ελίτ και κάποιους γνωστούς μεγαλοδημοσιογράφους που επαναλαμβάνουν τα αφηγήματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ χωρίς μάλιστα να τα καλοσκέφτονται.

Αν έχει νόημα με κάποιον να συγκριθεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι με τον ίδιο τον εαυτό του. Για να εξηγήσει τις επιτυχίες και τις αποτυχίες του, τις αποφάσεις που πήρε, τις τακτικές του επιλογές αλλά και τις αναγκαστικές παρεκκλίσεις από τον αρχικό του σχεδιασμό. Να περιγράψει τον ιδεολογικό του ορίζοντα, να αναλύσει τους στόχους του, να θέσει τις κοινωνικές και πολιτικές διαχωριστικές γραμμές του μέλλοντος.

Και το 2018, έτος ορόσημο για την έξοδο από το πρόγραμμα και την μνημονιακή επιτροπεία, θα είναι ο κατεξοχήν κατάλληλος χρόνος για κάτι τέτοιο. Από την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί και η έκβαση της επόμενης μεγάλης πολιτικής μάχης. Θα εξαρτηθεί αν και κατά πόσο ο ΣΥΡΙΖΑ θα δικαιώσει τις προσδοκίες των κοινωνικών δυνάμεων που τον έφεραν στην κυβερνητική εξουσία.